Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Μια Συνηθισμένη Μέρα


        Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, ο Αντώνης προχωρούσε στο δρόμο με γρήγορο βήμα. Πήγαινε στο πάρκο με την εφημερίδα ανά χείρας για να διαβάσει τα τεκταινόμενα της καθημερινότητας που είχαν αλλάξει απότομα τη ζωή του προς το χειρότερο. Ήταν πια ογδόντα πέντε ετών. Παιδιά δεν είχε κάνει, φίλους είχε αλλά και αυτοί βρίσκονταν στο πρώτο νεκροταφείο των Αθηνών.
        Πρέπει πια να έβγαιναν από τους τάφους τους τα μεσάνυχτα όπως ισχυρίζονταν οι δεισιδαιμονίες σαν ψυχές. Όλες μαζί θα συζήταγαν για τις χαρές και τις λύπες της μεταθανάτιες ζωής. Εκεί, ανάμεσα στις ψυχές, ανάμεσα στα φαντάσματα, ανάμεσα στους φίλους του θα υπήρχε ένας μυστήριος άνθρωπος, με σκοτεινό βλέμμα που θα του είχε ανατεθεί το έργο να οδηγεί τις ψυχές πέρα από την πύλη που φύλαγε το τρικέφαλο τέρας, ο Κέρβερος. Ναι, έπρεπε να υπάρχει ένας τέτοιος άνθρωπος, ένα δαιμόνιο, ένα τελώνιο που ονομαζόταν είτε Άδης είτε  Χάρος είτε Θάνατος. Άλλωστε είχε πολλά ονόματα, πολλές μορφές. Ήταν όμως έτσι τα πράγματα ή μήπως οι δεισιδαιμονίες μαζί με τις προκαταλήψεις είχαν οδηγήσει σε αυτή την εσφαλμένη αντίληψη την πλειοψηφία των ανθρώπων;
            Ο φόβος για το θάνατο ήταν κάτι γνώριμο για όλους τους ηλικιωμένους τουλάχιστον. Έτσι, και ο ίδιος φοβόταν τον Κάτω Κόσμο, το βασίλειο του Ερέβους. Όταν ήταν μικρός όμως θυμόταν να διατυμπανίζει με περισσή ευκολία ότι δεν φοβόταν να κοπεί το νήμα της ζωής του. Ναι, θυμόταν σαν να ήταν χτες τα μεγάλα λόγια που έλεγε στη Μαρία, τη μητέρα του: «Εγώ δεν πρόκειται να φοβηθώ ποτέ το θάνατο, γιατί όποιος φοβάται το θάνατο είναι δειλός, άνανδρος ». Έτσι είναι όμως όταν είσαι νέος, η αφέλεια και η γενναιότητα πληθύνουν, καθώς και ο αστοχασμός μαζί με την απερισκεψία.
           Επιτέλους, έφτασε στο πάρκο, του είχε πάρει περισσότερο χρόνο από ότι συνήθως. Κάθισε στο παγκάκι του και άνοιξε να διαβάσει την εφημερίδα του. Διάβαζε για ώρες χωρίς να κοιτάζει γύρω του. Έτσι ήταν ο Αντώνης, αν κάτι του κέντριζε το ενδιαφέρον χανόταν με τις ώρες σε κόσμους μαγικούς, σε κόσμους που αποτελούνταν από πνευματικές αναζητήσεις και φιλοσοφικά ερωτήματα.
            Κάποια στιγμή, ένας νέος άνθρωπος με μαύρα μαλλιά και καστανά μάτια κάθισε δίπλα στον Αντώνη. Ο Αντώνης σταμάτησε να διαβάζει, στράφηκε αμέσως προς το νεαρό άνδρα. Είχε πολύ καιρό να κάτσει κάποιος μαζί του στο παγκάκι του.
           «Τι θες»; Είπε ο ηλικιωμένος με απειλητικό ύφος.
           Ο «ξένος» τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Το πρόσωπο του Αντώνη έγινε ξάφνου από αυστηρό μαλακό. Ο νέος τον κοίταζε επίμονα σαν να γνώριζε όχι μόνο ποιος ήταν, αλλά και τις συνήθειες του, το βίο του. Ίσως να ήταν κάποιος «φίλος» από τα παλιά.
            «Θα ήθελα να πάμε μια βόλτα». Είπε ο νεαρός με ευγενικό τρόπο προσέχοντας να επιτύχει το σκοπό του.
             Ο Αντώνης τον κοίταξε πιο εξονυχιστικά. Ο νέος του φάνταζε γνώριμο πρόσωπο. Ίσως να είχαν γνωριστεί σε κανέναν γάμο ή σε κάποια κοσμική εκδήλωση, αλλά σε κάτι ανάλογο είχε να πάει εδώ και πέντε χρόνια περίπου. Το παλικάρι αυτό θα έπρεπε να ήταν τότε γύρω στα δεκαεπτά, αν όντως είχαν γνωριστεί.
             «Τι ηλικία έχεις»; Ρώτησε ο Αντώνης με φιλικό τόνο στη φωνή.
             «Εξαρτάται». Απάντησε  το παλικάρι χαμογελώντας πάντα.
              Ο γηραιότερος σώπασε, καθώς η απάντηση του νέου τον ξάφνιασε. Σίγουρα κάποτε, κάπου πρέπει να είχαν γνωριστεί. Πάντως, είχε καιρό να πάει βόλτα. Τόσα χρόνια είχε μείνει μόνος του, με μια εφημερίδα στο χέρι να πηγαίνει καθημερινά στο πάρκο, γιατί με αυτό τον τρόπο πίστευε ότι συμμετείχε κάπως στο κοινωνικό γίγνεσθαι που με τόσο μεγάλη ευκολία του είχε κλείσει στο πρόσωπο την πόρτα. Η ζωή του ήταν πλέον μίζερη, καθώς δεν είχε πια ούτε χαρές μα ούτε και καμία συντροφιά. Ζούσε ολομόναχος μέσα σ’ αυτή την αστική ζούγκλα.
             Συνεπαρμένος απ’ αυτές τις σκέψεις κοίταξε το παλικάρι βαθιά μέσα στα καστανά του μάτια. Η καλοσύνη που αντίκρισε εκεί τον έκαναν να αποφασίσει τελικά να τον ακολουθήσει σε μια βόλτα.
            «Θα έρθω μαζί σου.» Είπε ο Αντώνης και έκλεισε την εφημερίδα.
            Ο νεαρός χαμογέλασε γαλήνια και του έπιασε με ζέση το χέρι. Τα μάτια του ηλικιωμένου έκλεισαν, το κεφάλι του έγειρε στο πλάι. Η εφημερίδα έπεσε στο πάτωμα και ο αέρας την παρέσυρε μακριά.
            Ο Αντώνης ηλικίας ογδόντα πέντε ετών από το Βαρδάρη είχε ακολουθήσει το «φίλο» του για μια βόλτα που δεν είχε γυρισμό…

Πηγή: http://www.onestory.gr/post/20671659682

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου