Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Ταρίκ Μασντούντ




Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της. Δεν έστρεψε το βλέμμα της. Ήξερε ότι είχε έρθει για έναν συγκεκριμένο σκοπό και έπρεπε να παραμείνει ψύχραιμη. Στο μισοσκόταδο του δωματίου, που φωτιζόταν μονάχα από ένα κηροπήγιο, μπόρεσε να διακρίνει το τέλος του δωματίου. Στο βάθος, πίσω αριστερά από την σκοροφαγωμένη κουρτίνα, υπήρχε μία σιδερένια πόρτα. Χάιδεψε απαλά το στιλέτο στον αριστερό της γοφό. Ήθελε να νιώσει την ηρεμία του. Να βεβαιωθεί ότι αν γινόταν κάτι απρόοπτο, τότε εκείνο θα αναλάμβανε να τη σώσει, όπως είχε συμβεί πολλάκις στο παρελθόν. Προχώρησε προς την πόρτα με βήμα αλαφροΐσκιωτο σαν να ήταν αιλουροειδές. Η διαίσθησή της προσπαθούσε να την προειδοποιήσει για κάτι. Στο μυαλό της γυρόφερναν οι τελευταίες λέξεις του Όγκερ, του νάνου φύλακα της Πύλης της Λήθης. Της είχε πει να προσέχει την πραγματικότητα, καθώς εκείνη συχνά γίνεται ένα με το όνειρο και δεν ξεχωρίζεται. Και από την άλλη, το όνειρο ή τα όνειρα, μερικές φορές, αντικαθιστούν την αλήθεια και την πραγματικότητα. Αυτό ήταν το μυστικό όπλο του μάγου Αμπντούλ Μπασίρ. Κανένας που είχε μπει στο σπίτι του δεν είχε βγει ζωντανός. Εκείνη όμως, έπρεπε να πάρει το περιδέραιο Ταρίκ Μασντούντ. Αν δεν το επέστρεφε στον ξωτικό, τότε όλα θα τελείωναν. Θα σκότωναν την οικογένειά της.

Μπορεί να μην διατηρούσε τις καλύτερες σχέσεις με την οικογένειά της, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να τους αφήσει να πεθάνουν. Δεν είχε αυτό το δικαίωμα. Εκείνη έφταιγε που είχαν φυλακιστεί. Όφειλε να τους σώσει, τόσο για να ησυχάσει το είναι της, όσο και για τα Μεγάλα Πνεύματα που την παρακολουθούσαν από ψηλά. Στο παρελθόν είχε σφάλλει αμέτρητες φορές. Τώρα, της δινόταν η ευκαιρία να αναζητήσει τη συγχώρεση. Αν δεν τα κατάφερνε, θα πέθανε. Ήταν και αυτή μια αξιοπρεπής επιλογή.

Ακούμπησε το τραυματισμένο αριστερό της χέρι στην πόρτα. Έκανε να στρίψει το πόμολο. Εκείνο παρέμενε ακίνητο. Δυστυχώς, έπρεπε να βάλει δύναμη, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα προκαλούσε τόσο θόρυβο ώστε να ακουστεί από τον μάγο. Έπρεπε να ρισκάρει. Πάτησε γερά στο έδαφος. Έριξε το βάρος της πάνω στο σίδερο και γύρισε το πόμολο συνεχίζοντας να πιέζει. Η πόρτα κουνήθηκε για μερικά εκατοστά χωρίς να βγάλει κάποιον θόρυβο. Από τη μικρή χαραμάδα που είχε ανοίξει, δεν φαινόταν τίποτα παραπάνω από απόλυτο σκοτάδι. Έψαξε μανιασμένα στο τζάκετ της για να βρει αναπτήρα ή σπίρτα. «Σκατά», βλαστήμησε σκουπίζοντας τον ιδρώτα της. Για κάποιο λόγο ένιωθε να ζεσταίνεται υπερβολικά. Γύρισε προς το κηροπήγιο. Η φωτιά του είχε διπλασιαστεί, ενώ το κερί δεν έλιωνε.

Έβγαλε το στιλέτο από τον γυμνασμένο γοφό της καθώς προχωρούσε ανάλαφρα προς το κηροπήγιο. Οι αισθήσεις της δεν είχαν ενεργοποιηθεί ακόμα. Προς το παρόν δεν αισθανόταν κάποιον σοβαρό κίνδυνο. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι της προς το κηροπήγιο. Άγγιξε αρχικά με τα ακροδάχτυλά της τη βάση για να διαπιστώσει αν μπορούσε να το πιάσει. Ήταν παγωμένο παρά την αφόρητη ζέστη του δωματίου και την καλοζωισμένη φλόγα του. Το έκλεισε στο αριστερό της χέρι και το σήκωσε από το κομοδίνο. Με το που σηκώθηκε, η σιδερένια πόρτα άνοιξε διάπλατα χωρίς να προκαλέσει τον παραμικρό θόρυβο.

Η κοπέλα είχε μείνει αποσβολωμένη να κοιτάζει το θεοσκότεινο κενό, που χώριζε το δωμάτιό της με το επόμενο. Έφερε στον νου της τον υποτιθέμενο χάρτη που της είχε δείξει ο Ουάφι στο υπαίθριο παζάρι της πόλης Τζαμίλα. Κανονικά δεν έπρεπε να υπάρχει δωμάτιο, αλλά σκάλες, που να σε οδηγούν στο υπόγειο. Έβγαλε έναν δυνατό αναστεναγμό καθώς ξεκινούσε να προχωράει προς το άγνωστο. Παρότι πλησίαζε όλο και πιο κοντά, το σκοτάδι δεν υποχωρούσε. Σιχτίρισε και άφησε το κηροπήγιο να πέσει κάτω. Όπως περίμενε, η φωτιά δεν εξαπλώθηκε. Παρέμεινε εκεί να φωτίζει το τίποτα. Είχε παρατηρήσει ότι φωτιζόντουσαν συγκεκριμένα σημεία στον χώρο παρά τη μετακίνηση της φωτιάς. Είχε έρθει η ώρα να διεισδύσει στο σκοτάδι. 

Πέρασε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τότε και τώρα, ανάμεσα στην ελευθερία και το αδιέξοδο, τη γραμμή που είχε καταπιεί όλους εκείνους που έψαχναν εκδίκηση και ένα όνειρο που δεν συμβάδιζε με την πραγματικότητα ή μια πραγματικότητα που δεν συμβάδιζε με το όνειρο. Πήρε βαθιά ανάσα και το δεύτερο πόδι της πάτησε το λείο έδαφος. Το σκοτάδι χάθηκε μονομιάς. Στο βάθος του δωματίου, δίπλα σ’ ένα πορτραίτο με μια ακαταλαβίστικη γραφή, στεκόταν μια λεπτή γερασμένη φιγούρα. Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα σαν την άβυσσο του σύμπαντος. Η γενειάδα της ήταν κάτασπρη και θεόπυκνη σαν χιονοστιβάδα. Στα τραυματισμένα του χέρια κρατούσε ένα περιδέραιο, πρέπει να ήταν το Ταρίκ Μασντούντ.

«Άχλαν ουά σάχλαν» είπε χαμογελώντας. Η ξωτικιά τον κοίταζε παγωμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε πει. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε της ήταν άγνωστη. Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν εκείνη η αλλόκοτη γλώσσα, που είχε καταστραφεί πριν από έναν αιώνα, στη μάχη των Δυτικών με τους Άραβες, αραβικά πρέπει να λεγόταν. Γνώριζε ότι υπήρχαν ακόμα μερικοί ομιλητές στον κόσμο, μα ποτέ της δεν είχε συναντήσει κάποιον. «Καλώς ήλθες» είπε στη γλώσσα της ο Αμπντούλ Μπασίρ, κατεβάζοντας τη λιγδιασμένη κουκούλα που του κάλυπτε το κεφάλι.

«Καλώς σε βρήκα», απάντησε βαριανασαίνοντας η νεαρή ξωτικιά. Η ατμόσφαιρα του δωματίου ήταν ιδιαίτερα βαριά λόγω της σκόνης και της υγρασίας. Παράλληλα, από τη μεριά του μάγου ερχόταν μία ανυπόφορη μυρωδιά μούχλας. Τον κοίταξε καλύτερα. Στο κεφάλι του υπήρχαν κάτι σκοτεινά εξογκώματα. Πρέπει να ήταν βαριά άρρωστος. Αν έκρινε από τη σημάδια, δεν του έμεναν παραπάνω από λίγες μέρες ζωής.


«Σε περίμενα. Ξέρω τι θέλεις από μένα και είμαι διατεθειμένος να στο δώσω, αλλά θα πρέπει να με ακούσεις πρώτα και στη συνέχεια να μου δώσεις τον λόγο σου. Βλέπω την ψυχή σου, δεν είναι κακή. Μπορεί να πιστεύεις το αντίθετο, αλλά πίστεψέ με, μέσα σου υπάρχει καλοσύνη», σταμάτησε να μιλά προς στιγμήν. Το σώμα του τραντάχτηκε και ξεκίνησε να φτύνει αίμα. «Είμαι πολύ άρρωστος για να συνεχίσω να φυλάω το περιδέραιο του Αδιεξόδου. Νομίζω αυτή είναι η καλύτερη μετάφραση του ονόματός σου στη γλώσσα σου. Ονομάζεται έτσι γιατί έχει την ικανότητα να σου βρίσκει διεξόδους σε όλες τις αδιέξοδες καταστάσεις της ζωής. Να θυμάσαι όμως, δεν είναι πάντα καλό να αποφεύγεις το αδιέξοδο. Κάποιες φορές στη ζωή σου, θα πρέπει να το υπομένεις και να πολεμάς. Δεν μπορείς να ξεφεύγεις για πάντα, να ζεις σαν φυγάς. Ταάλ!» φώναξε κουνώντας σπασμωδικά τα χέρια του προς το μέρος του.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και βάλθηκε να προχωράει αργά προς το μέρος του. Τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Εκείνος προέταξε το περιδέραιο προς το μέρος της. «Πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα προφυλάξεις το περιδέραιο από το κακό. Δεν πρέπει να πέσει στα χέρια τους, διαφορετικά ο κόσμος που γνωρίζουμε θα προχωρήσει ακόμα περισσότερο προς την καταστροφή, το μίσος και τον θάνατο. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί! Υπόσχεσαι να διαφυλάξεις το Ταρίκ Μασντούντ;» ρώτησε ο Αμπντούλ Μπασίρ, καταβάλλοντας ταυτοχρόνως τεράστιες προσπάθειες για να μην βήξει και φτύσει αίμα.

Εστίασε στα μάτια του μάγου. Βυθίστηκε στο βλέμμα του. Ήρθε αντιμέτωπη με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να απαντήσει θετικά στην προτροπή του ετοιμοθάνατου. Το περιδέραιο, που είχε στιγματίσει τον κόσμο της, θα της άλλαζε για πάντα τη ζωή. Κατά κάποιον τρόπο θα αναγκαζόταν να πάρει τη θέση του, να ζήσει μια μίζερη ζωή μ’ έναν μόνο σκοπό. Και η οικογένειά της; Τι θα γινόταν αν δεν έφερνε το περιδέραιο πίσω; Σίγουρα θα σκότωναν τόσο τους γονείς της όσο και τα αδέρφια της. Έπρεπε να είχε περισσότερο χρόνο να σκεφτεί, να ζυγίσει τις επιλογές της και να επιλέξει το ορθότερο. Η κατάμαυρη άβυσσος των ματιών του είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει. Ίσως, βαθιά μέσα του να γνώριζε ήδη την κατάληξη, αλλά γιατί ο Μπασίρ είχε δεχτεί να της δώσει μια εναλλακτική διαφυγή; Ήταν δυνατόν να είχε κάνει την ίδια προσφορά και σε όλους τους προηγούμενους;

Η ξωτικιά χάιδεψε απαλά το στιλέτο της. Ένιωσε το κάλεσμά του. Το τράβηξε από τη θήκη του και στο βλέμμα του πανίσχυρου μάγου, που ονειρευόταν  έναν ειρηνικό κόσμο, σχηματίστηκε ένας ανείπωτος τρόμος. Είχε λανθάνει, τα χρόνια είχαν αποδυναμώσει τις ικανότητές του. Θέλησε να τραβήξει μακριά το περιδέραιο, να το κρύψει σ’έναν παράλληλο κόσμο, μα ήταν πλέον αργά. Το στιλέτο κάρφωσε την καρδιά του. Δεν έβγαλε κάποιον ήχο. Μοναχά κοίταξε μια τελευταία φορά με έκδηλο οίκτο τη ξωτικιά. Ύστερα, το κορμί του απελευθερώθηκε. Έγινε σκόνη, και χάθηκε μακριά καθώς ένα κρύο αεράκι φύσηξε από το σπασμένο παράθυρο του δωματίου.

Ένιωσε το αεράκι να την χτυπάει. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το δωμάτιο είχε παράθυρο. Ξαφνικά, όλα σ’ αυτό το σπίτι της φαίνονταν φυσιολογικά. Ήταν σαν ο θάνατος του μάγου να έχει εξαφανίσει τη μαγεία του χώρου. Τυλίχτηκε καλύτερα με το κοκκινωπό της σάλι και έσκυψε για να παραλάβει το περιδέραιο. Ακόμα και εκείνο της φαινόταν πλέον μια φτηνή απομίμηση ενός κόσμου που είχε χαθεί. Το περιδέραιο του Αδιεξόδου δεν απόπνεε τίποτα πια. Το φόρεσε γύρω από τον καλλίγραμμο λαιμό της, έβαλε το στιλέτο πίσω στη θέση του και ξεκίνησε να περπατάει γρήγορα προς την έξοδο.

Η μέρα είχε δώσει τη θέση της στη νύχτα. Κάθισε στο κατώφλι του σπιτιού. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Έβγαλε τον καπνό και τα χαρτάκια. Έστριψε ένα τσιγάρο και πήγε προς το σάκο που είχε κρεμάσει στη σέλα του αλόγου της. Έβγαλε τα σπίρτα. Άναψε το τσιγάρο και βάλθηκε να κοιτάει το ερημικό τοπίο. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα τελευταία λόγια του Αμπντούλ Μπασίρ. Της φαινόταν σαν να τα έχει ακούσει αμέτρητες φορές…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Το 2016 μέσα από τα βιβλία που διάβασα


      
      Είναι γεγονός ότι έχω καιρό να γράψω στο προσωπικό μου μπλογκ περί λογοτεχνίας. Οι υποχρεώσεις μου τα δύο τελευταία χρόνια είναι αρκετές και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους, για τους οποίους έχω σταματήσει να γράφω τόσο εντατικά από αυτό εδώ το βήμα. Αν θέλετε να διαβάζετε την άποψή μου για τα βιβλία που διαβάζω, θα σας πρότεινα να πατήσετε εδώ. Έχω γίνει εδώ και κάποιο καιρό συντάκτης στο Fractal και ανεβαίνουν περίπου 1-2 κείμενα την εβδομάδα. Επιπλέον, το περασμένο έτος κυκλοφόρησε το καινούριο μου βιβλίο, που είναι συλλογή διηγημάτων για την Άγρια Δύση. Δυστυχώς, ούτε γι’ αυτό βρήκα τον χρόνο να γράψω κάποιο κείμενο – παρουσίαση, αλλά μπορείτε να το βρείτε δωρεάν εδώ. Αφού τελείωσα με την εισαγωγή, ήρθε η ώρα να περάσω στον σκοπό αυτού του άρθρου, που δεν είναι άλλος από το να σας δείξω τη λίστα με τα βιβλία που διάβασα την περασμένη χρονιά. Το 2016 κατάφερα να διαβάσω 87 βιβλία και συνολικά 24.894 σελίδες:
 
 
Μπορείτε να δείτε αναλυτικά το αρχείο με τη λίστα μου εδώ.

 

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Τελευταίος αποχαιρετισμός

 
Είχε ξυπνήσει πριν από μερικά λεπτά. Βρισκόταν σ’ έναν άδειο κατάλευκο χώρο, μοναχά στο βάθος φαινόταν μια μεγάλη πύλη. Βάλθηκε να κινείται προς τα εκεί μέχρι που συνειδητοποίησε ότι το δάπεδο από κάτω της ήταν διάφανο. Ακριβώς από κάτω της βρισκόταν το δωμάτιο της κλινικής. Εκείνη, ήταν αναίσθητη στο κρεβάτι της και μπροστά της στεκόταν η οικογένειά της. Αυτή η σκηνή ίσως να ήταν και το τελευταίο πράγμα που θυμόταν προτού εμφανιστεί στον τεράστιο λευκό χώρο. Δεν κουνήθηκε. Παρέμεινε ακίνητη να κοιτάζει τη σκηνή.
«Ξέρεις, δεν θα πάψεις να τους βλέπεις τουλάχιστον μέχρι τα τελευταία δεκαπέντε μέτρα πριν από την είσοδο της πύλης. Δυστυχώς, δεν υπάρχει επιστροφή πλέον» ακούστηκε μία μπάσα ανδρική φωνή.
Έστρεψε το βλέμμα της και τον είδε. Ήταν αρκετά ογκώδης με επιβλητική παρουσία.
«Έχω πεθάνει;» ρώτησε γνωρίζοντας ήδη την απάντηση.
«Εξαρτάται από τη σημασία που δίνεις στο ρήμα πεθαίνω. Σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, θα έλεγα ότι όντως έχεις πεθάνει».
«Πότε θα μπορέσω να τους δω ξανά;» ρώτησε συγκρατώντας τα δάκρυά της.
«Όταν θα καταφέρουν να βρουν όλα εκείνα που έχουν χαθεί» απάντησε με σοβαρό ύφος ο Άγιος.
«Και πότε θα συμβεί αυτό, Άγιε;»
«Σύντομα ή μπορεί ακόμα και μετά από πολλά χρόνια» απάντησε γλείφοντας λαίμαργα τα χείλη του. «Και μην με λες Άγιο. Να με φωνάζεις Μπερνάρντ, μ’ αρέσει περισσότερο» πρόσθεσε κάνοντας νόημα να ξεκινήσουν να βαδίζουν προς την πύλη.
«Θα με θυμούνται μέχρι τότε;» ρώτησε ανυπόμονα.
«Ω βέβαια! Όπως λέει και ο Γουίνι ο Αρκούδος: “Μερικές φορές είναι τα μικρότερα πράγματα εκείνα που καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο χώρο μιας καρδιάς” ή κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν θυμάμαι πως ακριβώς το λέει» ανακοίνωσε φανερά μπερδεμένα.
«Βρίσκεται εδώ ο Γουίνι ο Αρκούδος;»
«Ω βέβαια! Και να σου πω την αλήθεια είναι πιο έξυπνος από τον Πλάτωνα, το καφετί Κόκερ, που μιλάει όλη την ώρα για μια σπηλιά και κάτι αλληγορίες. Δεν μπορώ να τον ακούω άλλο» απάντησε ο Άγιος με έκδηλη αγανάκτηση.
«Μπορώ να τους αποχαιρετήσω;» ρώτησε λυπημένα το μικρό ημίαιμο Τεργιέ.
«Ναι, ναι, αλλά κάνε γρήγορα γιατί έτρωγα κάτι λουκάνικα προτού με διακόψεις και θέλω να τα φάω έστω και λιγάκι ζεστά» αναφώνησε ο φύλακας της πύλης γλείφοντας τα τελευταία υπολείμματα σάλτσας από τα χείλη του.
«Αντίο, θα τα ξαναπούμε» γάβγισε το μικρό σκυλάκι καθώς ακολουθούσε προς την πύλη τον οδηγό του, που ήταν σκύλος ράτσας Αγίου Βερνάρδου.
Στους τρεις τους, στη γυναίκα και στα δύο αγόρια, φάνηκε ότι άκουσαν ένα γάβγισμα. Καλοκοίταξαν το κουφάρι του πεθαμένου ζώου, αλλά δεν το είδαν να κουνιέται. Μολαταύτα μειδίασαν, γιατί ήξεραν ότι κάπου, κάποτε, πέρα μακριά από το Σιντριβάνι των  Ονείρων, την Έρημο με τα Ζουμπούλια και τις Καμέλιες, το Δάσος των Χιλίων Στρεμμάτων, τους Γαλάζιους Λόφους, τα Λιβάδια των Ευχών,  τους Κρυστάλλινους Καταρράκτες και ακόμη πιο πέρα, εκεί όπου το πέρα έπαυε να είναι πέρα, εκεί όπου υπήρχαν όλα εκείνα που έχουν χαθεί, εκεί θα συναντιόντουσαν ξανά.
Υ.Γ. Αφιερωμένο στη Λούνα.
Μίνως – Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Κυριακή στο Αφγανιστάν


Όλα ξεκίνησαν από το Πόρτλαντ του Μέιν, όταν δύο κουστουμαρισμένοι κύριοι με πλησίασαν μετά τη λήξη του σχολείου. Αν θυμάμαι καλά, ήταν Τρίτη. Μου μίλησαν για το χρέος που είχαν οι νέες γενιές απέναντι στην Αμερική και την ανάγκη που υπήρχε να βοηθήσω στον εκδημοκρατισμό των κοινωνιών όλων εκείνων των χωρών, που είχαν αποκλίνει από το μονοπάτι της ειρήνης και της ανάπτυξης. Μου είχαν εξηγήσει ότι αν πήγαινα στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα εξασφάλισαν κάποιες κοινωνικές παροχές τόσο σε εμένα όσο και στην οικογένειά μου. Η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν ήμασταν καλά οικονομικά. Σχεδόν πάντα υπήρχαν ελλείψεις στο σπίτι. Άσε που όταν αρρώσταινε κάποιος, αδυνατούσαμε να του προσφέρουμε ιατρική βοήθεια. Σχεδόν πάντα υπήρχε έλλειψη χρημάτων.

Κοίταξα τους δύο άντρες στα μάτια. Έγνευσα καταφατικά. Μου άρεσε η ιδέα ότι θα βοηθούσα στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ήταν κι εκείνη η τρελή ανάγκη για περιπέτεια που με οδήγησε στο να καταταγώ στον αμερικανικό στρατό. Έτσι, βρέθηκα στα δεκαεννιά μου χρόνια στο Ιράκ.

Ο χρόνος κυλούσε κι εμείς σκοτώναμε όλο και περισσότερους δίχως να υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα. Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, ότι υπήρχαν αμέτρητες απώλειες άμαχου πληθυσμού. Ορισμένοι από εμάς έχαναν τον έλεγχο πότε - πότε και έκαναν πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι. Ακόμα κι εγώ ορισμένες φορές ξέφυγα. Δεν ξέχασα ποτέ εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν μπάλα και τα πυροβόλησα κατά λάθος. Πέντε ήταν, κι όλα είχαν τη ζωή μπροστά τους. Παλιά κατηγορούσα εκείνον τον γαμημένο μαλάκα που πέρασε ανάμεσά τους και δεν παραδόθηκε. Ωστόσο, ο χρόνος πέρασε και κατάλαβα ότι εγώ έφταιγα που είχαν πεθάνει. Βασικά, εγώ είχα πατήσει τη σκανδάλη. Εγώ τους είχα σκοτώσει.

Τα βράδια έχω εφιάλτες. Βλέπω όλους εκείνους που έχουν πεθάνει και καταριέμαι την  ώρα και τη στιγμή που βρέθηκα στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος δεν κάνει καλό σε κανέναν. Ακόμα κι αν τελειώσει, δεν θα μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε. Κάμποσοι από εμάς παθαίνουν μετατραυματικό στρες και αυτοκτονούν, είτε περνάν το υπόλοιπο της ζωής τους με εφιάλτες. Όσο για τις παροχές του κράτους στους απόστρατους, είναι γελοίες. Άλλα μας υποσχέθηκαν κι άλλα κάνουν.

Όταν είχε βγει ο Ομπάμα, είχε πει ότι θα σταματήσει τον πόλεμο. Μέχρι και οι δικοί μου τον ψήφισαν, που ήταν ανέκαθεν Ρεπουμπλικάνοι. Ήθελαν να γυρίσω σπίτι. Τελικά, ο Ομπάμα βγήκε, αλλά δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Έστειλε το 80% των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν. Εκεί υπήρχαν περισσότεροι τρομοκράτες. Έτσι, μας είπαν. Τουλάχιστον όταν πήγαμε εκεί, συμφωνήσαμε σαν ομάδα να μην αναλαμβάνουμε αποστολές τις Κυριακές. Κάποτε δεν δούλευε κανείς την Κυριακή. Τα τελευταία χρόνια, όμως, την κατήργησαν κι αυτή τη χαρά.

  
Ήθελα μια μέρα να ησυχάσω. Ήθελα χρόνο για να προσεύχομαι για όλους εκείνους που είχα σκοτώσει. Ήταν ένας τρόπος να κοιμάμαι λίγο καλύτερα τα βράδια. Ο Θεός ίσως να είναι το μοναδικό στήριγμα που μου έχει απομείνει. Τον Θεό τον εμπιστεύομαι και ελπίζω να με γλιτώσει απ’ αυτή την κόλαση. Λυπάμαι για όλους εκείνους που σκότωσα. Θέλω να γυρίσω σπίτι, ειδικά τώρα που πρέπει να δουλεύουμε ξανά και τις Κυριακές. Υπήρχε ένας πολύ άσχημος καβγάς μεταξύ μας. Ο υπεύθυνος μας ξεκαθάρισε ότι δεν γίνεται να είμαστε οι μοναδικοί που απολαμβάνουμε αυτό το ιδιόμορφο καθεστώς της Κυριακής.

Αυτή τη στιγμή πιάνω ξανά το αυτόματο. Έχουμε αποστολή στα βουνά. Είναι Κυριακή. Όλοι έχουμε κατεβασμένα μούτρα. Δεν μπορώ να σκοτώσω την Κυριακή, όχι πια. Είμαι ράκος. Δεν θέλω να προσεύχομαι πλέον για άλλα θύματα.

Σε πέντε λεπτά ξεκινάμε. Δεν μπορώ. Θα απαιτήσω να με στείλουν σπίτι. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα της εβδομάδας που υπήρχε ειρήνη και ανάπαυλα. Θέλω πίσω τη μοναδική ημέρα που ένιωθα ξανά ζωντανός, που ένιωθα άνθρωπος.

Θεέ μου, σε εμπιστεύομαι. Δώσε μου πίσω την Κυριακή μου.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Το συγκεκριμένο διήγημα γράφτηκε με αφορμή το κάλεσμα «Ποτέ την Κυριακή».

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

το στέλεχος


Ήταν Βράδυ. Δεν ήξερε τι ώρα περίπου. Είχε ξεχάσει να φορέσει το ρολόι χειρός που είχε αγοράσει για το εαυτό του, όταν είχε πάρει την πολυπόθητη προαγωγή. Βρισκόταν πλέον ένα βήμα πριν από τον τελικό προορισμό, τη θέση του γενικού διευθυντή. Αν συνέχιζε με τον ίδιο ρυθμό, ήταν δεδομένο ότι θα τα κατάφερνε. Ο κύριος Μπάμπης, τον είχε σε εκτίμηση. Πίστευε στις ικανότητές του, έτσι του έλεγε στη συνάντηση που πραγματοποιούσαν στο γωνιακό καφέ των οδών Εγνατία με Βενιζέλου.

«Θέλω να αναλάβεις τα ηνία της επιχείρησης. Είσαι ο καλύτερος εκεί μέσα. Λίγο ακόμα και η θέση θα είναι δική σου», είπε σηκώνοντας τον δείκτη του δεξιού του χεριού. Με το άλλο χούφτωνε τη νεαρή κοπέλα που καθόταν δίπλα του. Ήταν ψηλή, με πλούσιο μπούστο, ξανθιά μακριά μαλλιά και μωρουδίστικο δέρμα. Φορούσε ένα έντονο άρωμα και είχε βάψει τα μακριά νύχια των χεριών της μ’ ένα έντονο χρώμα.

«Θα δείτε, κύριε Μπάμπη, θα τα καταφέρω», ανέφερε ο μεσήλικας άνδρας καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι. Ο συνδαιτυμόνας του συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση να χουφτώνει την κοπέλα. Εκείνη προσπαθούσε να παραστήσει την ευχαριστημένη, ωστόσο, ο Θεόκλητος Μαρκάτος γνώριζε ότι κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη ήταν.

Βγήκε έξω και γλύτωσε από την κάπνα του μαγαζιού. Όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο σιχαινόταν να βλέπει το αφεντικό της εταιρείας. Όσο μεγάλωνε, τόσο άλλαζε. Ένιωθε το βάρος των πράξεών του να τον βαραίνουν. Εδώ και χρόνια είχε πάψει να χαίρεται με τη δουλειά του. Όλα όσα είχε βιώσει, τον είχαν αλλάξει ριζικά. Δεν ήταν πλέον εκείνος ο πιτσιρικάς που πίστευε ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα. Ήταν ένας μεσήλικας, που έβλεπε τα πράγματα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και αδυνατούσε να βάλει φρένο στον κατήφορο. Μέρα με τη μέρα αναρωτιόταν ποιο ήταν το πραγματικό νόημα της ζωής. Είχε ξεκινήσει, μάλιστα, το διάβασμα σχετικών βιβλίων αυτοβοήθειας για βρει επιτέλους μια απάντηση.

Άνοιξε το κινητό του και κοίταξε τις κλήσεις του. Ήταν τουλάχιστον πέντε από την Ειρήνη, εκείνη την πιτσιρίκα που είχε γνωρίσει πριν από περίπου δύο μήνες. Έβγαιναν αραιά και που για διασκέδαση. Την κυκλοφορούσε σε διάφορα μαγαζιά κι ύστερα εκείνη του καθόταν. Τις πρώτες φορές ένιωθε ηδονή, ένιωθε ένα περίεργο σκίρτημα. Όλα αυτά κράτησαν για λίγο, συγκεκριμένα για επτά εξόδους. Από κι ύστερα έβγαινε μαζί της γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει. Όλες αυτές οι ανούσιες σχέσεις τον είχαν εξουθενώσει. Έπρεπε κάποια στιγμή να πει ένα μεγαλόπρεπο όχι στην κωλοζωή που έκανε. Ποθούσε επιτέλους να βρει κάτι, το οποίο θα τον έβγαζε από το σκοτάδι. Θα τον οδηγούσε στο φως, στην ευτυχία.

Συνέχισε να ανεβαίνει τον δρόμο με ταχύ βήμα. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει για να σώσει τον εαυτό του. Το είχε κάνει στο παρελθόν ακόμα μία φορά, αλλά δεν ήξερε αν μπορούσε πλέον και μετά από τόσο αγώνα, να πάρει την απόφαση να τα παρατήσει.

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Το σήκωσε.

«Που είσαι μωρό μου; Που θέλεις να πάμε απόψε;» ρώτησε με γλυκιά φωνή. Είχε φτάσει τόσο κοντά στην επιτυχία. Δεν θα τα παρατούσε. Δεν υπήρχε πλέον επιστροφή.

«Έρχομαι να σε πάρω», είπε επιταχύνοντας το βήμα του.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Οι τιμές των βιβλίων στο Μάντσεστερ

Εδώ και κάποιες μέρες, βρίσκομαι στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Μάντσεστερ λόγω πασχαλινών διακοπών. Με αφορμή την επίσκεψή μου στην ενδιαφέρουσα πόλη του Ηνωμένου Βασιλείου, επισκέφτηκα αρκετά βιβλιοπωλεία και μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα από την ποικιλία καθώς και από τις τιμές. Δεν ξέρω εις βάθος το καθεστώς που επικρατεί στην Αγγλία, αλλά είναι γεγονός ότι τα βιβλία έχουν γενικότερα χαμηλότερες τιμές από εκείνα στην Ελλάδα, ενώ κυκλοφορούν κάποιοι τίτλοι και σε ορισμένα μεγάλα σούπερ-μάρκετ, τα οποία θυμίζουν περισσότερο πολυκαταστήματα παρά σούπερ-μάρκετ. Σ' ένα τέτοιο μαγαζί βρήκα το καινούριο έργο του Τζον Κόνολι, "A Time of Torment", το οποίο δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στη χώρα μας. Μαζί του υπήρχε και το "Κάθε νεκρό πράγμα", το πρώτο έργο του συγγραφέα με πρωταγωνιστή τον ντέντεκτιβ Τσάρλι Πάρκερ. Η συσκευασία των δύο βιβλίων κόστιζε 8 λίρες. Το πρώτο έργο είναι πιο προσεγμένη έκδοση με σκληρόδετο εξώφυλλο, ενώ το δεύτερο θυμίζει πολύ τις ελληνικές εκδόσεις από τον εκδοτικό οίκο Bell (μπορείτε και τα δύο βιβλία στην παρακάτω φωτογραφία).
Επειδή όμως δεν πρέπει να δημιουργηθούν λάθος εντυπώσεις, όσον αφορά τη διαφορά τιμών συγκριτικά με την Ελλάδα, οφείλω να τονίσω ότι οι ελληνικοί εκδοτικοί χρησιμοποιούν ποιοτικότερο χαρτί κι επομένως παράγουν ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Εδώ, οι περισσότερες εκδόσεις έχουν ένα χαρτί, το οποίο είναι λίγο καλύτερο σε αντοχή και σε υφή από το εφημεριδόχαρτο. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους, που μπορείς να βρεις πρόσφατους τίτλους σε αρκετά χαμηλή τιμή. Επί παραδείγματι ένα κεντρικό βιβλιοπωλείο προσέφερε στη μισή τιμή το καινούριο βιβλίο του Ρόμπερτ Γκάλμπρεϊθ (Τζ. Κ. Ρόουλινγκ), "Career of Evil". Επιπλέον, στο ίδιο κατάστημα βρήκα να πωλούνται έναντι μιας λίρας αντίτυπα της σειράς Αρτέμης Φάουλ και το 4ο βιβλίο από τη σειρά Έραγοκν, "Η Κληρονομιά".
Πέρα από τις τιμές είναι πιο λειτουργικό και το στήσιμο των βιβλιοπωλείων. Υπάρχουν καναπέδες, πολυθρόνες και καρέκλες στο εσωτερικό τους, ώστε ο εν δυνάμει πελάτης να μπορέσει να ξεφυλλίσει με την ησυχία του τα βιβλία που τον ενδιαφέρουν και στη συνέχεια να προσέλθει στο ταμείο. Ορισμένα βιβλιοπωλεία διαθέτουν και καφετερία, όπου μπορεί ο πελάτης να απολαύσει τον καφέ και το ρόφημά του μετά την πολύωρη αναζήτησή του.
Κλείνοντας, νομίζω πως τα βιβλιοπωλεία του Μάντσεστερ είναι πιο έξυπνα στημένα από τα αντίστοιχα ελληνικά, παρέχουν στον μελλοντικό πελάτη περισσότερες δυνατότητες και τίτλους σε πολύ χαμηλές τιμές, κάτι το οποίο θα αργήσει να συμβεί στην Ελλάδα λόγω της έλλειψης συστηματικών αναγνωστών και των μη βιβλιοφιλικών μέτρων που προωθούνται τα τελευταία χρόνια από τις εκάστοτε κυβερνήσεις της χώρας. Επομένως, αν βρεθείτε στην Αγγλία, περάστε από μερικά βιβλιοπωλεία. Νομίζω πως η εμπειρία θα είναι αξέχαστη!

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Οι 17 αποχρώσεις του Τζον Ρέμπους

Ο γνωστός συγγραφέας, Ίαν Ράνκιν, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον Τζον Ρέμπους, τον ήρωα που έμελλε να τον οδηγήσει στο πάνθεον των κορυφαίων της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, αυτή τη φορά η επιστροφή του ιδιόρρυθμου αστυνομικού δεν γίνεται μέσω ενός μυθιστορήματος και μιας μεγάλης περιπέτειας, ως συνήθως, αλλά μέσα από την παρουσίαση 17 αυτοτελών ιστοριών.

Τα διηγήματα του βιβλίου αρχίζουν από το ξεκίνημα της καριέρας του σκωτσέζου αστυνομικού. Το πρώτο, «Ξοφλημένος», θυμίζει έντονα στη θεματολογία του  το μυθιστορήματος «Άγιος ή αμαρτωλός;» και καταπιάνεται ουσιαστικά με τους Αγίους της Σκιώδους Βίβλου, την περίοδο των νεανικών χρόνων του Ρέμπους στην Υπηρεσία, όπου η ομάδα του δεν χρησιμοποιούσε τις ενδεδειγμένες από τον νόμο πρακτικές για να οδηγήσει στη δικαιοσύνη εν δυνάμει παραβάτες του νόμου.

Παράλληλα, στην ιστορία με τίτλο «Μια καλή θηλιά» καλείται να ερευνήσει μια φερόμενη ως αυτοκτονία κατά τη διάρκεια ενός θεατρικού έργου μιας ομάδας. Ο ηθοποιός, που είναι το θύμα, συνδέεται με μια κοπέλα. Αυτή η σχέση θα αποτελέσει το στοιχείο που θα τον οδηγήσει στην εξιχνίαση τους εγκλήματος πάθους, ενώ στην «Κυριακή» παρουσιάζεται μια πιο ανθρώπινη πλευρά του αστυνομικού. Βρίσκεται στο σπίτι του, καθώς είναι μέρα ανάπαυλας και θυμάται μια συγκεκριμένη υπόθεση που αποδεικνύεται ότι τον ταλανίζει τόσο ώστε να πυροδοτεί αντίστοιχες πικρές αναμνήσεις από το παρελθόν.

Και στις 17 ιστορίες του βιβλίου «Φάκελος Ρέμπους οι άγνωστες υποθέσεις», πέρα από τον ιδιόρρυθμο αστυνομικό, πρωταγωνιστικό ρόλο έχει και το Εδιμβούργο. Μέσα από την ανάδειξη του αινιγματικού χαρακτήρα του αστυνομικού θα μπορούσε να λεχθεί ότι σκιαγραφείται και η ψυχοσύνθεση της πόλης. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο τελευταίο κεφάλαιο του συγκεκριμένου έργου ο Ράνκιν αναφέρεται αναλυτικά στη σύλληψη της φιγούρας του Τζον Ρέμπους και την αγάπη του για την πόλη, που τον ενέπνευσε να φτάσει στη λογοτεχνική καταξίωση. Ο ίδιος, μεταξύ άλλων, αναφέρει:

«…Ως θέμα η πόλη φαίνεται να είναι ανεξάντλητη. Στο κάτω κάτω είναι μία πόλη από λέξεις. Σε ποιο άλλο μέρος του κόσμου θα βρίσκατε τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό να έχει πάρει το όνομά του από ένα μυθιστόρημα (Γουέιβερλι) και ένα τεράστιο οικοδόμημα στο κέντρο της πόλης να είναι αφιερωμένο στον συγγραφέα αυτού του έργου…».

Εν ολίγοις, το «Φάκελος Ρέμπους οι άγνωστες υποθέσεις» πρόκειται για ένα έργο αφιερωμένο στον Τζον Ρέμπους και στο Εδιμβούργο. Ο αναγνώστης στις περίπου 500 σελίδες του έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει εις βάθος τον ίδιο τον δημιουργό, το δημιούργημά του, αλλά και την πρωτεύουσα της Σκωτίας. Ενδείκνυται για όλους όσους είναι θαυμαστές του συγγραφέα, αλλά και για εκείνους που θέλουν να έρθουν σε μια πρώτη επαφή με το έργο του.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.