Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Το κοράκι και η κανάτα


              Ένα διψασμένο κοράκι είδε μια κανάτα που είχε μέσα λίγο νερό. Μα το κοράκι δεν μπορούσε να ρουφήξει το νερό με το ράμφος του. Προσπάθησε, προσπάθησε και προσπάθησε μα ο κόπος πήγε στα χαμένα.
               Ύστερα όμως συλλογίστηκε κάτι. Πήρε ένα χαλίκι και το έριξε μέσα στην κανάτα. Πήρε έπειτα πάλι κι άλλο χαλίκι, κι άλλο, κι άλλο. Στο τέλος είδε πως το νερό άρχισε να ανεβαίνει. Έριξε λοιπόν κάμποσα χαλίκια, κι έτσι μπόρεσε να πιεί νερό 
        

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Μια Συνηθισμένη Μέρα


        Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, ο Αντώνης προχωρούσε στο δρόμο με γρήγορο βήμα. Πήγαινε στο πάρκο με την εφημερίδα ανά χείρας για να διαβάσει τα τεκταινόμενα της καθημερινότητας που είχαν αλλάξει απότομα τη ζωή του προς το χειρότερο. Ήταν πια ογδόντα πέντε ετών. Παιδιά δεν είχε κάνει, φίλους είχε αλλά και αυτοί βρίσκονταν στο πρώτο νεκροταφείο των Αθηνών.
        Πρέπει πια να έβγαιναν από τους τάφους τους τα μεσάνυχτα όπως ισχυρίζονταν οι δεισιδαιμονίες σαν ψυχές. Όλες μαζί θα συζήταγαν για τις χαρές και τις λύπες της μεταθανάτιες ζωής. Εκεί, ανάμεσα στις ψυχές, ανάμεσα στα φαντάσματα, ανάμεσα στους φίλους του θα υπήρχε ένας μυστήριος άνθρωπος, με σκοτεινό βλέμμα που θα του είχε ανατεθεί το έργο να οδηγεί τις ψυχές πέρα από την πύλη που φύλαγε το τρικέφαλο τέρας, ο Κέρβερος. Ναι, έπρεπε να υπάρχει ένας τέτοιος άνθρωπος, ένα δαιμόνιο, ένα τελώνιο που ονομαζόταν είτε Άδης είτε  Χάρος είτε Θάνατος. Άλλωστε είχε πολλά ονόματα, πολλές μορφές. Ήταν όμως έτσι τα πράγματα ή μήπως οι δεισιδαιμονίες μαζί με τις προκαταλήψεις είχαν οδηγήσει σε αυτή την εσφαλμένη αντίληψη την πλειοψηφία των ανθρώπων;
            Ο φόβος για το θάνατο ήταν κάτι γνώριμο για όλους τους ηλικιωμένους τουλάχιστον. Έτσι, και ο ίδιος φοβόταν τον Κάτω Κόσμο, το βασίλειο του Ερέβους. Όταν ήταν μικρός όμως θυμόταν να διατυμπανίζει με περισσή ευκολία ότι δεν φοβόταν να κοπεί το νήμα της ζωής του. Ναι, θυμόταν σαν να ήταν χτες τα μεγάλα λόγια που έλεγε στη Μαρία, τη μητέρα του: «Εγώ δεν πρόκειται να φοβηθώ ποτέ το θάνατο, γιατί όποιος φοβάται το θάνατο είναι δειλός, άνανδρος ». Έτσι είναι όμως όταν είσαι νέος, η αφέλεια και η γενναιότητα πληθύνουν, καθώς και ο αστοχασμός μαζί με την απερισκεψία.
           Επιτέλους, έφτασε στο πάρκο, του είχε πάρει περισσότερο χρόνο από ότι συνήθως. Κάθισε στο παγκάκι του και άνοιξε να διαβάσει την εφημερίδα του. Διάβαζε για ώρες χωρίς να κοιτάζει γύρω του. Έτσι ήταν ο Αντώνης, αν κάτι του κέντριζε το ενδιαφέρον χανόταν με τις ώρες σε κόσμους μαγικούς, σε κόσμους που αποτελούνταν από πνευματικές αναζητήσεις και φιλοσοφικά ερωτήματα.
            Κάποια στιγμή, ένας νέος άνθρωπος με μαύρα μαλλιά και καστανά μάτια κάθισε δίπλα στον Αντώνη. Ο Αντώνης σταμάτησε να διαβάζει, στράφηκε αμέσως προς το νεαρό άνδρα. Είχε πολύ καιρό να κάτσει κάποιος μαζί του στο παγκάκι του.
           «Τι θες»; Είπε ο ηλικιωμένος με απειλητικό ύφος.
           Ο «ξένος» τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Το πρόσωπο του Αντώνη έγινε ξάφνου από αυστηρό μαλακό. Ο νέος τον κοίταζε επίμονα σαν να γνώριζε όχι μόνο ποιος ήταν, αλλά και τις συνήθειες του, το βίο του. Ίσως να ήταν κάποιος «φίλος» από τα παλιά.
            «Θα ήθελα να πάμε μια βόλτα». Είπε ο νεαρός με ευγενικό τρόπο προσέχοντας να επιτύχει το σκοπό του.
             Ο Αντώνης τον κοίταξε πιο εξονυχιστικά. Ο νέος του φάνταζε γνώριμο πρόσωπο. Ίσως να είχαν γνωριστεί σε κανέναν γάμο ή σε κάποια κοσμική εκδήλωση, αλλά σε κάτι ανάλογο είχε να πάει εδώ και πέντε χρόνια περίπου. Το παλικάρι αυτό θα έπρεπε να ήταν τότε γύρω στα δεκαεπτά, αν όντως είχαν γνωριστεί.
             «Τι ηλικία έχεις»; Ρώτησε ο Αντώνης με φιλικό τόνο στη φωνή.
             «Εξαρτάται». Απάντησε  το παλικάρι χαμογελώντας πάντα.
              Ο γηραιότερος σώπασε, καθώς η απάντηση του νέου τον ξάφνιασε. Σίγουρα κάποτε, κάπου πρέπει να είχαν γνωριστεί. Πάντως, είχε καιρό να πάει βόλτα. Τόσα χρόνια είχε μείνει μόνος του, με μια εφημερίδα στο χέρι να πηγαίνει καθημερινά στο πάρκο, γιατί με αυτό τον τρόπο πίστευε ότι συμμετείχε κάπως στο κοινωνικό γίγνεσθαι που με τόσο μεγάλη ευκολία του είχε κλείσει στο πρόσωπο την πόρτα. Η ζωή του ήταν πλέον μίζερη, καθώς δεν είχε πια ούτε χαρές μα ούτε και καμία συντροφιά. Ζούσε ολομόναχος μέσα σ’ αυτή την αστική ζούγκλα.
             Συνεπαρμένος απ’ αυτές τις σκέψεις κοίταξε το παλικάρι βαθιά μέσα στα καστανά του μάτια. Η καλοσύνη που αντίκρισε εκεί τον έκαναν να αποφασίσει τελικά να τον ακολουθήσει σε μια βόλτα.
            «Θα έρθω μαζί σου.» Είπε ο Αντώνης και έκλεισε την εφημερίδα.
            Ο νεαρός χαμογέλασε γαλήνια και του έπιασε με ζέση το χέρι. Τα μάτια του ηλικιωμένου έκλεισαν, το κεφάλι του έγειρε στο πλάι. Η εφημερίδα έπεσε στο πάτωμα και ο αέρας την παρέσυρε μακριά.
            Ο Αντώνης ηλικίας ογδόντα πέντε ετών από το Βαρδάρη είχε ακολουθήσει το «φίλο» του για μια βόλτα που δεν είχε γυρισμό…

Πηγή: http://www.onestory.gr/post/20671659682

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

O μύθος του σεισμού του Shimabara


Πριν 250 χρόνια ήταν ένας πολύ συμπονετικός, ευγενικός και αξιαγάπητος γιατρός που ζούσε στο χωριό Kata (Kata σημαίνει βόρεια) στις πλευρές του βουνού. Μια μέρα συνάντησε κάτι παιδιά που πλήγωναν ένα μεγάλο λευκό φίδι. Αφού έδιωξε τα παιδιά, περιέθαλψε το φίδι, ώσπου να γιατρευτούν οι πληγές του. 

Μερικές μέρες αργότερα μια περαστική ταξιδιώτισσα σταμάτησε στο σπίτι του γιατρού. Ο γιατρός και η γυναίκα δεν άργησαν να ερωτευτούν και να παντρευτούν. Σύντομα απέκτησαν ένα όμορφο μωράκι και ζούσαν μαζί ευτυχισμένοι.

Μια μέρα που ο γιατρός επέστρεψε από τη δουλειά στο σπίτι του νωρίτερα, άνοιξε την πόρτα και είδε το μεγάλο λευκό φίδι να αγκαλιάζει στοργικά το μωρό. Το φίδι ξαφνιάστηκε και αμέσως μεταμορφώθηκε στη γυνάικα του γιατρού. Του είπε μς δάκρυα στα μάτια: "Τώρα που είδες ποια είμαι στα αλήθεια πρέπει να φύγω. Δεν μπορούμε να είμαστε άλλο μαζί". Πριν φύγει όμως, έδωσε στο παιδί μια μαγική σφαίρα και του είπε: "όποτε νιώθεις μοναξιά ή λύπη παίξε με τη σφαίρα και τα δάκρυά σου θα σταματήσουν". Το παιδάκι έπαζε με τη σφαίρα κάθε μέρα και δεν έκλαιγε για την όμορφη μητέρα του.

Μια μέρα ένας εφοριακός πέρασε από το σπίτι, είδε τη σφαίρα και την πήρε. Τότε το παιδί άρχισε να κλαίει ασταμάτητα. Ο γιατρός βρήκε το φίδι και του είπε ότι η σφαίρα είχε κλαπεί. Το φίδι στενοχωρέθηκε πολύ, αλλά έδωσε άλλη μια σφαίρα στο γιατρό. Έτσι, για λίγο καιρό το παιδάκι έπαιζε χαρούμενο με την καινούρια του σφαίρα. 

Όμως μια μέρα ένας κυβερνητικός υπάλληλος πέρασε από το σπίτι και έκλεψε την πολύτιμη σφαίρα. Όταν η γυναίκα-φίδι έμαθε ότι και η δεύτερη σφαίρα είχε κλαπεί, θύμωσε πάρα πολύ. Είπε στο σύζυγό της: "Για να μάθεις την αλήθεια, αυτές οι σφαίρες ήταν τα μάτια μου. Τώρα που έχω δώσει και τα δυο μου μάτια, δεν έχω άλλο τίποτα να δώσω". Τραντάχτηκε με θυμό και το ίδιο τραντάχτηκε και το βουνό. Ένας δυνατός σεισμός κούνησε το βουνό και έκανε το ηφαίστειο να εκραγεί. Στάχτη και τεράστιοι βράχοι πετάχτηκαν από το ηφαίστειο και κάλυψαν το χωριό. Ένα γιγάντιο τσουνάμι ήρθε από τη θάλασσα και κατέπνιξε όσους γλίτωσαν από τη στάχτη και τους βράχους. Όμως το σπίτι του γιατρού παρέμεινε ασφαλές. Αυτός και το παιδί του έζησαν για να φροντίσουν τους επιζήσαντες και να ξαναχτίσουν το χωριό.


Ο μύθος αυτός προσπαθεί να εξηγήσει το σεισμό του 1792, ο οποίος προκάλεσε την έκρηξη του ηφαιστείου του Shimabara και το τσουνάμι. Ο σεισμός, το ηφαίστειο και το τσουνάμι μαζί σκότωσαν 15.000 άτομα. Το 1990 νέα έκρηξη κατέστρεψε 300 σπίτια και σκότωσε 40 ανθρώπους, ενώ η στάχτη κάλυψε την πόλη για 5 χρόνια. 


Mύθοι από την Ιαπωνία-O μύθος του γατόψαρου



Στη Ιαπωνία πιστεύεται πως οι σεισμοί προκαλούνται από το namazu, ένα γατόψαρο. 

ο μύθος με λίγα λόγια... 

Ένα τεράστιο γατόψαρο που ονομάζεται namazu ξαπλώνει κουλουριασμένο στο βυθό της θάλασσας, με τα νησιά της Ιαπωνίας να βρίσκονται πάνω στη ράχη του. Ο ημίθεος daimyojin, ο οποίος προστατεύει την Ιαπωνία από τους σεισμούς, βαστάει ένα βαρύ βράχο πάνω από το κεφάλι του γατόψαρου, έτσι ώστε να το εμποδίζει να κινηθεί. Κάθε φορά που ο daimyojin αφήνει το καθήκον του για ένα λεπτό ή αφαιρείται, το namazu κινείται και η γη από πάνω του τρέμει. 


Μετά το σεισμό του Great Edo στο Τόκιο, το 1855, κυκλοφόρησαν πολλά αντιτυπα εικόνων σχετικών με το σεισμό και το γατόψαρο. Στη συγκεκριμένη εικόνα, όπως αναφέρει το Ίδρυμα Σεισμικής ΄Ερευνας στο Πανεπιστήμιου του Τόκιο, ο θεός των σεισμών Kashima Deity πιέζει το τεράσιο γατόψαρο με ένα καντάνα.. Οι άνθρωποι γύρω από τον θεό προσκυνούν και τον ευγνομονούν. Η εικόνα αυτή κυκλοφόρησε σαν φυλαχτό σε όσους φοβούνται τους σεισμούς και θέλουν να ξορκίσουν το γατόψαρο.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΕΥΡΩ


Μια ηλιόλουστη μέρα ο Γιάννης, καθηγητής αγγλικών στο επάγγελμα, πήγαινε να αγοράσει τον καινούργιο του υπολογιστή. Ήταν χαρούμενος, γιατί περίμενε εδώ και καιρό, συγκεκριμένα τρία ολόκληρα χρόνια, για να μαζέψει τα λεφτά ώστε να απαλλαγεί από εκείνο το μαύρο κουτί που του είχαν δωρίσει οι γονείς του όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο. Από τότε είχαν περάσει επτά χρόνια. Τώρα πια, στην ηλικία των εικοσιπέντε χρονών περπάταγε προς το πολυκατάστημα. Επιτέλους θα εκπλήρωνε ένα όνειρο και θα αποκτούσε ένα πολύτιμο εργαλείο για τη δουλειά του. Στα χέρια του κρατούσε τα ευρώ. Πρέπει να ήταν περίπου πεντακόσια ευρώ, που τα μάζεψε λίγα- λίγα, μήνα με μήνα, με κόπο και στερήσεις. Λίγο πριν μπει στο πολυκατάστημα τον πλησίασε ένας άστεγος. Τον ακούμπησε με ένα αιχμηρό αντικείμενο στην πλάτη. «Αν κουνηθείς θα σε σκοτώσω». Είπε παγερά ο ζητιάνος. «Τι θέλεις;» ρώτησε φανερά τρομαγμένος ο Γιάννης. «Πάμε σε εκείνο το σοκάκι και εκεί θα μου δώσεις τα χρήματα». Ο Γιάννης έγνεψε καταφατικά και κατευθύνθηκε προς το μέρος που του είχε υποδείξει ο ζητιάνος. Περπατούσε αργά, γιατί προσπαθούσε αγωνιωδώς να βρει μια λύση. Τον ήθελε τον υπολογιστή, δεν έπρεπε να χάσει τα ευρώ. Έφτασαν στο σοκάκι και τότε ο Γιάννης άρχισε να τρέχει με όση δύναμη είχε. Έπρεπε να ξεφύγει από τον διώκτη, γιατί ήθελε τον υπολογιστή, ήθελε το όνειρό του. Μια σφαίρα έφυγε, τον βρήκε στο πόδι, έπεσε στην άσφαλτο. Ο αλήτης τον πλησίασε, έσκυψε βάζοντας την κάννη στο πρόσωπό του. Τα κατάφερε, πήρε τα οκτακόσια ευρώ και ξεκίνησε με αργό βηματισμό να απομακρύνετε από το σοκάκι. Είχε ξεχάσει όμως ότι ο Γιάννης ήθελε τα χρήματα. Όρμησε πάνω στον κλέφτη. Ακολούθησε μια άγρια συμπλοκή. Το πιστόλι πυροβόλησε δυο φορές. Δύο σφαίρες έφυγαν. Δύο κορμιά έπεσαν στην άσφαλτο, το ένα δίπλα στο άλλο. Πέρασαν τρεις ώρες ώσπου κάποιος να δει τα πτώματα και να ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο υπαστυνόμος Ρήγας έφτασε μαζί με το δεξί του χέρι τον Παύλο στο τόπο του εγκλήματος. Κοίταξε παγερά τα πτώματα. Ο ένας ήταν ένας ζητιάνος, ένας αλήτης του δρόμου. Ο δεύτερος ήταν ένας καθώς πρέπει κύριος, ένας καλός πολίτης. «Ο Γιάννης Μάργαρης είχε κάνει ανάληψη πριν από κάποιες ώρες. Είχε πάρει οκτακόσια ευρώ, επειδή ήθελε να “χτυπήσει” ένα νέο υπολογιστή.» είπε ο αστυνόμος υποδεικνύοντας στο Ρήγα τον καθώς πρέπει κύριο. Ξαφνικά ακούστηκε ένας χαρακτηριστικός ήχος που ερχόταν από την τσέπη του Μάργαρη. Ο Ρήγας έσκυψε και έπιασε με προσοχή το κινητό. Έχετε ένα νέο μήνυμα έγραφε η φωτεινή οθόνη. Εκείνος διάβασε αμέσως το μήνυμα: «Μωρό μου, είμαι έγκυος» έγραφε. « Είδες τελικά πόσο κακό πράγμα είναι η ύλη; Αυτός εδώ ο άνθρωπος έχασε τη ζωή του για μια χούφτα ευρώ. Ούτε καν τη γέννηση του παιδιού του δεν θα αξιωθεί να δει» είπε ο υπαστυνόμος κάπως λυπημένα. Ύστερα όμως, έσκυψε, πήρε τα πεντακόσια ευρώ και έδωσε τα μισά στο σύντροφό του. Εκείνος τον κοίταξε απορημένος, αλλά ο υπαστυνόμος του είπε με αυστηρό τόνο : «Πάρ’τα αθεόφοβε, δύο άνθρωποι πέθαναν για αυτά. Δεν είναι κρίμα να τα αφήσουμε; Άλλωστε κανείς δεν θα ενδιαφερθεί για τόσα λίγα φράγκα». Έτσι, ο Παύλος ο αστυνόμος άπλωσε τη χούφτα του και τη γέμισε με τα ευρώ. Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Ιστορία από τους Εσκιμώους- Πως δημιουργήθηκαν οι αρκούδες


