Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΕΥΡΩ


Μια ηλιόλουστη μέρα ο Γιάννης, καθηγητής αγγλικών στο επάγγελμα, πήγαινε να αγοράσει τον καινούργιο του υπολογιστή. Ήταν χαρούμενος, γιατί περίμενε εδώ και καιρό, συγκεκριμένα τρία ολόκληρα χρόνια, για να μαζέψει τα λεφτά ώστε να απαλλαγεί από εκείνο το μαύρο κουτί που του είχαν δωρίσει οι γονείς του όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο. Από τότε είχαν περάσει επτά χρόνια. Τώρα πια, στην ηλικία των εικοσιπέντε χρονών περπάταγε προς το πολυκατάστημα. Επιτέλους θα εκπλήρωνε ένα όνειρο και θα αποκτούσε ένα πολύτιμο εργαλείο για τη δουλειά του. Στα χέρια του κρατούσε τα ευρώ. Πρέπει να ήταν περίπου πεντακόσια ευρώ, που τα μάζεψε λίγα- λίγα, μήνα με μήνα, με κόπο και στερήσεις. Λίγο πριν μπει στο πολυκατάστημα τον πλησίασε ένας άστεγος. Τον ακούμπησε με ένα αιχμηρό αντικείμενο στην πλάτη. «Αν κουνηθείς θα σε σκοτώσω». Είπε παγερά ο ζητιάνος. «Τι θέλεις;» ρώτησε φανερά τρομαγμένος ο Γιάννης. «Πάμε σε εκείνο το σοκάκι και εκεί θα μου δώσεις τα χρήματα». Ο Γιάννης έγνεψε καταφατικά και κατευθύνθηκε προς το μέρος που του είχε υποδείξει ο ζητιάνος. Περπατούσε αργά, γιατί προσπαθούσε αγωνιωδώς να βρει μια λύση. Τον ήθελε τον υπολογιστή, δεν έπρεπε να χάσει τα ευρώ. Έφτασαν στο σοκάκι και τότε ο Γιάννης άρχισε να τρέχει με όση δύναμη είχε. Έπρεπε να ξεφύγει από τον διώκτη, γιατί ήθελε τον υπολογιστή, ήθελε το όνειρό του. Μια σφαίρα έφυγε, τον βρήκε στο πόδι, έπεσε στην άσφαλτο. Ο αλήτης τον πλησίασε, έσκυψε βάζοντας την κάννη στο πρόσωπό του. Τα κατάφερε, πήρε τα οκτακόσια ευρώ και ξεκίνησε με αργό βηματισμό να απομακρύνετε από το σοκάκι. Είχε ξεχάσει όμως ότι ο Γιάννης ήθελε τα χρήματα. Όρμησε πάνω στον κλέφτη. Ακολούθησε μια άγρια συμπλοκή. Το πιστόλι πυροβόλησε δυο φορές. Δύο σφαίρες έφυγαν. Δύο κορμιά έπεσαν στην άσφαλτο, το ένα δίπλα στο άλλο. Πέρασαν τρεις ώρες ώσπου κάποιος να δει τα πτώματα και να ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο υπαστυνόμος Ρήγας έφτασε μαζί με το δεξί του χέρι τον Παύλο στο τόπο του εγκλήματος. Κοίταξε παγερά τα πτώματα. Ο ένας ήταν ένας ζητιάνος, ένας αλήτης του δρόμου. Ο δεύτερος ήταν ένας καθώς πρέπει κύριος, ένας καλός πολίτης. «Ο Γιάννης Μάργαρης είχε κάνει ανάληψη πριν από κάποιες ώρες. Είχε πάρει οκτακόσια ευρώ, επειδή ήθελε να “χτυπήσει” ένα νέο υπολογιστή.» είπε ο αστυνόμος υποδεικνύοντας στο Ρήγα τον καθώς πρέπει κύριο. Ξαφνικά ακούστηκε ένας χαρακτηριστικός ήχος που ερχόταν από την τσέπη του Μάργαρη. Ο Ρήγας έσκυψε και έπιασε με προσοχή το κινητό. Έχετε ένα νέο μήνυμα έγραφε η φωτεινή οθόνη. Εκείνος διάβασε αμέσως το μήνυμα: «Μωρό μου, είμαι έγκυος» έγραφε. « Είδες τελικά πόσο κακό πράγμα είναι η ύλη; Αυτός εδώ ο άνθρωπος έχασε τη ζωή του για μια χούφτα ευρώ. Ούτε καν τη γέννηση του παιδιού του δεν θα αξιωθεί να δει» είπε ο υπαστυνόμος κάπως λυπημένα. Ύστερα όμως, έσκυψε, πήρε τα πεντακόσια ευρώ και έδωσε τα μισά στο σύντροφό του. Εκείνος τον κοίταξε απορημένος, αλλά ο υπαστυνόμος του είπε με αυστηρό τόνο : «Πάρ’τα αθεόφοβε, δύο άνθρωποι πέθαναν για αυτά. Δεν είναι κρίμα να τα αφήσουμε; Άλλωστε κανείς δεν θα ενδιαφερθεί για τόσα λίγα φράγκα». Έτσι, ο Παύλος ο αστυνόμος άπλωσε τη χούφτα του και τη γέμισε με τα ευρώ. Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου