Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Ουρασίμα Τάρο


Λαϊκό παραμύθι της Ιαπωνίας, από τη συλλογή της Yei Theodora Ozaki, 1908

Τα πολύ παλιά χρόνια ζούσε στην Ιαπωνία ένας νεαρός ψαράς που λεγόταν Ουρασίμα Τάρο. Και ακόμα πιο παλιά, ο πατέρας του ήταν κι εκείνος ψαράς, ψαράς ονομαστός· όμως, ο Ουρασίμα ξεπερνούσε τον πατέρα του τόσο πολύ στην τέχνη αυτή, που η φήμη του είχε απλωθεί πολύ πέρα από το μικρό χωριό του. Λέγανε πως μπορούσε να πιάσει σε μια μέρα πιο πολλά ψάρια απ' όσα έπιαναν δέκα άλλοι σε μια βδομάδα.

Αλλά ο Ουρασίμα δεν ξεχώριζε μονάχα στο ψάρεμα. Οσοι τον ήξεραν, τον αγαπούσαν για την καλή του την καρδιά. Ποτέ δεν είχε βλάψει ούτε και το πιο απαίσιο πλάσμα. Μάλιστα, αν δεν ήταν τα πλάσματα της θάλασσας ο μόνος τρόπος για να βγάζει το ψωμί του, θα ψάρευε πάντα μ' ένα απλό αγκίστρι, ώστε να πιάνει μονάχα όσα ψάρια ήθελαν να πιαστούν. Ποτέ του δεν βασάνισε ζώα όταν ήταν παιδί· αντιθέτως, η τρυφερότητά του προς όλα τα βουβά πλάσματα της Φύσης έκανε τους φίλους του να τον περιγελούν. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να τον πείσει να μετέχει σ' αυτό το άσπλαχνο παιχνίδι που τόσο απολαμβάνουν μερικά παιδιά.

Ενα βράδυ, καθώς ο Ουρασίμα γύριζε σπίτι έπειτα από μια κοπιαστική μέρα στη θάλασσα, είδε μερικά παιδιά να φωνάζουν και να γελούν πάνω από κάτι που τυραννούσαν μες στη μέση του δρόμου: μια θαλάσσια χελωνίτσα. Στριμωγμένο ανάμεσα σ' όλα εκείνα τα παιδιά, που το βασάνιζαν με ξύλα και με πέτρες, το δύστυχο πλάσμα έδειχνε έτοιμο να πεθάνει από τον φόβο του.

Ο Ουρασίμα δεν άντεξε να βλέπει ένα αβοήθητο ζωντανό να υποφέρει και μπήκε ανάμεσά τους.

«Παιδιά», είπε, «δεν είναι σωστό να φέρεστε έτσι σ' ένα άκακο πλάσμα. Θα το σκοτώσετε το καημένο!» Ομως τα παιδιά γελάσανε και, χωρίς να δώσουν σημασία στα λόγια του, συνέχισαν το άσπλαχνο παιχνίδι τους.

Ο Ουρασίμα έμεινε για λίγο σιωπηλός, αναζητώντας έναν τρόπο να πείσει τα παιδιά να του δώσουν τη χελώνα. Στο τέλος, είπε, χαμογελώντας, «Ελάτε, παιδιά! Το ξέρω πως έχετε καλή καρδιά. Θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα' θελα να την αγοράσω τη χελώνα· αν είναι, δηλαδή, δικιά σας».

«Και βέβαια είναι δικιά μας. Εμείς την πιάσαμε», είπαν αυτά με μια φωνή.

«Πολύ ωραία», απάντησε ο Ουρασίμα, βγάζοντας μια χούφτα νομίσματα από την τσέπη του. «Μπορείτε να αγοράσετε πολλά ωραία πράγματα με αυτά εδώ. Τι λέτε;»

Τους χαμογελούσε τόσο γλυκά και μιλούσε τόσο τρυφερά, με τα χρήματα να κουδουνίζουν μπροστά στα μάτια τους, που δεν χρειάστηκε να κοπιάσει για να τα πείσει. Τότε, το μεγαλύτερο από τα αγόρια άρπαξε τη χελώνα και του την έδωσε με το ένα χέρι, ενώ άπλωνε το άλλο για να πάρει τα νομίσματα. Ο Ουρασίμα έμεινε με τη χελώνα στην αγκαλιά του, ενώ τα παιδιά σκόρπιζαν με αλαλαγμούς προς το μαγαζί με τα ζαχαρωτά.

«Καημένη χελωνίτσα!» της ψιθύρισε χαϊδεύοντάς την απαλά για να ηρεμήσει τον φόβο της, «εδώ, μαζί μου, δεν κινδυνεύεις. Θυμήσου, όμως, καλή μου, ότι παρά τρίχα να χάσεις μια ζωή πολύχρονη. Πόσο κρατάει; Δέκα χιλιάδες χρόνια, λένε. Δέκα φορές περισσότερα από τα χρόνια ενός πελαργού. Τώρα αμέσως θα σε πάω πίσω στη θάλασσα, για να κολυμπήσεις μ' όλη σου τη δύναμη και να γυρίσεις στο σπίτι και στους δικούς σου. Να μου υποσχεθείς, όμως, ότι ποτέ ξανά δεν θα αφήσεις να σε πιάσουν». Η χελώνα το υποσχέθηκε με το βλέμμα της. Ηταν τόσο μελαγχολικό και γεμάτο ευγνωμοσύνη, που ο Ουρασίμα ένιωσε πως δεν θα το ξεχνούσε ποτέ.

Την άλλη μέρα, τα χαράματα, ο Ουρασίμα ξεκίνησε με τη βάρκα του για το καθημερινό ψάρεμα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο αέρας γεμάτος από την απαλή, γλυκιά ζέστη του καλοκαιριού. Σκίζοντας τα γαλανά, βαθιά νερά, σύντομα βρέθηκε στ' ανοιχτά, μακριά από τους άλλους ψαράδες. Ηταν τόσο όμορφο το πρωινό, την ώρα που ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και το φως του αντανακλούσε στο νερό, ώστε, όταν σκέφτηκε πόσο μικρή είναι η ζωή του ανθρώπου, ευχήθηκε να είχε χιλιάδες χρόνια για να ζήσει, όπως η χελώνα που είχε σώσει από τ' αγόρια, μία μέρα πριν. Μ' αυτές τις σκέψεις στον νου του, ξαφνιάστηκε από μια γλυκιά φωνή που τον καλούσε με τ' όνομά του. Ηταν σαν ήχος καμπάνας ασημένιας, που έπεφτε από τους ουρανούς.

«Ουρασίμα! Ουρασίμα!»

Κοίταξε τη θάλασσα ολόγυρά του, μήπως και τον φώναζε κάποιος ψαράς από τη βάρκα του, όμως ώς εκεί που μπορούσε να φτάσει το μάτι δεν βρισκόταν κανείς.

«Ουρασίμα! Ουρασίμα!»

Και πάλι ακούστηκε η φωνή, από πιο κοντά. Εσκυψε στο νερό και είδε μια χελώνα να τον κοιτάζει τρυφερά· κι από το βλέμμα της κατάλαβε ότι ήταν η ίδια χελώνα που είχε σώσει από τα παιδιά.

«Συναντιόμαστε, λοιπόν, και πάλι....», της είπε εύθυμα. «Για φαντάσου, να με βρίσκεις στη μέση του ωκεανού! Ομως φέρεσαι απερίσκεπτα. Θέλεις να σε ξαναπιάσουν;»

«Σε έψαχνα», απάντησε η χελώνα, «από το χάραμα, κι όταν σε είδα στη βάρκα σου κολύμπησα ώς εδώ για να σε ευχαριστήσω που μου έσωσες τη ζωή».

«Είσαι πολύ ευγενική», είπε ο Ουρασίμα. «Θέλεις ν' ανεβείς στη βάρκα, να στεγνώσεις τη ράχη σου στον ήλιο και να κουβεντιάσουμε λιγάκι;»

Η χελώνα δέχτηκε μετά χαράς. Σκαρφάλωσε στη βάρκα, κι έπιασαν την κουβέντα. Ξαφνικά, γύρισε προς το μέρος του νεαρού ψαρά και του είπε: «Βάζω στοίχημα ότι δεν έχεις δει ποτέ σου το Ριν Τζιν, το Παλάτι του Βασιλιά της Θάλασσας».

Ο Ουρασίμα έγνεψε αρνητικά: «Δεν έτυχε ποτέ να με καλέσουν».

Η χελώνα διέκρινε το κοροϊδευτικό σπίθισμα στα μάτια του Ουρασίμα: «Δεν νομίζω ότι πιστεύεις πως το Ριν Τζιν είναι πραγματικό. Κι όμως, υπάρχει, βαθιά, πολύ βαθιά, στον πάτο της θάλασσας. Αν στ' αλήθεια θέλεις να δεις το Ριν Τζιν θα σε πάω εγώ εκεί».

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε ο ψαράς, «μα εγώ είμαι άνθρωπος και δεν μπορώ να κολυμπήσω κάτω απ' τη θάλασσα όπως εσύ».

«Δεν είναι απαραίτητο», τον καθησύχασε η χελωνίτσα. «Ανέβα στη ράχη μου και θα κολυμπήσω εγώ».

Ο Ουρασίμα γέλασε. Πώς θα τον κουβαλούσε ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα;

«Σου φαίνεται αστείο;» έκανε η χελώνα. «Ανέβα και θα δεις». Και ξαφνικά, κάτω απ' τα μάτια του Ουρασίμα, η χελώνα άρχισε να μεγαλώνει και να μεγαλώνει, ώσπου έγινε τόσο μεγάλη, ώστε μπορούσε να κουβαλήσει στη ράχη της και δύο και τρεις ανθρώπους.

«Καταπληκτικό!» φώναξε ο ψαράς. «Και βέβαια, φίλη μου, θα 'ρθω μαζί σου».

«Ξεκινάμε», είπε η χελώνα. «Κρατήσου γερά».

Και στη στιγμή βουτήξανε στη θάλασσα κι άρχισαν να βυθίζονται όλο και πιο βαθιά, τόσο που ο Ουρασίμα σκέφτηκε πως ούτε σε χίλια χρόνια δεν θα κατάφερναν να ξαναβγούν στην επιφάνεια. Στο τέλος, είδε κάτωθέ του ν' απλώνεται ένας τόπος υπέρλαμπρος, πόλεις ολόκληρες και χωριά, με όμορφους κήπους γεμάτους αστραφτερά λουλούδια κι ονειρεμένα δέντρα που ανέμιζαν τα κλαδιά τους. Επειτα, πέρασαν από μια απέραντη πράσινη πεδιάδα· στο μακρινότερο άκρο της, σ' ένα χωριό στους πρόποδες ψηλών βουνών, έλαμπαν οι μεγαλόπρεπες πύλες ενός μαγευτικού παλατιού.

«Βλέπεις;» είπε η χελώνα. «Φτάσαμε στο Ριν Τζιν. Πώς νιώθεις;»

«Θαυμάσια», είπε ο Ουρασίμα, συνειδητοποιώντας εκείνη τη στιγμή ότι τα ρούχα του ήταν εντελώς στεγνά κι ότι ούτε για μια στιγμή δεν είχε δυσκολευτεί να ανασάνει.

Πλησίαζαν κι άλλο τη μεγάλη πύλη, και ο Ουρασίμα μπόρεσε να δει στο βάθος, μισοκρυμμένους πίσω από τα δέντρα, τους λαμπερούς θόλους του παλατιού. Ηταν στ' αλήθεια ένας τόπος θαυμαστός· δεν έμοιαζε με κανέναν απ' όσους είχε γνωρίσει στη στεριά. Σταμάτησαν μπροστά σε μια σειρά από κοραλλένια σκαλοπάτια και η χελώνα του ζήτησε να κατεβεί από τη ράχη της.

Ο φύλακας της πύλης, μια μουρούνα, τους σταμάτησε· όμως η χελώνα εξήγησε ότι ο Ουρασίμα ήταν ένας θνητός από το μεγάλο βασίλειο της Ιαπωνίας και είχε έρθει για να επισκεφθεί τον βασιλιά των θαλασσών, και η μουρούνα υποκλίθηκε και τους άφησε να περάσουν.

Βαδίζοντας προς το παλάτι, συνάντησαν τους αυλικούς και τους αξιωματούχους: το δελφίνι, την παλαμίδα, τη γιγάντια σουπιά, το βαθυκόκκινο μπαρμπούνι· ο κέφαλος, η γλώσσα, το σκουμπρί κι άλλα πολλά ψάρια έκαναν ένα βήμα και υποκλίθηκαν ευγενικά μπρος στη χελώνα. Εδειξαν μάλιστα τέτοιο σεβασμό, που ο Ουρασίμα αναρωτήθηκε τι θέση, αλήθεια, να κατείχε η χελώνα σ' αυτό το βασίλειο του βυθού. Τον καλωσόρισαν κι εκείνον με μια φωνή, και το δελφίνι, που ήταν υψηλός αξιωματούχος, τον προσφώνησε θερμά. Υστερα, η πομπή των ψαριών τούς οδήγησε στο εσωτερικό του παλατιού.

Ποτέ ξανά ο ταπεινός ψαράς δεν είχε τύχει να βρεθεί σε τέτοιο μεγαλόπρεπο μέρος. Κοίταζε γύρω θαμπωμένος, αλλά δεν ένιωσε ούτε στιγμή ντροπή ή αμηχανία. Καθώς ακολουθούσε τους οδηγούς του, πρόσεξε ξαφνικά ότι η χελώνα είχε εξαφανιστεί, αλλά το ξέχασε αμέσως, μόλις αντίκρισε μια όμορφη πριγκίπισσα, περιτριγυρισμένη από τις κυρίες των τιμών, να τον πλησιάζει για να τον υποδεχτεί.

Ηταν πιο όμορφη από οτιδήποτε υπήρχε στη γη και το πρασινορόδινο φόρεμά της άλλαζε χρώματα, όπως η επιφάνεια της θάλασσας το ηλιοβασίλεμα σε κάποιο ήρεμο αραξοβόλι. Νήματα από καθαρό χρυσάφι στόλιζαν τα μακριά της τα μαλλιά και, καθώς χαμογελούσε, τα δόντια της έμοιαζαν μικρά μαργαριτάρια. Του μίλησε γλυκά και η φωνή της ήχησε σαν τον ψίθυρο της θάλασσας.

Ο Ουρασίμα ήταν τόσο γοητευμένος, που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Εκανε να υποκλιθεί, όμως εκείνη τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε σε μια υπέρλαμπρη αίθουσα. Μακριά απ' τους άλλους, του είπε με χαμηλή, γλυκιά φωνή:

«Ακουσέ με, Ουρασίμα. Χαίρομαι που σε καλωσορίζω στο παλάτι του πατέρα μου και θα σου πω γιατί. Χτες, έσωσες την πολύτιμη ζωή μιας χελώνας. Εγώ ήμουν εκείνη η χελώνα, Ουρασίμα! Εσωσες τη δική μου τη ζωή!»

Ο Ουρασίμα δεν πίστευε στ' αυτιά του - όταν όμως κοίταξε βαθιά μέσα στα πανέμορφα μάτια της, θυμήθηκε το μελαγχολικό τους βλέμμα και τα γλυκά της λόγια ήχησαν όπως η φωνή που καλούσε από τη θάλασσα το όνομά του. Ενιωθε τόση έκπληξη που έμεινε βουβός.

«Θα ήθελες, Ουρασίμα, να ζήσεις εδώ για πάντα, για πάντα νέος; Τούτη είναι η γη του αιώνιου καλοκαιριού, τα πάντα είναι γιορτή, και ούτε ο θάνατος ούτε η λύπη δεν φτάνουν ώς εδώ. Μείνε, Ουρασίμα, κι εγώ η πριγκίπισσα θα γίνω γυναίκα σου».

Ο Ουρασίμα πίστεψε πως ονειρευόταν - και σαν μέσα απ' όνειρο τα λόγια ήρθαν στα χείλη του από μόνα τους.

«Γλυκιά πριγκίπισσα, και δέκα χιλιάδες φορές αν μπορούσα να σ' ευχαριστήσω, θα 'ταν λίγες. Θα μείνω εδώ, το δίχως άλλο· κι αν το 'θελα δεν θα μπορούσα να φύγω, αφού αυτός εδώ είναι ο πιο υπέροχος τόπος που θα μπορούσα να ονειρευτώ κι εσύ είσαι το πιο υπέροχο πλάσμα μέσα του».

Ενα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της πριγκίπισσας, κι αμέσως, σαν να πατήθηκε ένα μαγικό κουμπί, δυνατά τύμπανα ακούστηκαν, κι όλο το παλάτι πλημμύρισε από φωνές ενθουσιασμού. Οι θύρες άνοιξαν, και μια πομπή από λαμπροφορεμένα ψάρια μπήκαν στην αίθουσα, βαδίζοντας με βήμα αργό και κουβαλώντας, άλλο όμορφα λουλούδια, άλλο μεγάλα μαργαριτάρια, άλλο κοράλλια, κόκκινα και λευκά, άλλα μποτίλιες με κρασιά μυρωδάτα κι άλλα πιατέλες με σπάνια φρούτα που καρπίζουν μόνο στον βυθό της θάλασσας.

Αρχισε το γαμήλιο γλέντι... Το διαλεχτό κρασί έρρεε στα ποτήρια και η γλυκιά μουσική αντηχούσε σ' όλο το βασίλειο. Το ευτυχισμένο ζευγάρι έδωσε όρκους αιώνιας πίστης, κι ύστερα άνοιξαν οι δυο τους τον χορό, ενώ όλα τα ψάρια της θάλασσας, ντυμένα με τα καλύτερα χρυσά και ασημένια λέπια τους, στροβιλίστηκαν στον ρυθμό της μουσικής ώς το ξημέρωμα. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια χαρά ο Ουρασίμα. Και το επόμενο πρωί, όταν η πριγκίπισσα του έδειξε τους όμορφους κήπους γύρω από το παλάτι, κήπους που αντιπροσώπευαν τις τέσσερις εποχές, ο Ουρασίμα ένιωσε πως αυτή ήταν η μόνη χώρα όπου μπορούσε να ζήσει κανείς για πάντα νέος, προστατευμένος από αρρώστιες, γηρατειά και θάνατο... Κι έτσι λησμόνησε το σπίτι του στην Ιαπωνία, τους γέροντες γονείς του, ακόμα και το όνομά του.

Τρεις μέρες απερίγραπτης ευτυχίας περάσανε, ύστερα, όμως, ο Ουρασίμα άρχισε να θυμάται ποιος ήταν και τι έκανε. Η σκέψη των καημένων των γονιών του να τον αναζητούν παντού, ίσως και να τον κλαίνε σαν να ήταν νεκρός· η γειτονιά του φτωχικού του σπιτιού, οι φίλοι του στο χωριουδάκι, όλες αυτές οι σκέψεις πλημμύρισαν το μυαλό του και μετέτρεψαν όλη του τη χαρά σε απόγνωση.

«Αλίμονο!», είπε, «πώς να μείνω εδώ περισσότερο; Η μητέρα μου θα κλαίει και θα οδύρεται και ο πατέρας μου θα σκύβει το γέρικο κεφάλι του από τη θλίψη. Πρέπει να γυρίσω σήμερα κιόλας».

Ετσι το βραδάκι βρήκε την πριγκίπισσα, την καινούρια του σύζυγο, και της είπε λυπημένα:

«Αλίμονο! Είσαι τόσο καλή μαζί μου και νιώθω τόσο μεγάλη ευτυχία, που ξέχασα και αμέλησα τους γονείς μου τρεις ολόκληρες μέρες. Θα νομίζουν ότι είμαι νεκρός και θα με κλαίνε. Πρέπει να σε αποχαιρετήσω και να φύγω».

Τότε η πριγκίπισσα έκλαψε και τον ικέτεψε να μείνει κοντά της.

«Αγαπημένη μου!», απάντησε, «στη χώρα μου την Ιαπωνία έγκλημα πιο τρομερό από το να προδώσεις τους γονείς σου δεν υπάρχει. Δεν θα μπορούσα να το αντέξω, ούτε κι εσύ θα το 'θελες για μένα. Αλλά ραγίζει η καρδιά μου που σ' αφήνω. Πρέπει να φύγω, αγαπημένη μου, έστω και για μία μέρα. Θέλω μονάχα να τους δω, κι ύστερα θα γυρίσω σ' εσένα.»

«Τι μπορώ να κάνω;», στέναξε η πριγκίπισσα. «Πρέπει να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Θα έδινα τα πάντα για να σε κρατήσω κοντά μου έστω και μία μέρα παραπάνω. Αλλά ξέρω πως δεν γίνεται. Σέβομαι τη χώρα σου και την αγάπη σου για τους γονείς σου. Θα περιμένω την επιστροφή σου: θα λείψεις μόνο μία μέρα. Θα είναι ατελείωτη για μένα, αλλά όταν τελειώσει, και τα εξιστορήσεις όλα στους γονείς σου, θα βρεις μια χελώνα να σε περιμένει στην ακροθαλασσιά και θα την αναγνωρίσεις: θα είναι η ίδια που σε πήγε πίσω στους γονείς σου».

«Αγαπημένη μου! Πώς να σε αφήσω; Ομως...»

«Ομως πρέπει. Περίμενε, έχω κάτι να σου δώσω πριν φύγεις».

Η πριγκίπισσα έφυγε βιαστικά και σύντομα γύρισε κρατώντας ένα χρυσό κουτί, διακοσμημένο με μαργαριτάρια και δεμένο με μια πράσινη κορδέλα από φύκια.

«Μου έσωσες τη ζωή», του είπε. «Είσαι η ζωή μου και ό,τι έχω είναι δικό σου. Αυτό το κουτί περιέχει τα πάντα. Οταν βγεις στη στεριά πρέπει να το έχεις πάντα μαζί σου, αλλά δεν πρέπει να το ανοίξεις πριν γυρίσεις σ' εμένα. Αν το ανοίξεις, αλίμονο, και για σένα και για μένα!»

«Στο υπόσχομαι, στο υπόσχομαι. Δεν θα το ανοίξω μέχρι να γυρίσω κοντά σου».

Και με δάκρυα στα μάτια, ο Ουρασίμα γονάτισε μπροστά της.

«Αντίο».

«Αντίο».

Οι αυλικοί συνόδεψαν τον Ουρασίμα στην πύλη, με το δελφίνι επικεφαλής. Εκεί ο βασιλικός οξύρρυγχος φύσηξε μια δυνατή σφυρίχτρα και σύντομα εμφανίστηκε μια μεγάλη χελώνα. Καθώς ο Ουρασίμα καβάλησε τη ράχη της, η χελώνα έστρεψε το κεφάλι, σαν να 'θελε να κρύψει το βλέμμα της. Ισως είχε τον λόγο της. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ο Ουρασίμα κάθισε στην πλάτη της σιωπηλός και δεν αντάλλαξαν λέξη.

Βούτηξαν βαθιά στον πράσινο βυθό και μετά αναδύθηκαν στη γαλάζια επιφάνεια. Διέσχισαν πολύ γρήγορα αμέτρητα μίλια μέχρι που έφτασαν στις ακτές της Ιαπωνίας. Εκεί, ο Ουρασίμα βγήκε στη στεριά, απάντησε στο νοσταλγικό βλέμμα της χελώνας με μια παρατεταμένη ματιά όλο αγάπη και έσπευσε ν' απομακρυνθεί από την παραλία.

Κοίταξε τριγύρω του, αναγνωρίζοντας τα παλιά σημάδια στο τοπίο. Επειτα, πήρε τον ανήφορο για το χωριό· αλλά, καθώς προχωρούσε, παρατήρησε με κάποια έκπληξη ότι όλα έμοιαζαν αλλαγμένα, σαν από θαύμα. Οι λόφοι ήταν οι ίδιοι και το χωριό είχε μείνει όπως το ήξερε, όμως οι άνθρωποι που τον προσπερνούσαν στον δρόμο δεν ήταν εκείνοι που γνώριζε τρεις μέρες πριν. Κοίταζε γύρω του απορημένος. Ανθρωποι που δεν γνώριζε, μάλλον νεοφερμένοι από άλλους τόπους, τον προσπερνούσαν σαν να ήταν και ο ίδιος ολότελα ξένος. Κάποιοι στρέφονταν και τον κοίταζαν, όπως κοιτάζει κανείς έναν ταξιδευτή. Υστερα, πρόσεξε ότι τα ισχνά δέντρα που είχε αφήσει πίσω του τρεις μέρες πριν, ήταν τώρα γίγαντες που εξουσίαζαν τις άκρες του δρόμου.

Τελικά, ύστερα από αρκετή περιπλάνηση, έφτασε στο παλιό του σπίτι. Πόσο αλλαγμένο ήταν! Και, μόλις έστριψε το πόμολο της πόρτας και μπήκε μέσα φωνάζοντας «Ε, μητέρα! Ε, πατέρα! Γύρισα, επιτέλους!», βρέθηκε μπροστά σε έναν άγνωστο άνθρωπο που έφραζε το κατώφλι.

«Τι θέλεις;»

«Εδώ είναι το σπίτι μου. Πού βρίσκεται ο πατέρας κι η μητέρα μου; Με περιμένουν».

«Δεν καταλαβαίνω. Πώς σε λένε;»

«Ουρασίμα Τάρο».

«Ουρασίμα Τάρο!» αναφώνησε έκπληκτος ο άντρας.

«Ναι, αυτό είναι τ' όνομά μου: Ουρασίμα Τάρο».

Ο άντρας γέλασε, σαν ν' άκουγε αστείο.

«Σίγουρα δεν εννοείς εκείνον τον παλιό Ουρασίμα Τάρο», είπε. «Αλλά και πάλι, μπορεί να είσαι κανένας απόγονός του ή κάτι τέτοιο».

«Εγώ δεν σε καταλαβαίνω. Τ' όνομά μου είναι Ουρασίμα Τάρο. Κανένας άλλος δεν υπάρχει μ' αυτό το όνομα. Είμαι ο ψαράς· σίγουρα με ξέρεις».

Ο άντρας περιεργάστηκε προσεκτικά τον Ουρασίμα, σαν να 'θέλε να βεβαιωθεί ότι δεν αστειεύεται.

«Υπήρχε κάποτε ένας διάσημος ψαράς με τ' όνομά σου, τριακόσια χρόνια πριν, αλλά σίγουρα δεν είσαι εσύ».

«Γιατί με κοροϊδεύεις; Τρεις μέρες μόνο έλειψα, όχι τριακόσια χρόνια. Πού είναι ο πατέρας και η μητέρα μου;

Ο άντρας τον κοίταξε αποσβολωμένος.

«Είσαι τρελός;», φώναξε. «Μένω σ' αυτό το σπίτι τριάντα ολόκληρα χρόνια! Θέλεις να πιστέψω ότι είσαι ο Ουρασίμα Τάρο; Θέλεις να με πείσεις ότι είσαι φάντασμα;»

«Κάθε άλλο· κοίτα τα πόδια μου». Και ο Ουρασίμα πρόβαλε πρώτα το ένα κι ύστερα το άλλο του πόδι, επειδή, σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση, τα φαντάσματα δεν έχουν πόδια.

«Εντάξει, λοιπόν», είπε ο άνδρας εκνευρισμένος. «Ο,τι και να λες, πάντως δεν είσαι ο Ουρασίμα Τάρο, γιατί εκείνος έζησε τριακόσια χρόνια πριν, κι εσύ δεν είσαι ούτε καν τριάντα». Και με τα λόγια αυτά, βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα του Ουρασίμα.

Τι να σημαίνουν όλα αυτά; Ο Ουρασίμα Τάρο νεκρός; Εζησε πριν από τριακόσια χρόνια; Μήπως ονειρεύεται; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Πώς άλλαξαν έτσι όλα; Πού χάθηκαν τα φιλικά πρόσωπα, οι γέροντες γονείς του; Κι αυτός, ποιος είναι;

Τότε του ήρθε μια ιδέα. «Πού βρίσκονται τα αρχεία της πόλης;», ρώτησε έναν περαστικό - κι αυτός του έδειξε ένα μεγάλο κτήριο που δεν υπήρχε πριν φύγει και σίγουρα είχε χρειαστεί πολύ περισσότερες από τρεις μέρες για να χτιστεί.

Δεν άργησε να βρει αυτό που ήθελε. Σ' έναν παμπάλαιο τόμο, κιτρινισμένο από τον χρόνο και την υγρασία, υπήρχε μια αρχαία καταγραφή, που πήγαινε κάπως έτσι:

«Ο Ουρασίμο Τάρο, ένας διάσημος ψαράς, που έζησε στις αρχές του 14ου αιώνα, ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, προστάτης των ψαράδων. Υπάρχουν πολλές ιστορίες για αυτόν τον σχεδόν μυθικό ήρωα· η κυριότερη ήταν πως έπιασε μια φάλαινα στα ανοιχτά, αλλά καθώς δεν ήθελε ν' αφήσει το έπαθλο να του ξεφύγει, έμεινε στους αιώνες μες στη βάρκα του κρατώντας πεισματικά την πετονιά στο χέρι. Οι σημερινοί ναυτικοί βεβαιώνουν ότι βλέπουν συχνά τον Ουρασίμα Τάρο στη βάρκα του, να γλιστράει στα κύματα, καθώς τον σέρνει ένα αθέατο κήτος».

Ο Ουρασίμα έκλεισε το βιβλίο απότομα και κίνησε για την ακτή. Τότε μόλις συνειδητοποίησε ότι αυτές οι τρεις μέρες που είχε περάσει απόλυτα ευτυχισμένος με την πριγκίπισσα, δεν ήταν τρεις μέρες, αλλά τρεις αιώνες. Οι γονείς του είχαν πεθάνει από καιρό, και όλα είχαν αλλάξει. Τίποτε δεν του απέμενε να κάνει, παρά να επιστρέψει στο Βασίλειο του Βυθού.

Αλλά όταν έφτασε στην ακτή, δεν βρήκε καμία χελώνα να τον περιμένει. Περνούσαν οι ώρες και η θάλασσα έμενε ήσυχη κι εκείνος μόνος. Τότε θυμήθηκε το κουτί που του είχε δώσει η πριγκίπισσα. Το έβγαλε από την τσέπη του και το κοίταξε. Της είχε υποσχεθεί να μην το ανοίξει, αλλά τι σημασία είχε τώρα πια; Καθόλου δεν τον ένοιαζε τι θα μπορούσε να του συμβεί· είτε κρυμμένο στο εσωτερικό του είτε βγαλμένο στο φως, το θανατηφόρο μυστικό του κουτιού τού ήταν αδιάφορο. Τι ωφελούσε να ζει; Τα είχε χάσει όλα.

Κάθισε, λοιπόν, στην ακροθαλασσιά, έλυσε τις κορδέλες και σήκωσε το καπάκι. Εκπληκτος είδε ότι το κουτί ήταν άδειο· αλλά, σιγά σιγά, από το κενό αναδύθηκε ένα αχνό πορφυρό συννεφάκι, που τον τύλιξε απαλά. Ηταν ευωδιαστό, και του θύμισε το γλυκό άρωμα των φορεμάτων της πριγκίπισσας. Υστερα, πέταξε μακριά προς την ανοιχτή θάλασσα και ο Ουρασίμα ένιωσε ότι η ψυχή του έφευγε μαζί του.

Μια μουσική ακούστηκε απ' τη θάλασσα. Πετάχτηκε ορθός, νομίζοντας ότι άκουσε τη γλυκιά φωνή της να τον φωνάζει. Εμεινε εκεί για μια στιγμή, υπέροχη ενσάρκωση της νιότης. Επειτα κάτι άλλαξε πάνω του. Τα μάτια του θόλωσαν, τα μαλλιά του άσπρισαν, ρυτίδες εμφανίστηκαν στο πρόσωπό του, η μορφή του μαράθηκε απ' τα γηρατειά.

Επειτα ο Ουρασίμα Τάρο ζαλίστηκε και παραπάτησε. Το βάρος τριών αιώνων ήταν αβάσταχτο γι' αυτόν. Εγειρε τους ώμους του κι έπεσε νεκρός πάνω στην άμμο.

Μετάφραση από τους φοιτητές του πρώτου έτους του Αγγλικού Τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ: Ολγα Κατσάνου, Γιώργο Κιλιμάντζο, Σπυριδούλα Κοκορόσκου, Αντιγόνη Λαβδάκη, Ειρήνη Μαράκη, Ελένη Ραυτοπούλου, Χρύσα Φραγκιαδάκη, Ιουλία Βαγενά, Μάνο Τζιρίτα.


Από την "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" της "Ελευθεροτυπίας" της Παρασκευής, 28 Δεκεμβρίου 2007

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Το σοφό κορίτσι


Από τη Ρωσία, από τη συλλογή της Βέρα Ξενοφόντοβνα ντε Μπλούμενταλ, 1903

Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα χωριό στη μέση της μεγάλης ρωσικής στέπας, ζούσαν δύο αδέλφια. Ο ένας ήταν πλούσιος και τρανός, με τροφαντή γυναίκα και πολλά παιδιά, ο άλλος φτωχός και χήρος, με μόνη συντροφιά του την εφτάχρονη κόρη του.

Μια μέρα τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να πάνε στην πρωτεύουσα όπου, όπως κάθε χρόνο, γινόταν το μεγάλο παζάρι - ο πλούσιος με το όμορφο άτι του, ο φτωχός με τη φοράδα του. Δρόμο πήραν δρόμο άφησαν και, την ώρα που σουρούπωνε, είδαν μπροστά τους μια έρημη καλύβα. «Εδώ να περάσουμε τη νύχτα!» είπε ο πλούσιος. Ξεπέζεψαν, έδεσαν τα άλογα έξω από το καλυβάκι και έπεσαν να κοιμηθούν. Πολύ πρωί, τους ξύπνησαν χλιμιντρίσματα. Βγαίνουν στην πόρτα, και τι να δουν! Τα άλογα ήταν τρία! Το τρίτο ήταν ένα πουλαράκι, που το είχε γεννήσει η φοράδα τη νύχτα. Στεκόταν, μισοτρεκλίζοντας, πλάι στο άλογο του πλούσιου αδελφού.

«Δικό μου είναι!», φώναξε ο Ντιμίτρι, ο πλούσιος.