Πριν από πολλά χρόνια ζούσε σε μια φυλή Εσκιμώων ένα παιδί που λάτρευε να περνάει τον περισσότερο χρόνο της μέρας του στο δάσος. Οι γονείς του με την πάροδο του χρόνου ανησυχούσαν όλο και περισσότερο, καθώς το παιδί πέρναγε πια ελάχιστες ώρες με την οικογένειά του. Οι γονείς του τον ρώτησαν γιατί απαρνιόταν την οικογένειά του και προτιμούσε να παραμένει στο δάσος. Εκείνο απάντησε ότι δεν απαρνιόταν την οικογένειά του, αλλά ότι το δάσος εξέπεμπε μια μοναδική μαγεία που τον μαγνήτιζε, τον τραβούσε στα βάθη του. Έτσι, κάποια μέρα το παιδί είπε στους γονείς του ότι είχε έρθει πια η μέρα να τους εγκαταλείψει για να μείνει στο δάσος. Εκείνοι προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, μα εκείνος τους εξήγησε ότι είχε έρθει πια η ώρα να φύγει και τίποτα δεν θα τον έκανε να γυρίσει πίσω. Το παιδί όμως επειδή αγαπούσε τους γονείς του τους πρότεινε να έρθουν κι εκείνοι να μείνουν στο δάσος. Όλη λοιπόν η οικογένεια βγήκε από την καλύβα. Το παιδί προχωρούσε πρώτο και οι άλλοι τον ακολουθούσαν κατά πόδας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της φυλής βγήκαν για να αποχαιρετήσουν την οικογένεια. Όμως, προς μεγάλη τους έκπληξη καθώς η οικογένεια πλησίαζε προς το δάσος τρίχες φύτρωναν σε όλο τους το σώμα, με αποτέλεσμα τελικά να μεταμορφωθούν σε αρκούδες. Αυτές ήταν λοιπόν οι πρώτες αρκούδες του κόσμου σύμφωνα με τους Εσκιμώους.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Ινδιάνικο παραμύθι- Οι δύο λύκοι


Ένα βράδυ ένας γέρος της φυλής Τσερόκι,μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στηνψυχή των ανθρώπων. Είπε:“Γιε μου, η μάχη γίνεται μεταξύ δυο ’λύκων’που υπάρχουν μέσα σε όλους μας”Ο ένας είναι το Κακό. – Είναι ο θυμός, η ζήλια, ηθλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία,η αυτολύπηση, η ενοχή, η προσβολή, η κατωτερότητα,τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.Ο άλλος είναι το Καλό. – Είναι η χαρά, η ειρήνη, ηαγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη,η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, ηγενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία και η πίστη στο Θεό.’Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετάρώτησε τον παππού του: “Ποιος λύκος νικάει;”Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά: “Αυτός που ταΐζεις"

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Άνεμος - Iνδιάνικο Παραμύθι


Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:"Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου?""Όχι" του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της,"Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του?""Όχι", της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. "Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του."Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο."Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα", σκέφτηκε δυνατά. Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ' όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακρυά τους.Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά. Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του.Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σαν μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει.Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό."Έλα μαζί μου," άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. "Ας αναποδογυρίσει", σκέφτηκε. "Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά." Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό."Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου", φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει."Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα" έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχθούν μέσα στα αντίσκηνα τους.Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι.