Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Το 2016 μέσα από τα βιβλία που διάβασα


      
      Είναι γεγονός ότι έχω καιρό να γράψω στο προσωπικό μου μπλογκ περί λογοτεχνίας. Οι υποχρεώσεις μου τα δύο τελευταία χρόνια είναι αρκετές και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους, για τους οποίους έχω σταματήσει να γράφω τόσο εντατικά από αυτό εδώ το βήμα. Αν θέλετε να διαβάζετε την άποψή μου για τα βιβλία που διαβάζω, θα σας πρότεινα να πατήσετε εδώ. Έχω γίνει εδώ και κάποιο καιρό συντάκτης στο Fractal και ανεβαίνουν περίπου 1-2 κείμενα την εβδομάδα. Επιπλέον, το περασμένο έτος κυκλοφόρησε το καινούριο μου βιβλίο, που είναι συλλογή διηγημάτων για την Άγρια Δύση. Δυστυχώς, ούτε γι’ αυτό βρήκα τον χρόνο να γράψω κάποιο κείμενο – παρουσίαση, αλλά μπορείτε να το βρείτε δωρεάν εδώ. Αφού τελείωσα με την εισαγωγή, ήρθε η ώρα να περάσω στον σκοπό αυτού του άρθρου, που δεν είναι άλλος από το να σας δείξω τη λίστα με τα βιβλία που διάβασα την περασμένη χρονιά. Το 2016 κατάφερα να διαβάσω 87 βιβλία και συνολικά 24.894 σελίδες:
 
 
Μπορείτε να δείτε αναλυτικά το αρχείο με τη λίστα μου εδώ.

 

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Τελευταίος αποχαιρετισμός

 
Είχε ξυπνήσει πριν από μερικά λεπτά. Βρισκόταν σ’ έναν άδειο κατάλευκο χώρο, μοναχά στο βάθος φαινόταν μια μεγάλη πύλη. Βάλθηκε να κινείται προς τα εκεί μέχρι που συνειδητοποίησε ότι το δάπεδο από κάτω της ήταν διάφανο. Ακριβώς από κάτω της βρισκόταν το δωμάτιο της κλινικής. Εκείνη, ήταν αναίσθητη στο κρεβάτι της και μπροστά της στεκόταν η οικογένειά της. Αυτή η σκηνή ίσως να ήταν και το τελευταίο πράγμα που θυμόταν προτού εμφανιστεί στον τεράστιο λευκό χώρο. Δεν κουνήθηκε. Παρέμεινε ακίνητη να κοιτάζει τη σκηνή.
«Ξέρεις, δεν θα πάψεις να τους βλέπεις τουλάχιστον μέχρι τα τελευταία δεκαπέντε μέτρα πριν από την είσοδο της πύλης. Δυστυχώς, δεν υπάρχει επιστροφή πλέον» ακούστηκε μία μπάσα ανδρική φωνή.
Έστρεψε το βλέμμα της και τον είδε. Ήταν αρκετά ογκώδης με επιβλητική παρουσία.
«Έχω πεθάνει;» ρώτησε γνωρίζοντας ήδη την απάντηση.
«Εξαρτάται από τη σημασία που δίνεις στο ρήμα πεθαίνω. Σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, θα έλεγα ότι όντως έχεις πεθάνει».
«Πότε θα μπορέσω να τους δω ξανά;» ρώτησε συγκρατώντας τα δάκρυά της.
«Όταν θα καταφέρουν να βρουν όλα εκείνα που έχουν χαθεί» απάντησε με σοβαρό ύφος ο Άγιος.
«Και πότε θα συμβεί αυτό, Άγιε;»
«Σύντομα ή μπορεί ακόμα και μετά από πολλά χρόνια» απάντησε γλείφοντας λαίμαργα τα χείλη του. «Και μην με λες Άγιο. Να με φωνάζεις Μπερνάρντ, μ’ αρέσει περισσότερο» πρόσθεσε κάνοντας νόημα να ξεκινήσουν να βαδίζουν προς την πύλη.
«Θα με θυμούνται μέχρι τότε;» ρώτησε ανυπόμονα.
«Ω βέβαια! Όπως λέει και ο Γουίνι ο Αρκούδος: “Μερικές φορές είναι τα μικρότερα πράγματα εκείνα που καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο χώρο μιας καρδιάς” ή κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν θυμάμαι πως ακριβώς το λέει» ανακοίνωσε φανερά μπερδεμένα.
«Βρίσκεται εδώ ο Γουίνι ο Αρκούδος;»
«Ω βέβαια! Και να σου πω την αλήθεια είναι πιο έξυπνος από τον Πλάτωνα, το καφετί Κόκερ, που μιλάει όλη την ώρα για μια σπηλιά και κάτι αλληγορίες. Δεν μπορώ να τον ακούω άλλο» απάντησε ο Άγιος με έκδηλη αγανάκτηση.
«Μπορώ να τους αποχαιρετήσω;» ρώτησε λυπημένα το μικρό ημίαιμο Τεργιέ.
«Ναι, ναι, αλλά κάνε γρήγορα γιατί έτρωγα κάτι λουκάνικα προτού με διακόψεις και θέλω να τα φάω έστω και λιγάκι ζεστά» αναφώνησε ο φύλακας της πύλης γλείφοντας τα τελευταία υπολείμματα σάλτσας από τα χείλη του.
«Αντίο, θα τα ξαναπούμε» γάβγισε το μικρό σκυλάκι καθώς ακολουθούσε προς την πύλη τον οδηγό του, που ήταν σκύλος ράτσας Αγίου Βερνάρδου.
Στους τρεις τους, στη γυναίκα και στα δύο αγόρια, φάνηκε ότι άκουσαν ένα γάβγισμα. Καλοκοίταξαν το κουφάρι του πεθαμένου ζώου, αλλά δεν το είδαν να κουνιέται. Μολαταύτα μειδίασαν, γιατί ήξεραν ότι κάπου, κάποτε, πέρα μακριά από το Σιντριβάνι των  Ονείρων, την Έρημο με τα Ζουμπούλια και τις Καμέλιες, το Δάσος των Χιλίων Στρεμμάτων, τους Γαλάζιους Λόφους, τα Λιβάδια των Ευχών,  τους Κρυστάλλινους Καταρράκτες και ακόμη πιο πέρα, εκεί όπου το πέρα έπαυε να είναι πέρα, εκεί όπου υπήρχαν όλα εκείνα που έχουν χαθεί, εκεί θα συναντιόντουσαν ξανά.
Υ.Γ. Αφιερωμένο στη Λούνα.
Μίνως – Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Κυριακή στο Αφγανιστάν


Όλα ξεκίνησαν από το Πόρτλαντ του Μέιν, όταν δύο κουστουμαρισμένοι κύριοι με πλησίασαν μετά τη λήξη του σχολείου. Αν θυμάμαι καλά, ήταν Τρίτη. Μου μίλησαν για το χρέος που είχαν οι νέες γενιές απέναντι στην Αμερική και την ανάγκη που υπήρχε να βοηθήσω στον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών όλων εκείνων των χωρών, που είχαν αποκλίνει από το μονοπάτι της ειρήνης και της ανάπτυξης. Μου είχαν εξηγήσει ότι αν πήγαινα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα εξασφάλισαν κάποιες κοινωνικές παροχές τόσο σε εμένα όσο και στην οικογένειά μου. Η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν ήμασταν καλά οικονομικά. Σχεδόν πάντα υπήρχαν ελλείψεις στο σπίτι. Άσε που όταν αρρώσταινε κάποιος, αδυνατούσαμε να του προσφέρουμε ιατρική βοήθεια. Σχεδόν πάντα υπήρχε έλλειψη χρημάτων.

Κοίταξα τους δύο άντρες στα μάτια. Έγνευσα καταφατικά. Μου άρεσε η ιδέα ότι θα βοηθούσα στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ήταν κι εκείνη η τρελή ανάγκη για περιπέτεια που με οδήγησε στο να καταταγώ στον αμερικανικό στρατό. Έτσι, βρέθηκα στα δεκαεννιά μου χρόνια στο Ιράκ.

Ο χρόνος κυλούσε κι εμείς σκοτώναμε όλο και περισσότερους δίχως να υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, ότι υπήρχαν αμέτρητες απώλειες άμαχου πληθυσμού. Ορισμένοι από εμάς έχαναν τον έλεγχο πότε - πότε και έκαναν πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι. Ακόμα κι εγώ ορισμένες φορές ξέφυγα. Δεν ξέχασα ποτέ εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα και τα πυροβόλησα κατά λάθος. Πέντε ήταν, κι όλα είχαν τη ζωή μπροστά τους. Παλιά κατηγορούσα εκείνον τον γαμημένο μαλάκα που πέρασε ανάμεσά τους και δεν παραδόθηκε. Ωστόσο, ο χρόνος πέρασε και κατάλαβα ότι εγώ έφταιγα που είχαν πεθάνει. Βασικά, εγώ είχα πατήσει τη σκανδάλη. Εγώ τους είχα σκοτώσει.

Τα βράδια έχω εφιάλτες. Βλέπω όλους εκείνους που έχουν πεθάνει και καταριέμαι την  ώρα και τη στιγμή που βρέθηκα στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος δεν κάνει καλό σε κανέναν. Ακόμα κι αν τελειώσει, δεν θα μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε. Κάμποσοι από εμάς παθαίνουν μετατραυματικό στρες και αυτοκτονούν, είτε περνάν το υπόλοιπο της ζωής τους με εφιάλτες. Όσο για τις παροχές του κράτους στους απόστρατους, είναι γελοίες. Άλλα μας υποσχέθηκαν κι άλλα κάνουν.

Όταν είχε βγει ο Ομπάμα, είχε πει ότι θα σταματήσει τον πόλεμο. Μέχρι και οι δικοί μου τον ψήφισαν, που ήταν ανέκαθεν Ρεπουμπλικάνοι. Ήθελαν να γυρίσω σπίτι. Τελικά, ο Ομπάμα βγήκε, αλλά δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Έστειλε το 80% των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν. Εκεί υπήρχαν περισσότεροι τρομοκράτες. Έτσι, μας είπαν. Τουλάχιστον όταν πήγαμε εκεί, συμφωνήσαμε σαν ομάδα να μην αναλαμβάνουμε αποστολές τις Κυριακές. Κάποτε δεν δούλευε κανείς την Κυριακή. Τα τελευταία χρόνια, όμως, την κατήργησαν κι αυτή τη χαρά.

  
Ήθελα μια μέρα να ησυχάσω. Ήθελα χρόνο για να προσεύχομαι για όλους εκείνους που είχα σκοτώσει. Ήταν ένας τρόπος να κοιμάμαι λίγο καλύτερα τα βράδια. Ο Θεός ίσως να είναι το μοναδικό στήριγμα που μου έχει απομείνει. Τον Θεό τον εμπιστεύομαι και ελπίζω να με γλιτώσει απ’ αυτή την κόλαση. Λυπάμαι για όλους εκείνους που σκότωσα. Θέλω να γυρίσω σπίτι, ειδικά τώρα που πρέπει να δουλεύουμε ξανά και τις Κυριακές. Υπήρχε ένας πολύ άσχημος καβγάς μεταξύ μας. Ο υπεύθυνος μας ξεκαθάρισε ότι δεν γίνεται να είμαστε οι μοναδικοί που απολαμβάνουμε αυτό το ιδιόμορφο καθεστώς της Κυριακής.

Αυτή τη στιγμή πιάνω ξανά το αυτόματο. Έχουμε αποστολή στα βουνά. Είναι Κυριακή. Όλοι έχουμε κατεβασμένα μούτρα. Δεν μπορώ να σκοτώσω την Κυριακή, όχι πια. Είμαι ράκος. Δεν θέλω να προσεύχομαι πλέον για άλλα θύματα.

Σε πέντε λεπτά ξεκινάμε. Δεν μπορώ. Θα απαιτήσω να με στείλουν σπίτι. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα της εβδομάδας που υπήρχε ειρήνη και ανάπαυλα. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα που ένιωθα ξανά ζωντανός, που ένιωθα άνθρωπος.

Θεέ μου, σε εμπιστεύομαι. Δώσε μου πίσω την Κυριακή μου.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Το συγκεκριμένο διήγημα γράφτηκε με αφορμή το κάλεσμα «Ποτέ την Κυριακή».

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

το στέλεχος


Ήταν Βράδυ. Δεν ήξερε τι ώρα περίπου. Είχε ξεχάσει να φορέσει το ρολόι χειρός που είχε αγοράσει για το εαυτό του, όταν είχε πάρει την πολυπόθητη προαγωγή. Βρισκόταν πλέον ένα βήμα πριν από τον τελικό προορισμό, τη θέση του γενικού διευθυντή. Αν συνέχιζε με τον ίδιο ρυθμό, ήταν δεδομένο ότι θα τα κατάφερνε. Ο κύριος Μπάμπης, τον είχε σε εκτίμηση. Πίστευε στις ικανότητές του, έτσι του έλεγε στη συνάντηση που πραγματοποιούσαν στο γωνιακό καφέ των οδών Εγνατία με Βενιζέλου.

«Θέλω να αναλάβεις τα ηνία της επιχείρησης. Είσαι ο καλύτερος εκεί μέσα. Λίγο ακόμα και η θέση θα είναι δική σου», είπε σηκώνοντας τον δείκτη του δεξιού του χεριού. Με το άλλο χούφτωνε τη νεαρή κοπέλα που καθόταν δίπλα του. Ήταν ψηλή, με πλούσιο μπούστο, ξανθιά μακριά μαλλιά και μωρουδίστικο δέρμα. Φορούσε ένα έντονο άρωμα και είχε βάψει τα μακριά νύχια των χεριών της μ’ ένα έντονο χρώμα.

«Θα δείτε, κύριε Μπάμπη, θα τα καταφέρω», ανέφερε ο μεσήλικας άνδρας καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι. Ο συνδαιτυμόνας του συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση να χουφτώνει την κοπέλα. Εκείνη προσπαθούσε να παραστήσει την ευχαριστημένη, ωστόσο, ο Θεόκλητος Μαρκάτος γνώριζε ότι κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη ήταν.

Βγήκε έξω και γλύτωσε από την κάπνα του μαγαζιού. Όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο σιχαινόταν να βλέπει το αφεντικό της εταιρείας. Όσο μεγάλωνε, τόσο άλλαζε. Ένιωθε το βάρος των πράξεών του να τον βαραίνουν. Εδώ και χρόνια είχε πάψει να χαίρεται με τη δουλειά του. Όλα όσα είχε βιώσει, τον είχαν αλλάξει ριζικά. Δεν ήταν πλέον εκείνος ο πιτσιρικάς που πίστευε ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Ήταν ένας μεσήλικας, που έβλεπε τα πράγματα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και αδυνατούσε να βάλει φρένο στον κατήφορο. Μέρα με τη μέρα αναρωτιόταν ποιο ήταν το πραγματικό νόημα της ζωής. Είχε ξεκινήσει, μάλιστα, το διάβασμα σχετικών βιβλίων αυτοβοήθειας για βρει επιτέλους μια απάντηση.

Άνοιξε το κινητό του και κοίταξε τις κλήσεις του. Ήταν τουλάχιστον πέντε από την Ειρήνη, εκείνη την πιτσιρίκα που είχε γνωρίσει πριν από περίπου δύο μήνες. Έβγαιναν αραιά και που για διασκέδαση. Την κυκλοφορούσε σε διάφορα μαγαζιά κι ύστερα εκείνη του καθόταν. Τις πρώτες φορές ένιωθε ηδονή, ένιωθε ένα περίεργο σκίρτημα. Όλα αυτά κράτησαν για λίγο, συγκεκριμένα για επτά εξόδους. Από κι ύστερα έβγαινε μαζί της γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει. Όλες αυτές οι ανούσιες σχέσεις τον είχαν εξουθενώσει. Έπρεπε κάποια στιγμή να πει ένα μεγαλόπρεπο όχι στην κωλοζωή που έκανε. Ποθούσε επιτέλους να βρει κάτι, το οποίο θα τον έβγαζε από το σκοτάδι. Θα τον οδηγούσε στο φως, στην ευτυχία.

Συνέχισε να ανεβαίνει τον δρόμο με ταχύ βήμα. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει για να σώσει τον εαυτό του. Το είχε κάνει στο παρελθόν ακόμα μία φορά, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε πλέον και μετά από τόσο αγώνα, να πάρει την απόφαση να τα παρατήσει.

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Το σήκωσε.

«Που είσαι μωρό μου; Που θέλεις να πάμε απόψε;» ρώτησε με γλυκιά φωνή. Είχε φτάσει τόσο κοντά στην επιτυχία. Δεν θα τα παρατούσε. Δεν υπήρχε πλέον επιστροφή.

«Έρχομαι να σε πάρω», είπε επιταχύνοντας το βήμα του.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Οι τιμές των βιβλίων στο Μάντσεστερ

Εδώ και κάποιες μέρες, βρίσκομαι στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Μάντσεστερ λόγω πασχαλινών διακοπών. Με αφορμή την επίσκεψή μου στην ενδιαφέρουσα πόλη του Ηνωμένου Βασιλείου, επισκέφτηκα αρκετά βιβλιοπωλεία και μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα από την ποικιλία καθώς και από τις τιμές. Δεν ξέρω εις βάθος το καθεστώς που επικρατεί στην Αγγλία, αλλά είναι γεγονός ότι τα βιβλία έχουν γενικότερα χαμηλότερες τιμές από εκείνα στην Ελλάδα, ενώ κυκλοφορούν κάποιοι τίτλοι και σε ορισμένα μεγάλα σούπερ-μάρκετ, τα οποία θυμίζουν περισσότερο πολυκαταστήματα παρά σούπερ-μάρκετ. Σ' ένα τέτοιο μαγαζί βρήκα το καινούριο έργο του Τζον Κόνολι, "A Time of Torment", το οποίο δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στη χώρα μας. Μαζί του υπήρχε και το "Κάθε νεκρό πράγμα", το πρώτο έργο του συγγραφέα με πρωταγωνιστή τον ντέντεκτιβ Τσάρλι Πάρκερ. Η συσκευασία των δύο βιβλίων κόστιζε 8 λίρες. Το πρώτο έργο είναι πιο προσεγμένη έκδοση με σκληρόδετο εξώφυλλο, ενώ το δεύτερο θυμίζει πολύ τις ελληνικές εκδόσεις από τον εκδοτικό οίκο Bell (μπορείτε και τα δύο βιβλία στην παρακάτω φωτογραφία).
Επειδή όμως δεν πρέπει να δημιουργηθούν λάθος εντυπώσεις, όσον αφορά τη διαφορά τιμών συγκριτικά με την Ελλάδα, οφείλω να τονίσω ότι οι ελληνικοί εκδοτικοί χρησιμοποιούν ποιοτικότερο χαρτί κι επομένως παράγουν ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Εδώ, οι περισσότερες εκδόσεις έχουν ένα χαρτί, το οποίο είναι λίγο καλύτερο σε αντοχή και σε υφή από το εφημεριδόχαρτο. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους, που μπορείς να βρεις πρόσφατους τίτλους σε αρκετά χαμηλή τιμή. Επί παραδείγματι ένα κεντρικό βιβλιοπωλείο προσέφερε στη μισή τιμή το καινούριο βιβλίο του Ρόμπερτ Γκάλμπρεϊθ (Τζ. Κ. Ρόουλινγκ), "Career of Evil". Επιπλέον, στο ίδιο κατάστημα βρήκα να πωλούνται έναντι μιας λίρας αντίτυπα της σειράς Αρτέμης Φάουλ και το 4ο βιβλίο από τη σειρά Έραγοκν, "Η Κληρονομιά".
Πέρα από τις τιμές είναι πιο λειτουργικό και το στήσιμο των βιβλιοπωλείων. Υπάρχουν καναπέδες, πολυθρόνες και καρέκλες στο εσωτερικό τους, ώστε ο εν δυνάμει πελάτης να μπορέσει να ξεφυλλίσει με την ησυχία του τα βιβλία που τον ενδιαφέρουν και στη συνέχεια να προσέλθει στο ταμείο. Ορισμένα βιβλιοπωλεία διαθέτουν και καφετερία, όπου μπορεί ο πελάτης να απολαύσει τον καφέ και το ρόφημά του μετά την πολύωρη αναζήτησή του.
Κλείνοντας, νομίζω πως τα βιβλιοπωλεία του Μάντσεστερ είναι πιο έξυπνα στημένα από τα αντίστοιχα ελληνικά, παρέχουν στον μελλοντικό πελάτη περισσότερες δυνατότητες και τίτλους σε πολύ χαμηλές τιμές, κάτι το οποίο θα αργήσει να συμβεί στην Ελλάδα λόγω της έλλειψης συστηματικών αναγνωστών και των μη βιβλιοφιλικών μέτρων που προωθούνται τα τελευταία χρόνια από τις εκάστοτε κυβερνήσεις της χώρας. Επομένως, αν βρεθείτε στην Αγγλία, περάστε από μερικά βιβλιοπωλεία. Νομίζω πως η εμπειρία θα είναι αξέχαστη!

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Οι 17 αποχρώσεις του Τζον Ρέμπους

Ο γνωστός συγγραφέας, Ίαν Ράνκιν, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον Τζον Ρέμπους, τον ήρωα που έμελλε να τον οδηγήσει στο πάνθεον των κορυφαίων της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, αυτή τη φορά η επιστροφή του ιδιόρρυθμου αστυνομικού δεν γίνεται μέσω ενός μυθιστορήματος και μιας μεγάλης περιπέτειας, ως συνήθως, αλλά μέσα από την παρουσίαση 17 αυτοτελών ιστοριών.

Τα διηγήματα του βιβλίου αρχίζουν από το ξεκίνημα της καριέρας του σκωτσέζου αστυνομικού. Το πρώτο, «Ξοφλημένος», θυμίζει έντονα στη θεματολογία του  το μυθιστορήματος «Άγιος ή αμαρτωλός;» και καταπιάνεται ουσιαστικά με τους Αγίους της Σκιώδους Βίβλου, την περίοδο των νεανικών χρόνων του Ρέμπους στην Υπηρεσία, όπου η ομάδα του δεν χρησιμοποιούσε τις ενδεδειγμένες από τον νόμο πρακτικές για να οδηγήσει στη δικαιοσύνη εν δυνάμει παραβάτες του νόμου.

Παράλληλα, στην ιστορία με τίτλο «Μια καλή θηλιά» καλείται να ερευνήσει μια φερόμενη ως αυτοκτονία κατά τη διάρκεια ενός θεατρικού έργου μιας ομάδας. Ο ηθοποιός, που είναι το θύμα, συνδέεται με μια κοπέλα. Αυτή η σχέση θα αποτελέσει το στοιχείο που θα τον οδηγήσει στην εξιχνίαση τους εγκλήματος πάθους, ενώ στην «Κυριακή» παρουσιάζεται μια πιο ανθρώπινη πλευρά του αστυνομικού. Βρίσκεται στο σπίτι του, καθώς είναι μέρα ανάπαυλας και θυμάται μια συγκεκριμένη υπόθεση που αποδεικνύεται ότι τον ταλανίζει τόσο ώστε να πυροδοτεί αντίστοιχες πικρές αναμνήσεις από το παρελθόν.

Και στις 17 ιστορίες του βιβλίου «Φάκελος Ρέμπους οι άγνωστες υποθέσεις», πέρα από τον ιδιόρρυθμο αστυνομικό, πρωταγωνιστικό ρόλο έχει και το Εδιμβούργο. Μέσα από την ανάδειξη του αινιγματικού χαρακτήρα του αστυνομικού θα μπορούσε να λεχθεί ότι σκιαγραφείται και η ψυχοσύνθεση της πόλης. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο τελευταίο κεφάλαιο του συγκεκριμένου έργου ο Ράνκιν αναφέρεται αναλυτικά στη σύλληψη της φιγούρας του Τζον Ρέμπους και την αγάπη του για την πόλη, που τον ενέπνευσε να φτάσει στη λογοτεχνική καταξίωση. Ο ίδιος, μεταξύ άλλων, αναφέρει:

«…Ως θέμα η πόλη φαίνεται να είναι ανεξάντλητη. Στο κάτω κάτω είναι μία πόλη από λέξεις. Σε ποιο άλλο μέρος του κόσμου θα βρίσκατε τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό να έχει πάρει το όνομά του από ένα μυθιστόρημα (Γουέιβερλι) και ένα τεράστιο οικοδόμημα στο κέντρο της πόλης να είναι αφιερωμένο στον συγγραφέα αυτού του έργου…».

Εν ολίγοις, το «Φάκελος Ρέμπους οι άγνωστες υποθέσεις» πρόκειται για ένα έργο αφιερωμένο στον Τζον Ρέμπους και στο Εδιμβούργο. Ο αναγνώστης στις περίπου 500 σελίδες του έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει εις βάθος τον ίδιο τον δημιουργό, το δημιούργημά του, αλλά και την πρωτεύουσα της Σκωτίας. Ενδείκνυται για όλους όσους είναι θαυμαστές του συγγραφέα, αλλά και για εκείνους που θέλουν να έρθουν σε μια πρώτη επαφή με το έργο του.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Τριβιζάς και «Little Emily» νίκησαν τη Disney


Αθήνα

To ηλεκτρονικό βιβλίο «Little Emily» («Το κοτσάνι του πετροκέρασου» στην ελληνική έκδοση) του Ευγένιου Τριβιζά κέρδισε το βραβείο καλύτερου διαδραστικού βιβλίου της χρονιάς για παιδιά προσχολικής ηλικίας από τα παγκόσμιας ακτινοβολίας KidscreenAwards, τον σημαντικότερo φορέα βράβευσης παιδικού τηλεοπτικού και διαδικτυακoύ περιεχομένου στις ΗΠΑ.

Το βραβείο -που παρέλαβε ο παραγωγός Χαλ Γουέιτ - διεκδίκησαν στο Μαϊάμι μαζί με την Ever After Tales (εκδοτική εταιρεία του Λος Αντζελες με έντονο ελληνικό στοιχείο στη σύνθεσή της), η χολιγουντιανή Disney με το «Story Central» και η Play Date Digital (της πολυεθνικής Hasbro) με το «My Little Pony».

«Ακόμα και κολοσσοί με ασυναγώνιστα τεχνολογικά και πάσης φύσεως μέσα μπορεί να μην καταφέρουν να κατατρoπώσουν ένα κοτσάνι πετροκέρασου» δήλωσε ο Ευγένιος Τριβιζάς στα Νέα, τονίζοντας:

«Έχω πει συχνά ότι πηγή έμπνευσής μου είναι ακόμα και τα πιο ασήμαντα αντικείμενα, αντικείμενα που περνάνε πολλές φορές απαρατήρητα, όπως ένα καλαμάκι πορτοκαλάδας, ένα ξυλάκι παγωτού, ένα χρυσόχαρτο από σοκολατάκι, ένα καμένο σπίρτο ή ένα κοτσάνι πετροκέρασου. Από ένα κοτσάνι πετροκέρασου ξεκίνησε η ιστορία που βραβεύτηκε στo Μαϊάμι σε συνδυασμό με μια ανάμνηση του καλού μου φίλου ζωγράφου Αλέξη Κυριτσόπουλου. Η ιστορία δείχνει ότι ένα κοτσάνι πετροκέρασου είναι αρκετό για να δημιουργήσει πάλι κανείς έναν εξαφανισμένο πλανήτη».

«Μπαμπά, νικήσατε τον Ντίσνεϊ!» είπε στο άκουσμα της βράβευσης ο μικρός Γιάννης στον πατέρα του Π. Ράππα, ανιμέιτορ της ψηφιακής εικονογράφησης και δημιουργό της εφαρμογής για κινητά και ταμπλέτες. «Διαδραστικά βιβλία κυκλοφορούν εκατομμύρια κάθε χρόνο ανά τον κόσμο και η βράβευση αυτή δείχνει ότι εργαζόμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση» τόνισε ο ίδιος.

Newsroom ΔΟΛ