«Από πού κι ώς πού;» ρώτησε ο Ιβάν, ο φτωχός. «Αφού το γέννησε η φοράδα μου!»

«Ναι, αλλά στεκόταν πλάι στο άλογό μου!» απάντησε ο Ντιμίτρι.

Τα δύο αδέλφια άρχισαν να μαλώνουν και κανένας δεν υποχωρούσε. Στο τέλος αποφάσισαν, μόλις φτάσουν στην πόλη, να ζητήσουν από τον βασιλιά να αποδώσει δικαιοσύνη.

Ετσι κι έκαναν. Ο βασιλιάς τούς δέχτηκε καθισμένος στον θρόνο του και τους άκουσε προσεκτικά. Από τα πρώτα τους κιόλας λόγια κατάλαβε ότι το πουλάρι ανήκε στον Ιβάν, επειδή όμως ήθελε να διασκεδάσει λιγάκι, είπε:

«Πολύ μπερδεμένα μου τα λέτε εσείς οι δυο και δεν μπορώ να αποφασίσω. Θα δώσω, λοιπόν, το πουλάρι σ' όποιον μου πει ποιο πράγμα στον κόσμο είναι το γρηγορότερο, ποιο είναι το παχύτερο, ποιο είναι το απαλότερο και ποιο το πολυτιμότερο. Να έρθετε σε μία βδομάδα με τις απαντήσεις σας!».

Τα αδέλφια πήραν αμίλητα τον δρόμο του γυρισμού. Ο πλούσιος πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και εξιστόρησε όσα έγιναν στη γυναίκα του. «Μα, δεν σε ρώτησε και τίποτα δύσκολο ο βασιλιάς!», είπε εκείνη. «Να τι θα του απαντήσεις: Το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο είναι το άλογό σου, το παχύτερο το γουρούνι μας, το απαλότερο το πάπλωμά μας και το πολυτιμότερο ο μικρός μας γιος».

Ο φτωχός γύρισε στο φτωχικό του καταστενοχωρημένος. Πήρε την κορούλα του στην αγκαλιά του και της είπε όσα είχαν συμβεί. Εκείνη, σκέφτηκε λίγο και του απάντησε: «Να πεις στον βασιλιά ότι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο είναι ο παγωμένος βόρειος άνεμος τον χειμώνα, το παχύτερο είναι το χώμα των χωραφιών της πατρίδας μας, το απαλότερο είναι το χάδι ενός παιδιού και το πολυτιμότερο είναι η τιμιότητα».

Πέρασαν οι μέρες και τα δύο αδέλφια παρουσιάστηκαν και πάλι μπρος στον βασιλιά. Εκείνος ξεκαρδίστηκε με τις απαντήσεις του Ντιμίτρι, όμως άκουσε με προσοχή τον Ιβάν και θα του έδινε το πουλάρι στη στιγμή, αν δεν ήθελε να τον δοκιμάσει λίγο ακόμη.

«Εσύ τα σκέφτηκες όλα αυτά;» τον ρώτησε.

«Οχι, εγώ, μεγαλειότατε», απάντησε ο Ιβάν, «η εφτάχρονη κορούλα μου».

«Για να δούμε αν είναι τόσο έξυπνη όσο φαίνεται», είπε ο βασιλιάς. «Σε εφτά ημέρες να τη φέρεις στο παλάτι. Να εμφανιστεί όμως μπροστά μου ούτε γυμνή ούτε ντυμένη ούτε πεζή ούτε καβάλα σ' άλογο ούτε με δώρα ούτε με άδεια χέρια. Αν τα καταφέρει, θα πάρεις και το πουλάρι και εκατό ασημένια δουκάτα».

Ο Ιβάν γύρισε σπίτι ακόμα πιο στενοχωρημένος. Είπε δακρυσμένος στην κόρη του τι ζητούσε ο βασιλιάς, εκείνη όμως, χωρίς να ταραχτεί καθόλου, του ζήτησε να της φέρει έναν λαγό και μια πέρδικα και να πάψει να ανησυχεί.

Εφτασε η μεγάλη μέρα... Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στο παλάτι, περιμένοντας να δει πώς θα εμφανιζόταν η κορούλα του Ιβάν μπροστά στον βασιλιά. Κι εκείνη, ήρθε τυλιγμένη σε ένα ψαράδικο δίχτυ, καβάλα σ' έναν λαγό, κρατώντας στα χέρια της μια πέρδικα.

«Ωραία!» φώναξε ο βασιλιάς. «Δεν είναι ούτε γυμνή ούτε ντυμένη ούτε πεζή ούτε καβάλα σ' άλογο. Τα χέρια της όμως είναι γεμάτα!» Τότε το κοριτσάκι άνοιξε τα δάχτυλα και η πέρδικα πέταξε στον αέρα. Θαυμάζοντας την εξυπνάδα του κοριτσιού, ο βασιλιάς τη ρώτησε με γλυκιά φωνή:

«Τόσο φτωχοί είστε, λοιπόν; Τόσο πολύ χρειάζεστε το πουλάρι;»

«Ναι, μεγαλειότατε!», απάντησε το κοριτσάκι. «Ζούμε με τους λαγούς που πιάνει ο πατέρας μου απ' το ποτάμι και με τα ψάρια που μαζεύει από τα δέντρα».

«Αχά!», φώναξε θριαμβευτικά ο βασιλιάς. «Να που δεν είσαι και τόσο έξυπνη! Πού ακούστηκε να υπάρχουν λαγοί στα ποτάμια και ψάρια στα δέντρα;»

«Και πού ακούστηκε αρσενικό άλογο να γεννάει πουλάρι;», απάντησε το κοριτσάκι.

Τραντάχτηκε το παλάτι από τα γέλια και τα χειροκροτήματα. Ο βασιλιάς διέταξε να δοθούν αμέσως στον Ιβάν το πουλάρι και τα δουκάτα και δήλωσε με δυνατή φωνή:

«Μονάχα στο βασίλειό μου θα μπορούσε να γεννηθεί ένα τόσο σοφό κορίτσι!»


Από την "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" της "Ελευθεροτυπίας" της Παρασκευής, 28 Δεκεμβρίου 2007

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Το Βασίλειο της Τύχης


Από την Ισπανία. Από τη συλλογή με λαϊκές αφηγήσεις του Edric Vredenburg

Μια φορά κι έναν καιρό στην πλατεία ενός μικρού χωριού φάνηκε ένας ταξιδιώτης. Ηταν κατασκονισμένος και κατάκοπος. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα· έσερνε τα πόδια του σαν να είχε βαδίσει μέρες ολόκληρες χωρίς σταματημό. Τα παιδιά που έπαιζαν εκεί γύρω τον περικύκλωσαν γεμάτα περιέργεια. «Από πού έρχεσαι;», τον ρώτησε ο Ενρίκε, το πιο έξυπνο και το πιο ζωηρό αγόρι του χωριού. Εκείνος, ζήτησε ένα ποτήρι νερό, σκούπισε τον ιδρώτα του, αναστέναξε και είπε:

«Ερχομαι από το Βασίλειο της Τύχης, τον πιο παράξενο τόπο της γης ολόκληρης. Στα ποτάμια του ρέει χρυσάφι· τα δέντρα έχουν ασημένια φύλλα. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα από χρυσό, τα τείχη από καθαρό ασήμι και τα κανόνια, αντί για μπάλες, ρίχνουν διαμαντόπετρες. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με χρυσά νομίσματα και οι πέτρες στα χωράφια είναι μπριλάντια μεγάλα σαν καρύδια».

Τα παιδιά τον κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα, ανίκανα να πιστέψουν ότι υπάρχει τέτοιο μέρος στον κόσμο.

«Το κακό όμως είναι», συνέχισε ο ταξιδιώτης, «ότι το μονοπάτι που οδηγεί στο Βασίλειο είναι κακοτράχαλο και δύσβατο και οι περισσότεροι το εγκαταλείπουν στα μισά...»

Ο Ενρίκε είχε εντυπωσιαστεί περισσότερο απ' όλους.

«Ξέρεις τον δρόμο γι' αυτό το μαγεμένο μέρος;», ρώτησε.

«Και βέβαια, γιε μου· όμως δεν θα σε συμβούλευα να δοκιμάσεις».

«Γιατί;»

«Για να φτάσεις στο Βασίλειο υπάρχουν δύο μονοπάτια: το ένα είναι στενό, γεμάτο πέτρες, θάμνους και αγκάθια· αν το διαλέξεις, οι μυτεροί βράχοι θα σου ξεσκίσουν τα πόδια, ένα σωρό άγρια τέρατα θα προσπαθήσουν να σε εμποδίσουν, θα κάνεις δέκα βήματα μπρος και οκτώ πίσω, κι αν τελικά καταφέρεις να ξεπεράσεις όλα τα εμπόδια, θα φτάσεις στο Βασίλειο γέρος και τσακισμένος, όταν τα πλούτη θα σου είναι άχρηστα πια. Το άλλο, είναι σύντομο και ομαλό, αλλά...».

«Φτάνει!» φώναξε ο Ενρίκε, «δεν χρειάζεται ν' ακούσω τίποτ' άλλο. Δείξε μου το μονοπάτι και θα βρω μόνος μου τα υπόλοιπα».

«Καλά, καλά...», απάντησε ο ταξιδιώτης. «Αφού το θέλεις θα στο δείξω. Ομως θα μετανιώσεις που δεν με άκουσες ώς το τέλος...».

Ο Ενρίκε ανυπομονούσε. Ούτε που χαιρέτησε τον πατέρα και τους φίλους του, κι άρχισε να βαδίζει προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο ταξιδιώτης. Η καρδιά του πετούσε από ενθουσιασμό στη σκέψη των αμύθητων θησαυρών που τον περίμεναν στο Βασίλειο της Τύχης - γιατί ήταν σίγουρος πως θα κατάφερνε να φτάσει ώς εκεί.

Το βράδυ της δεύτερης μέρας έφτασε στις όχθες ενός μεγάλου ποταμού. Δεμένη σ' έναν πάσσαλο ήταν μια βάρκα και πλάι της έστεκε ένας θεόρατος άντρας.

«Καλέ μου άνθρωπε, ξέρεις πού είναι το Βασίλειο της Τύχης;», ρώτησε ο Ενρίκε.

«Από την άλλη πλευρά του ποταμού».

«Μπορείς να με περάσεις απέναντι;».

«Ναι, αλλά πρέπει να πληρώσεις. Χρήματα έχεις;»

«Αν είχα θα πήγαινα να βρω το Βασίλειο της Τύχης;», είπε ο Ενρίκε.

«Τότε θα πρέπει να πληρώσεις μ' ένα μικρό κομμάτι απ' την καρδιά σου. Δεν θα πονέσει, θα δεις».

Ο Ενρίκε ούτε που το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Αφησε τον άντρα να του ανοίξει το στήθος και να του πάρει ένα κομματάκι απ' την καρδιά του, κι έτσι βρέθηκε στην απέναντι όχθη... Ηδη μπορούσε να δει από μακριά το Βασίλειο της Τύχης, ν' αστράφτει στο ηλιοβασίλεμα. Ομως πρόσεξε ότι δεν ανυπομονούσε τόσο να φτάσει, κι ένιωθε ένα παράξενο κενό στο στήθος. Παρ' όλα αυτά συνέχισε να προχωρεί. Ούτε εκατό βήματα δεν είχε κάνει, όταν έφτασε σ' ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο βουνά, που το φρουρούσε ένας άλλος άντρας, ακόμη πιο μεγαλόσωμος από τον πρώτο.

«Μπορώ να περάσω;», ρώτησε ο Ενρίκε.

«Αν με πληρώσεις μ' ένα κομμάτι απ' την καρδιά σου...», απάντησε ο φρουρός.

Χωρίς να διστάσει, ο Ενρίκε άνοιξε το πουκάμισό του και ο άντρας έκοψε ένα κομμάτι απ' την καρδιά του. Τώρα η πανέμορφη πόλη βρισκόταν κοντά κι άστραφτε τόσο, που μολονότι είχε νυχτώσει, ήταν σαν μέρα μεσημέρι. Ομως ο Ενρίκε την κοίταζε με κάτι σαν αδιαφορία· η λαχτάρα του σαν να είχε σβήσει. Αλλωστε, μπροστά στα μάτια του ανοιγόταν μια τεράστια χαράδρα και γεφύρι δεν φαινόταν πουθενά. Αποκαρδιωμένος, ο Ενρίκε κάθησε σε μια πέτρα σκεφτικός.

Ξαφνικά, άκουσε πλατάγισμα φτερών. Σήκωσε τα μάτια και είδε μπροστά του έναν τεράστιο γύπα.

«Θέλεις να περάσεις; Δώσε μου τότε ένα κομμάτι απ' την καρδιά σου».

«Πάρε όσο θες», είπε ο Ενρίκε και το αρπακτικό άνοιξε με το ράμφος του το στήθος του παιδιού κι έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι απ' την καρδιά του. Υστερα, τον άρπαξε με τα νύχια του και τον κουβάλησε στην άλλη πλευρά της αβύσσου.

Τώρα βρισκόταν μπροστά στις πύλες του Βασιλείου - κι εκεί, όμως, στέκονταν θεόρατοι φρουροί. Ανοιξαν το στήθος του, πήραν ό,τι είχε απομείνει απ' την καρδιά του και στη θέση της έβαλαν μιαν άλλη, φτιαγμένη από ατσάλι και σκληρή σαν διαμάντι. Τους ξέφυγε μονάχα ένα ελάχιστο κομματάκι αληθινής καρδιάς, που συνέχισε να χτυπάει αδύναμα.

«Επιτέλους, έφτασα», μονολόγησε ο Ενρίκε, όμως, τι παράξενο, δεν ένιωθε ούτε έκπληξη ούτε χαρά! Το χρυσάφι τού φαινόταν φτηνό αλουμίνιο, τα πετράδια ψεύτικα στολίδια. Εψαξε να βρει φίλους, όμως κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί όλοι στο Βασίλειο της Τύχης είχαν ατσάλινη καρδιά. Το ελάχιστο κομματάκι αληθινής καρδιάς μέσα στο στήθος του άρχισε να υποφέρει. Το παιδί ήθελε τώρα να γυρίσει πίσω. Ακολούθησε τον πρώτο δρόμο που βρήκε μπροστά του και γρήγορα βρέθηκε έξω από τη μεγάλη πύλη. Ενιωσε ένα σκίρτημα χαράς, που αμέσως πνίγηκε σαν από σιδερένιο χέρι. Ομως τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά. Ετρεχε, χωρίς να λογαριάζει τις μυτερές πέτρες και τ' αγκάθια και σε λίγο βρέθηκε στο χωριό του.

Ηταν φτωχός όπως και πριν. Στο στήθος του, η μεταλλική καρδιά δεν τον άφηνε να ανασάνει. Πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του, χωρίς να νιώσει καμία χαρά. Ενα χέρι βαρύ πίεζε το στήθος του και τον γέμιζε αγωνία. Η ψεύτικη καρδιά χτυπούσε μηχανικά, σαν ρολόι: τικ-τακ, τικ-τακ... Τα πρόσωπα των αδελφών του, των φίλων, του πατέρα του, του φαίνονταν ξένα. Τότε, στην πόρτα φάνηκε η μητέρα του.

Ορμησε στο παιδί της, το έσφιξε στην αγκαλιά της κι ένα δάκρυ χαράς κύλησε απ' τα μάτια της κι έπεσε στο στήθος του Ενρίκε. Και τότε, η ατσάλινη καρδιά, σαν να ξεκουρντίστηκε. Αρχισε να χτυπάει ακανόνιστα και ξαφνικά πήδησε έξω από το στήθος του αγοριού, σαν σπασμένο ελατήριο από χαλασμένο ρολόι. Το μικρό κομματάκι είχε ξαναγίνει κανονική καρδιά και ο Ενρίκε ήταν ευτυχισμένος. «Αν είναι ν' αποκτήσουμε πλούτη και να χάσουμε την καρδιά και τα όνειρά μας, καλύτερα να μείνουμε φτωχοί», είπε στους φίλους του όταν τον ρώτησαν για το Βασίλειο της Τύχης. Και ρίχτηκε στο παιχνίδι, με έναν ενθουσιασμό που δεν είχε νιώσει ποτέ ώς τότε.


Από την "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" της "Ελευθεροτυπίας" της Παρασκευής, 28 Δεκεμβρίου 2007

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Οι τρεις συμβουλές


Από την Ιρλανδία. Από τη συλλογή με κέλτικα παραμύθια του Joseph Jacobs, 1892

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε έναν άγονο και φτωχό τόπο ένα αντρόγυνο. Ο άντρας, που τον έλεγαν Γιάννη, ήταν εργάτης γης, αλλά στα μέρη του δεν έβρισκε δουλειά και αποφάσισε να φύγει και να αναζητήσει αλλού την τύχη του. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και κατά το βραδάκι έφτασε σ' ένα πλούσιο σπίτι. Χωρίς να διστάσει χτύπησε την πόρτα και ρώτησε αν ήθελαν κανέναν εργάτη. Και ήταν τυχερός, γιατί ο αφέντης του σπιτιού τον πήρε αμέσως στη δούλεψή του.

Πέρασε ένας χρόνος και ο αφέντης τον φώναξε κοντά του. «Δούλεψες καλά και άξια, Γιάννη», του είπε. «Να ο μισθός σου. Ομως, αν μου τον δώσεις πίσω, εγώ θα σου προσφέρω για αντάλλαγμα μια καλή συμβουλή».

Ο Γιάννης σκέφτηκε λιγάκι και απάντησε: «Χρειάζομαι τα χρήματα, αλλά η συμβουλή σου μπορεί να είναι πιο χρήσιμη. Την ακούω».

«Ποτέ να μην αφήνεις έναν παλιό γνώριμο δρόμο για χάρη ενός καινούριου», είπε ο αφέντης του.

Πέρασε ένας ακόμη χρόνος, κι όταν ήρθε η ώρα να πληρωθεί ο Γιάννης, ο αφέντης του αντί για χρήματα του έδωσε μία ακόμα συμβουλή. «Κρατήσου μακριά από τους καυχησιάρηδες», του είπε. Τα ίδια έγιναν και τον επόμενο χρόνο. Η συμβουλή, αυτή τη φορά, ήταν: «Να είσαι τίμιος ό,τι και να συμβεί».

Ο Γιάννης αγαπούσε πολύ τον αφέντη του, αλλά είχε νοσταλγήσει το σπίτι του και τη γυναίκα του. «Καλέ μου αφέντη, μαζί σου έμαθα πολλά και δούλεψα καλά. Τώρα όμως πρέπει να γυρίσω στους δικούς μου», του είπε. Κι έτσι, ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού... Το επόμενο πρωί, ο αφέντης ξεπροβόδισε τον Γιάννη και τον φίλεψε ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί. «Πάρε αυτό το καρβέλι», του είπε, «και κόψ' το την ώρα της πιο μεγάλης σου χαράς. Οχι νωρίτερα».

Ξεκίνησε λοιπόν ο Γιάννης και στον δρόμο συνάντησε τρεις εμπόρους από το χωριό του. «Καλώς σε βρήκαμε!», του είπαν. «Για πού το 'βαλες;»

«Γυρνάω στο χωριό, στη γυναίκα μου», απάντησε ο Γιάννης.

«Ελα τότε μαζί μας», του πρότειναν και ο Γιάννης δέχτηκε με χαρά.

Περπάτησαν ώρα πολλή, ώσπου έφτασαν σ' ένα σταυροδρόμι. «Πάμε από τον καινούριο δρόμο», είπαν οι έμποροι. «Είναι πιο σύντομος και πιο καλός». Ομως, ο Γιάννης θυμήθηκε τη συμβουλή του αφέντη του κι έμεινε στον παλιό. Κι έκανε πολύ σωστά, γιατί, πριν καλά καλά ξεμακρύνει από τους συμπατριώτες του, άκουσε τις φωνές τους: «Κλέφτες! Κλέφτες!» Ληστές τούς είχαν στήσει καρτέρι πίσω από τα δέντρα. «Κλέφτες!», φώναξε και ο Γιάννης τρομαγμένος. Τότε οι ληστές φοβήθηκαν με τη σειρά τους και το 'βαλαν στα πόδια. Μερικές ώρες αργότερα, ο Γιάννης ξανασυναντήθηκε με τους εμπόρους στο γειτονικό χωριό.

«Σου χρωστάμε τη ζωή μας», του είπαν. «Ελα να μείνουμε στο ίδιο πανδοχείο και να σου κάνουμε το τραπέζι».

Ο Γιάννης τους ακολούθησε πρόθυμα. Ομως την ώρα που άρχισαν να τρώνε και να πίνουν, οι έμποροι βάλθηκαν να καυχιούνται μεγαλόφωνα για τις καλές τους τις δουλειές και τα πολλά λεφτά που είχαν κερδίσει στα ταξίδια τους. Τότε θυμήθηκε τη δεύτερη συμβουλή του αφέντη του και σηκώθηκε από το τραπέζι.

«Φίλοι μου, ευχαριστώ», τους είπε, «δέχτηκα το τραπέζι σας, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ και τη φιλοξενία σας. Θα μείνω στο διπλανό το χάνι, που είναι και πιο φτηνό».

Αυτό και έκανε... Δεν είχε όμως προλάβει να κλείσει τα μάτια του, όταν άκουσε και πάλι φωνές: «Κλέφτες! Κλέφτες!» Κοίταξε τρέμοντας απ' το παράθυρο, και είδε τους τρεις εμπόρους να τρέχουν μες στη νύχτα και τρεις μαυροντυμένους να τους κυνηγούν. Ορμησε μες στο σκοτάδι το κατόπι τους, κάνοντας όση φασαρία μπορούσε. Κάτι στρατιώτες που αναπαύονταν στο χάνι ξύπνησαν κι αυτοί κι έτσι, όλοι μαζί, κυνήγησαν τους κακοποιούς, που χάθηκαν στο δάσος κι ακόμα τρέχουν.

«Γιάννη, μας έσωσες τη ζωή για δεύτερη φορά», του είπαν οι έμποροι. «Μάλλον μας άκουσαν την ώρα που καυχιόμασταν και θέλησαν να μας ληστέψουν. Ζήτα μας ό,τι θέλεις και θα το 'χεις».

«Δεν θέλω τίποτα», είπε ο Γιάννης χαμογελώντας, «μονάχα λίγο ύπνο ακόμα...» και γύρισε στο κρεβάτι του να ξεκουραστεί.

Οταν ξύπνησε το πρωί, οι έμποροι είχαν κιόλας φύγει. Πάει να βγει από την πόρτα του, και σκοντάφτει σ' ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα. Τρέχει να τους προλάβει, αλλά αυτοί είχαν γίνει καπνός. Τι να κάνει ο Γιάννης; Εριξε το πουγκί στο δισάκι του και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του.

Εφτασε το απόγευμα, γεμάτος χαρά που ξανάβλεπε τη γυναίκα του. Φάγανε, τα είπανε, αλλά ο Γιάννης δεν είχε ησυχία. Ηθελε να επιστρέψει τα χρήματα στους εμπόρους. Ρώτησε από δω, ρώτησε από κει, στο τέλος έμαθε ότι έμεναν στην κορφή του λόφου, σ' ένα αρχοντόσπιτο που έμοιαζε παλάτι.

Πήγε και χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε ο πιο μεγάλος από τους τρεις, που δεν πίστευε στα μάτια του, όταν ο Γιάννης του έδωσε το πουγκί. «Δεν έχω δει πιο τίμιο άνθρωπο στη ζωή μου», του είπε. «Αυτά τα χρήματα είναι δικά σου. Και από αύριο το πρωί έλα να πιάσεις δουλειά κοντά μου».

Τότε θυμήθηκε ο Γιάννης την τρίτη συμβουλή του αφέντη του και γύρισε καταχαρούμενος στο σπίτι. «Με συμβούλεψε να είμαι τίμιος», είπε στη γυναίκα του, «και είχε δίκιο! Πόσο ευτυχισμένος νιώθω!»

Ηταν η πιο κατάλληλη στιγμή να κόψουν το καρβέλι του αφέντη. Αλλά, μόλις το μαχαίρι ακούμπησε το ψωμί, από μέσα κατρακύλησαν ένα σωρό χρυσά νομίσματα. Ηταν οι μισθοί των τριών χρόνων που ο Γιάννης είχε ανταλλάξει με τις τρεις πολύτιμες συμβουλές.

Από την "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" της "Ελευθεροτυπίας" της Παρασκευής, 28 Δεκεμβρίου 2007

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Τσίκο Πετρίλο


Από την περιοχή της Ρώμης. Από τη συλλογή με τα λαϊκά παραμύθια της Ιταλίας που συγκέντρωσε και ξαναέγραψε ο Ιταλο Καλβίνο το 1956

Ηταν μια φορά ένα ανδρόγυνο από τη Ρώμη, που πάντρεψε τη μονάκριβη κόρη του κι έκανε ένα μεγάλο γλέντι για να το γιορτάσει. Στη μέση του γλεντιού, σώθηκε το κρασί. «Τρέχα, κόρη μου, στο κελάρι να φέρεις κι άλλο», είπε ο πατέρας.

Η νιόπαντρη κατέβηκε στο κελάρι, έβαλε την μποτίλια κάτω από την κάνουλα και περίμενε να γεμίσει. Οσο περίμενε σκεφτόταν: «Σήμερα παντρεύτηκα. Σε εννιά μήνες θα αποκτήσω γιο. Θα τον βαφτίσω Τσίκο Πετρίλο, θα τον ντύνω και θα τον στολίζω. Κι ύστερα θα γίνει μεγάλο και τρανό παλικάρι... Αν όμως πάθει κακό; Αν πεθάνει; Αχ, γιόκα μου, αχ παλικάρι μου!...» κι άρχισε να κλαίει, όπως δεν είχε κλάψει ποτέ ώς τότε.

Η κάνουλα έμεινε ανοιχτή και το κρασί κυλούσε έξω απ' την μποτίλια. Οι καλεσμένοι περίμεναν, αλλά η νύφη πού να φανεί. Ετσι κατέβηκε και η μάνα της να δει τι τρέχει.

«Τι έχεις, κορούλα μου;», ρώτησε ανήσυχη βλέποντάς την πνιγμένη στα δάκρυα.

«Αχ, μανούλα μου, σκέφτηκα ότι σήμερα παντρεύτηκα και σε εννιά μήνες θα αποκτήσω γιο, θα τον βαφτίσω Τσίκο Πετρίλο, και θα τον αγαπώ και θα τον φροντίζω, αν όμως πάθει κανένα κακό τι θ' απογίνω;»

«Αχ, φτωχό μου εγγονάκι!», έκανε η μητέρα της νύφης βάζοντας κι αυτή τα κλάματα, ακόμη πιο δυνατά από την κόρη της, ενώ, στο μεταξύ, το κρασί είχε πλημμυρίσει το κελάρι.

Πάνω, οι καλεσμένοι είχαν σταματήσει το τραγούδι. Ο πατέρας της νύφης είχε αρχίσει να ανησυχεί.

«Πάω να δω μήπως πάθανε τίποτα», είπε και κατέβηκε στο κελάρι.

Βρήκε τις δύο γυναίκες αγκαλιασμένες, να χύνουν μαύρο δάκρυ.

«Αχ, αντρούλη μου, αν ήξερες!», ψέλλισε η γυναίκα του. «Η κόρη μας θα γεννήσει ένα ωραίο αγοράκι, θα το βαφτίσει Τσίκο Πετρίλο και τι θα γίνει αν πεθάνει;»

«Αχ!», τσίριξε ο πατέρας. «Τον καημένο, τον πολυαγαπημένο μας Τσίκο Πετρίλο!» Κι άρχισε κι εκείνος να θρηνεί, ενώ το κρασί τούς είχε φτάσει ώς τον αστράγαλο.

Οι καλεσμένοι περίμεναν, περίμεναν, κανένας δεν εμφανιζόταν. Τότε αποφάσισε να κατεβεί στο κελάρι ο γαμπρός. «Τι πάθατε και κλαίτε σαν μωρά;», ρώτησε τα πεθερικά και τη γυναίκα του, καθώς τσαλαβουτούσε στο χυμένο κρασί.

«Κλαίμε τον γιόκα σου, τον Τσίκο Πετρίλο», απάντησε ο πεθερός του.

Οταν ο γαμπρός κατάλαβε τι του έλεγαν, θύμωσε. «Μα πώς γίνεται να είστε τόσο ανόητοι;», ξέσπασε. «Φεύγω αυτή τη στιγμή, κι εσύ, αγαπημένη μου, δεν θα με ξαναδείς, εκτός κι αν στα ταξίδια μου συναντήσω τρεις ανθρώπους πιο κουτούς από σένα και τους γονείς σου!» Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά και βρόντηξε με θόρυβο πίσω του την πόρτα, αφήνοντας σύξυλους νύφη, πεθερικά και καλεσμένους.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ' ένα ποτάμι, όπου ένας άνθρωπος προσπαθούσε με μια τσουγκράνα να ξεφορτώσει μια βάρκα γεμάτη φουντούκια.

«Τι κάνεις εκεί, άνθρωπέ μου;», τον ρωτάει.

«Τόσες ώρες παλεύω και δεν έχω καταφέρει να πιάσω ούτε ένα».

«Μα φυσικά! Γιατί δεν δοκιμάζεις με το φτυάρι;»

«Το φτυάρι! Ούτε που μου πέρασε απ' το μυαλό!».

«Να ο ένας!» σκέφτηκε ο γαμπρός. «Αυτός είναι πιο κουτός απ' όλη την οικογένεια της γυναίκας μου μαζί».

Συνέχισε τον δρόμο του, κι έφτασε στις όχθες μιας λίμνης. Εκεί, ένας αγρότης προσπαθούσε να ποτίσει τις αγελάδες του μ' ένα κουταλάκι.

«Τι στο καλό κάνεις εκεί;»

«Τρεις ώρες προσπαθώ να σβήσω τη δίψα τους και δεν τα καταφέρνω».

«Και γιατί δεν αφήνεις τα ζώα σου να βάλουν τη μουσούδα τους στο νερό;»

«Τι ωραία ιδέα! Ποτέ δεν θα μπορούσα να τη σκεφτώ!»

«Να κι ο δεύτερος!», είπε από μέσα του το παλικάρι, και συνέχισε να περπατάει.

Λίγο πιο κάτω, βλέπει μια γυναίκα σκαρφαλωμένη σε μια μουριά, να κρατάει ένα ζευγάρι παντόφλες.

«Τι κάνεις εκεί πάνω, καλή μου γυναίκα;»

«Περιμένω τον άντρα μου. Πέθανε το πρωί και ο παπάς μού είπε ότι πήγε στον Παράδεισο. Εφερα τις παντόφλες του, να τις φορέσει τώρα που θα γυρίσει για το βραδινό».

«Να και η τρίτη!», σκέφτηκε ο γαμπρός.

Και ξαναγύρισε στο σπίτι του ευτυχισμένος, γιατί, όπως λένε, πάντα υπάρχουν και χειρότερα.

Από την "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" της "Ελευθεροτυπίας" της Παρασκευής, 28 Δεκεμβρίου 2007

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Σαβίτρι


Παλιό ινδικό παραμύθι, από το έπος Μαχατμπχαράτα
Στην Ινδία, τον πολύ παλιό καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς με πολλές γυναίκες, αλλά χωρίς παιδιά. Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, πρωί και βράδυ, γονατισμένος μπροστά στις φλόγες που έκαιγαν άσβεστες στον ιερό βωμό, προσευχόταν να του χαρίσουν οι θεοί ένα παιδάκι.

Μια νύχτα, από τις φλόγες αναδύθηκε μια λαμπερή θεά.

«Είμαι η Σαβίτρι, κόρη του Ηλιου. Οι προσευχές σου εισακούστηκαν. Πήγαινε στο καλό και περίμενε τον ερχομό της θυγατέρας σου».

Πέρασε ένας χρόνος, και η αγαπημένη σύζυγος του βασιλιά απέκτησε ένα κοριτσάκι. Την ονόμασαν Σαβίτρι για να τιμήσουν τη θεά.

Είχε πολλά χαρίσματα το παιδί. Ομορφιά, εξυπνάδα, και μάτια που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Ηταν τόσο ξεχωριστή, που οι άνθρωποι τη νόμιζαν θεά. Κι έτσι, όταν έφτασε η ώρα να παντρευτεί, κανένας άντρας δεν ήρθε να τη ζητήσει σε γάμο.

«Οι αδύναμοι άντρες αποστρέφουν το βλέμμα μπρος σε μια λάμψη όπως η δική σου», είπε ο πατέρας της. «Οι ανάξιοι σε φοβούνται. Πήγαινε μόνη σου να βρεις τον άντρα που σου αξίζει».

Κι έτσι η Σαβίτρι, με συνοδεία συμβούλων και υπηρετών, ξεκίνησε πάνω στον άσπρο της ελέφαντα να ταξιδέψει στη χώρα. Υστερα από μέρες πολλές έφτασε σε ένα ερημητήριο στις όχθες του ποταμού. Εκεί ζούσαν άνθρωποι πολλοί, που είχαν εγκαταλείψει τις πόλεις και τα χωριά τους, αναζητώντας την ηρεμία στην προσευχή και τη μελέτη.

Η Σαβίτρι μπήκε στην αίθουσα της λατρείας και γονάτισε μπροστά στον πιο ηλικιωμένο δάσκαλο· αλλά πριν προλάβει να σηκώσει το βλέμμα, ένας νεαρός άντρας με λαμπερά μάτια εμφανίστηκε στο κατώφλι, στηρίζοντας έναν άλλο άντρα, γέρο και τυφλό. «Ποιος είναι αυτός ο νέος;», ρώτησε η Σαβίτρι. «Είναι ο πρίγκιπας Σατιαβάν», είπε ο δάσκαλος, χαμογελώντας. «Οδηγεί τον πατέρα του, που κάποτε ήταν βασιλιάς, έχασε όμως τον θρόνο και μαζί το φως του. Το όνομα "Σατιαβάν" σημαίνει "γιος της αλήθειας", γιατί πραγματικά κανένας άντρας δεν έχει τις αρετές του».

Η Σαβίτρι κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν να ψάξει περισσότερο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Μπαίνοντας στο παλάτι, βρήκε τον πατέρα της να συζητάει με τον προφήτη Ναράντα.

«Κόρη μου», ρώτησε ο βασιλιάς, «βρήκες τον άντρα που θα παντρευτείς;»

«Ναι, πατέρα μου. Το όνομά του είναι Σατιαβάν».

Ο Ναράντα έβγαλε μια κραυγή. «Οχι τον Σατιαβάν! Πριγκίπισσά μου, κανένας δεν είναι πιο άξιος απ' αυτόν, αλλά δεν πρέπει να τον παντρευτείς! Γνωρίζω το μέλλον. Ο Σατιαβάν θα πεθάνει, σ' έναν χρόνο από σήμερα».

Ο βασιλιάς τινάχτηκε από το κάθισμά του. «Ακούς, κόρη μου;» είπε. «Διάλεξε άλλο σύζυγο, σε ικετεύω».

Ρίγος διέτρεξε τη Σαβίτρι, κι όμως είπε: «Διάλεξα τον Σατιαβάν, και δεν θέλω κανέναν άλλον. Οσο μικρή κι αν είναι η ζωή του, θα τη μοιραστώ μαζί του».

Κι έτσι ο βασιλιάς δέχτηκε, θέλοντας και μη, την απόφαση της κόρης του. Ο Σατιαβάν πλημμύρισε από χαρά στην ιδέα του γάμου με μια τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα, όμως ο πατέρας του, ο τυφλός βασιλιάς, ρώτησε τη Σαβίτρι: «Μπορείς να αντέξεις τη σκληρή ζωή του ερημητήριου; Θα περιβληθείς το απλό μας ένδυμα; Θα φορέσεις τον μανδύα μας από φλοιό των δέντρων; Θα τρως μονάχα φρούτα κι άγρια χόρτα;»

«Θα αψηφήσω κάθε κακουχία», είπε η Σαβίτρι. «Το ερημητήριο, στα μάτια μου, φαντάζει παλάτι».

Την ίδια μέρα, η Σαβίτρι και ο Σατιαβάν έκαναν, πιασμένοι χέρι χέρι, τρεις κύκλους γύρω από την ιερή φωτιά και, μπροστά στους ιερείς και τους ερημίτες, έγιναν σύζυγοι.

Εναν χρόνο έζησαν ευτυχισμένοι. Ομως η Σαβίτρι δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι πλησίαζε ο θάνατος του Σατιαβάν. Οταν πια δεν είχαν απομείνει παρά μονάχα τρεις μέρες, η Σαβίτρι πήγε στην αίθουσα της λατρείας, γονάτισε μπροστά στην ιερή φωτιά και προσευχήθηκε τρεις μέρες και τρεις νύχτες, χωρίς να φάει ούτε να κοιμηθεί.

Ανέτειλε ο ήλιος της τελευταίας μέρας, όταν η Σαβίτρι βγήκε από τον ναό. Είδε τον Σατιαβάν να κατευθύνεται προς το δάσος, μ' ένα τσεκούρι στον ώμο. Ετρεξε στο πλευρό του. «Θα 'ρθώ μαζί σου», είπε.

«Μείνε εδώ, αγαπημένη», είπε ο Σατιαβάν. «Πρέπει να φας και να αναπαυθείς».

«Η καρδιά μου λέει να σε ακολουθήσω», απάντησε η Σαβίτρι. Κι έτσι, πιασμένοι από το χέρι περπάτησαν στους δασωμένους λόφους. Τα λουλούδια μοσχοβολούσαν και οι φωνές των παγονιών αντιλαλούσαν ανάμεσα στους θάμνους. Στο τέλος σταμάτησαν σ' ένα ξέφωτο. Η Σαβίτρι έγειρε να ξεκουραστεί και ο Σατιαβάν βάλθηκε να κόβει ξύλα για τη φωτιά από ένα πεσμένο δέντρο. Δούλεψε έτσι μερικά λεπτά, όταν, ξαφνικά, ο κόσμος σκοτείνιασε. Το τσεκούρι τού έπεσε απ' τα χέρια.

«Πονάει το κεφάλι μου».

Η Σαβίτρι έτρεξε προς το μέρος του. Τον ξάπλωσε στη σκιά ενός δέντρου, με το κεφάλι του στα γόνατά της. «Το σώμα μου καίγεται! Τι μου συμβαίνει;», ψέλλισε τρομαγμένος ο Σατιαβάν. Υστερα έκλεισε τα μάτια. Η αναπνοή του λιγόστευε.

Η Σαβίτρι ύψωσε το βλέμμα. Ανάμεσα στα δέντρα διέκρινε έναν άντρα με βασιλική όψη, που ερχόταν να τη συναντήσει. Ελαμπε, μ' όλο που το δέρμα του ήταν πιο σκούρο κι από την πιο σκοτεινή νύχτα. Τα μάτια και ο μανδύας του είχαν το χρώμα του αίματος.

Τρέμοντας, η Σαβίτρι ρώτησε: «Ποιος είσαι;»

Απάντησε μια βαθιά, ευγενική φωνή. «Πριγκίπισσα, με βλέπεις μόνο με τη δύναμη της προσευχής και της νηστείας σου. Είμαι ο Γιάμα, ο θεός του θανάτου. Ηρθε η ώρα να πάρω την ψυχή του Σατιαβάν».

Ο Γιάμα έβγαλε μια μικρή θηλιά, την πέρασε μέσα από το στήθος του Σατιαβάν, σαν μέσα από τον άνεμο, και τράβηξε έξω ένα ομοίωμα του Σατιαβάν, μικρό σαν δαχτυλάκι.

Η αναπνοή του Σατιαβάν σταμάτησε.

Ο Γιάμα έκρυψε το ομοίωμα μέσα στον μανδύα του. «Μεγάλη ευτυχία περιμένει τον σύζυγό σου στο βασίλειό μου», είπε. «Ο Σατιαβάν ήταν άντρας με μεγάλη αρετή».

Υστερα ο Γιάμα στράφηκε προς τον Νοτιά, παίρνοντας τον δρόμο για τον τόπο του.

Η Σαβίτρι σηκώθηκε και άρχισε να τον ακολουθεί.

Ο Γιάμα βάδιζε με μεγάλες δρασκελιές, σαν να μην πάταγε στη γη και η Σαβίτρι αγωνιζόταν να μην τον χάσει από τα μάτια της. Ωρες πολλές περπάτησαν έτσι, με τη Σαβίτρι να τρέχει πίσω του γεμάτη αγωνία, όταν εκείνος επιτέλους σταμάτησε.

«Σαβίτρι! Δεν μπορείς να περάσεις στη χώρα των νεκρών!»

«Αφέντη Γιάμα, γνωρίζω πως δική σου υποχρέωση είναι να πάρεις τον άντρα μου. Ομως δική μου είναι να σταθώ πλάι του».

«Πριγκίπισσα, αυτή η υποχρέωση τελειώνει. Ομως θαυμάζω την πίστη σου. Γι' αυτό και θα εκπληρώσω μιαν ευχή σου - ζήτα μου ό,τι θες, εκτός από τη ζωή του άντρα σου».

«Παρακαλώ δώσε στον πεθερό μου πίσω το φως του και το βασίλειό του».

«Η όραση και ο θρόνος τού ανήκουν και πάλι».

Και ο Γιάμα συνέχισε να βαδίζει, με τη Σαβίτρι να τον ακολουθεί. Τα αγκάθια και το κοφτερό γρασίδι παραμέριζαν για να περάσει ο Γιάμα, κουρέλιαζαν όμως τα ρούχα της Σαβίτρι και κεντούσαν το δέρμα της.

«Σαβίτρι! Προχώρησες πάρα πολύ!»

«Αφέντη Γιάμα, ξέρω ότι ο άντρας μου θα βρει την ευτυχία στο βασίλειό σου. Ομως παίρνεις μακριά τη δική μου ευτυχία!»

«Πριγκίπισσα, ακόμη και ο έρωτας πρέπει να σκύβει το κεφάλι μπρος στη μοίρα. Ομως θαυμάζω την αφοσίωσή του. Ζήτα μου άλλη μια χάρη - ό,τι θελήσεις, εκτός απ' τη ζωή του άντρα σου».

«Κάνε ο πατέρας μου να αποκτήσει πολλά παιδιά ακόμα».

«Ο πατέρας σου θα αποκτήσει πολλά παιδιά ακόμα».

Ο Γιάμα στράφηκε και πάλι προς τον Νότο, με τη Σαβίτρι να ακολουθεί ξοπίσω του. Εφτασε σε μια ψηλή κορφή και σταμάτησε.

«Σαβίτρι! Σου απαγορεύω να προχωρήσεις!»

«Αφέντη Γιάμα, όλοι σε σέβονται και σε τιμούν. Ομως ό,τι κι αν γίνει, εγώ θα μείνω με τον Σατιαβάν».

«Πριγκίπισσα, θα σου το πω για τελευταία φορά: αυτό δεν πρόκειται να γίνει! Ομως θαυμάζω τη σταθερότητα και το θάρρος σου. Θα σου κάνω μια τελευταία χάρη - ό,τι θελήσεις, εκτός απ' τη ζωή του άντρα σου».

«Τότε χάρισε πολλά παιδιά σε μένα. Κι ας είναι αυτά, τα παιδιά του Σατιαβάν».

Τα μάτια του Γιάμα άνοιξαν διάπλατα. «Δεν ζήτησες να σου χαρίσω τη ζωή του άντρα σου, όμως δεν μπορώ να πραγματοποιήσω την επιθυμία σου χωρίς να τον ελευθερώσω. Πριγκίπισσα, το πνεύμα σου είναι πιο δυνατό και από τη θέλησή σου!»

Τράβηξε από τον μανδύα του την ψυχή του Σατιαβάν και έβγαλε τη θηλιά που την έπνιγε. Και η ψυχή πέταξε κατά τον Βορρά και γρήγορα χάθηκε απ' τα μάτια τους.

«Γύρνα πίσω, Σαβίτρι. Κέρδισες τη ζωή του άντρα σου».

Ο ήλιος έγερνε στη δύση του, όταν η Σαβίτρι έπαιρνε ξανά το κεφάλι του Σατιαβάν στα γόνατά της. Ξαφνικά, το στήθος του άρχισε να πάλλεται. Τα μάτια του άνοιξαν.

«Νύχτωσε κιόλας; Κοιμήθηκα πολύ. Μα τι συμβαίνει, αγαπημένη μου; Κλαις και ταυτόχρονα γελάς;»

«Αγαπημένε μου», είπε η Σαβίτρι, «ας γυρίσουμε στο σπίτι μας».

Από την "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" της "Ελευθεροτυπίας" της Παρασκευής, 28 Δεκεμβρίου 2007

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Κολομβία-Ο χαμένος φίλος


Ζούσαν κάποτε δυό άνθρωποι που μολονότι δεν έμοιαζαν καθόλου, ωστόσο ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Ο Καράο ήταν ψηλός και αδύνατος, με ευέξαπτο χαρακτήρα. Οι γροθιές του ήταν πάντα έτοιμες για καυγά και δεν φοβόταν κανέναν!

Ο φίλος του ο Πέδρο ήταν κοντός και χοντρός, με στρογγυλά γυαλιά και ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Του άρεσαν το καλό φαγητό και τα καλά βιβλία. Το μόνο που ήθελε, ήταν μια ήσυχη ζωή. Οι δυο φίλοι ζούσαν σε ράντσα που τα χώριζαν μόλις μερικά μίλια. Συχνά έτρωγαν μαζί, στο σπίτι του Πέδρο επειδή ήταν πολύ καλός μάγειρας.
Ένα βράδυ, οι δυο φίλοι μοιράστηκαν ένα υπέροχο δείπνο που περιλάμβανε τηγανητά φασόλια με γλυκάδια χοιρινού, μπανάνες, αβοκάντο και καλαμποκόπιτα. Μετά το φαγητό, ο Πέδρο στάθηκε στην πίσω αυλή. Κοίταξε τον ουρανό και συνοφρυώθηκε. Πλήθος απειλητικά σκούρα σύννεφα μαζεύονταν στον ορίζοντα, προμηνώντας θύελλα.
“Φαίνεται πως θα έχουμε δυνατή θύελλα” είπε ο Πέδρο. “Δε μένεις εδώ το βράδυ, Καράο?”πρότεινε στο φίλο του.
“Δεν φοβάμαι τις θύελλες”, γέλασε ο Καράο, τελειώνοντας το κρασί του. “Καλύτερα όμως να ξεκινήσω πριν αρχίσει η βροχή. Δεν θέλω να βρέξω το καινούριο μου καπέλο”.
“Αν είσαι βέβαιος πως δεν θα έχεις πρόβλημα…”, είπε ο Πέδρο. Ήξερε πως ήταν ανώφελο να διαφωνήσει με τον φίλο του – ο Καράο ήταν ο πιο πεισματάρης άνθρωπος του κόσμου.
Ο αδύνατος άντρας πήδηξε την εξώπορτα του μαντριού και πήγε προς το άλογό του.
“Θα σε δω αύριο φίλε μου” είπε.
“Πρόσεχε στο δρόμο, αμίγκο”, φώναξε ο Πέδρο πίσω του.
Λίγη ώρα αφότου ξεκίνησε ο Καράο, άνοιξαν οι ουρανοί. Η βροχή μαστίγωνε το σπίτι του Πέδρο, πλημμυρίζοντας το μαντρί και τη βεράντα. Μια φοβερή θύελλα είχε ξεσπάσει σε ολόκληρη τη σαβάνα, που ξερίζωνε δέντρα και γκρέμιζε σπίτια. Ήταν η χειρότερη καταιγίδα που είχε δει ποτέ ο Πέδρο και λυσσομανούσε ολόκληρη τη νύχτα.
“Ελπίζω ο Καράο να έφτασε καλά στο σπίτι του”, μονολόγησε ο Πέδρο, καθώς κουλουριαζόταν κάτω από τις κουβέρτες, ακούγοντας τον άνεμο να σφυρίζει μέσα από το σπίτι. Γύρισε από την άλλη κι αφού στριφογύρισε κάμποσες φορές, αποκοιμήθηκε.
Το επόμενο πρωινό ξημέρωσε φωτεινό και όμορφο. Μόνο οι ζημιές στα σπίτια και τα δέντρα μαρτυρούσαν τη θύελλα. Ένας καουμπόι χτύπησε την πόρτα του Πέδρο.
“Έχουμε άσχημα νέα, σενιόρ…”
Ο καουμπόι κρατούσε στα χέρια του το καινούριο καπέλο του Καράο, κατεστραμένο και γεμάτο λάσπη.
“Δεν έφτασε ποτέ στο σπίτι του…”
Ο Πέδρο νόμισε πως η καρδιά του θα σπάσει στα δυο. Ο καλύτερός του φίλος, είχε χαθεί! Ίσως είχε πέσει σε κάποιο ρέμα, ή είχε χαθεί στο δάσος. Αν είχε επιμείνει να περάσει τη νυχτιά ο Καράο στο σπίτι του, αυτό δεν θα είχε συμβεί… Ο καλύτερός του φίλος θα είχε σωθεί…
Ο καημένος ο Πέδρο, που ποτέ δεν του άρεσαν οι περιπέτειες, παρά μόνο η άνεση του σπιτιού του, πήρε έναν όρκο. Αν ο Καράο ήταν ζωντανός, θα τον έβρισκε και θα τον έσωζε. Ο Πέδρο είχε αποφασίσει να μην επιστρέψει στο σπίτι χωρίς αυτόν. Έτσι, αποχαιρέτησε τους γείτονές του, σέλωσε το άλογό του κι έφυγε για να βρει τον φίλο του.
Ο Πέδρο, στο υπόλοιπο της ζωής του, έψαξε ολόκληρη την Κολομβία, αλλά δεν βρήκε ποτέ τον Καράο. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν τα παράτησε. Μετά τον θάνατό του, το πνεύμα του Πέδρο επέστρεψε στη Γη με τη μορφή ενός καφέ πουλιού των βάλτων, ώστε να συνεχίσει να ψάχνει. Το πουλί αυτό είναι επίσης γνωστό το Πουλί που Κλαίει, εξαιτίας της δυνατής γοερής κραυγής του.
Αν πάτε ποτέ στην Κολομβία, ίσως το ακούσετε να πετάει μακρυά, φωνάζοντας τον χαμένο του φίλο, “Κα-ράαο! Κα-ράαο!”.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Μεξικό-Ο βάτραχος που τραγουδούσε


Κάθε μέρα μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, ένας γέρος γεωργός και οι τρεις γιοί του πήγαιναν στα χωράφια τους να δούνε αν ωριμάζει το καλαμπόκι που είχανε σπείρει.  “Όπου να ‘ναι θα το θερίσουμε”, είπε μια μέρα ο γέρο χωρικός.

Ένα πρωί όμως, καθώς παρατηρούσαν τα φυτά, είδαν ότι σε μια γωνιά ενός χωραφιού, κάτι ή κάποιος είχε τσακίσει τους βλαστούς και είχε φάει όλους τους ώριμους σπόρους. “Ποιος ήρθε εδώ χθες τη νύχτα;” φώναξε θυμωμένος ο γεωργός.
Οι τρεις γιοί του έψαξαν ολόγυρα, αλλά δε βρήκαν ούτε πατημασιές, ούτε κάποιο άλλο χνάρι του κλέφτη. “Απόψε τη νύχτα θα φυλάξεις το χωράφι και θα πιάσεις τον κλέφτη”, είπε ο γεωργός στο μεγαλύτερο γιό του.
Το βράδυ, ο μεγαλύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε μπροστά σε ένα πηγάδι. Πλάι του καθόταν ένας βάτραχος και τραγουδούσε.
“Σώπα! Η φωνή σου είναι απαίσια και το τραγούδι σου είναι κι αυτό απαίσιο! Σώπα, γιατί θα διώξεις τον κλέφτη που κυνηγώ”, διέταξε ο μεγαλύτερος γιος το βάτραχο. “Σε παρακαλώ, δώσε μου ένα κομμάτι από το κέικ σου”, παρακάλεσε ο βάτραχος. “Όχι δε σου δίνω”, φώναξε ο γιος.
Ο βάτραχος άνοιξε το στόμα του και τραγούδησε ακόμα πιο δυνατά, ένα ακόμα πιο μεγάλο τραγούδι. “Αν δεν εννοείς να σωπάσεις, θα σε κάνω εγώ να σωπάσεις”, φώναξε ο μεγαλύτερος γιος. Άρπαξε το βάτραχο και τον πέταξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε και κάθισε σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.
Όλη τη νύχτα έμεινε καθισμένος εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί, βρήκε κατάπληκτος πιο πολλά καλαμπόκια σπασμένα και φαγωμένα τα σπειριά τους. Όταν θα γύριζε σπίτι, θα έλεγε στον πατέρα του άσχημα νέα.
“Απόψε το βράδυ θα πας εσύ να φυλάξεις το χωράφι”, είπε ο πατέρας στο δεύτερο γιο του.
Μόλις βασίλεψε ο ήλιος, ο δεύτερος γιος πήρε το όπλο του κι ένα κέικ από καλαμπόκι και ξεκίνησε για το χωράφι. Όταν έφτασε στο πηγάδι, ο βάτραχος ήταν πάλι εκεί και τραγουδούσε δυνατά ένα μεγάλο τραγούδι.
“Τι τρομερός θόρυβος! Σε παρακαλώ σταμάτα!”, φώναξε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος σταμάτησε το τραγούδι. “Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο κέικ”, είπε. “Όχι, δε σου δίνω. Θα το φάω όλο εγώ”, απάντησε ο δεύτερος γιος. Ο βάτραχος ξανάρχισε το τραγούδι, ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά.
“Φτάνει πια!” Φώναξε ο δεύτερος γιος κι αρπάζοντας το βάτραχο από το ένα πόδι, τον έριξε μέσα στο πηγάδι. Ύστερα προχώρησε πιο κάτω, σε μιαν άκρη του καλαμποκοχώραφου.
‘Ολη τη νύχτα ο δεύτερος γιος έμεινε εκεί, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα. Το πρωί ήτανε πιο πολλά καλαμπόκια φαγωμένα κι έπρεπε να πει στον πατέρα του ότι δεν έπιασε τον κλέφτη.
Το άλλο βράδυ ο γεωργός έστειλε το μικρότερο γιό του να φυλάξει το καλαμπόκι. Ο μικρός ξεκίνησε για το χωράφι με το φόβο ότι αφού τ’ αδέρφια του δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη, ούτε κι αυτός θα το κατάφερνε. Σταμάτησε όταν άκουσε το βάτραχο να τραγουδάει, κοντά στο πηγάδι. “Πολύ ωραία η φωνή σου και το τραγούδι σου όμορφο” είπε.
“Χαίρομαι που σ’ άρεσε”, έκραξε ο βάτραχος και τραγούδησε ακόμη πιο δυνατά ένα πιο μεγάλο τραγούδι. “Θα μου δώσεις λίγο από το κέικ σου;”, ρώτησε όταν σταμάτησε το τραγούδι. “Βέβαια, πάρε όσο θέλεις”, είπε ο μικρός γιος και άφησε μπροστά στον βάτραχο ολόκληρο το κέικ.
Όταν ο βάτραχος κατάπιε και τα τελευταία ψίχουλα, είπε: “Aφού μου φέρθηκες τόσο καλά, θα σου πω ένα μυστικό. Στον πάτο αυτού του πηγαδιού, υπάρχει ένα μαγικό σμαράγδι, που μπορεί να πραγματοποιήσει τρεις επιθυμίες σου, τρεις ευχές”.
“Σ’ ευχαριστώ”, είπε ο μικρός γιος. Σκέφτηκε μια στιγμή. “Μπορώ να έχω ό,τι θέλω; Ό,τι μ’ αρέσει;”ρώτησε.
“Ό,τι και όποιον θέλεις”, έκρωξε ο βάτραχος. “Τότε θέλω μια γυναίκα” είπε ο γιος. “Πρέπει να πεις και τι είδους γυναίκα θέλεις και να ζητήσεις κι ένα σπίτι για να ζείτε”, είπε ο βάτραχος. “Τώρα σκύψε πάνω από το πηγάδι και πες τις ευχές σου”.
Ο γιος έσκυψε στο πηγάδι, πάνω από το κρύο νερό: “Θέλω μια γυναίκα όμορφη, καλή, να μαγειρεύει καλά, ένα ωραίο σπίτι κοντά στο πηγάδι και να μπορέσω να πιάσω τον κλέφτη των καλαμποκιών”, είπε πολύ δυνατά και καθαρά.
“Τώρα πρέπει να πάμε στο χωράφι”, είπε ο βάτραχος κι άρχισε να τραγουδάει δυνατά. Ο μικρός γιος τον έπιασε και τον έβαλε στον ώμο του και κίνησε για το καλαμποκοχώραφο.
Ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει πίσω στα μακρινά βουνά, όταν ένα πελώριο λευκό πουλί φάνηκε στον ουρανό. Πέταξε στο χωράφι και άρχισε να ξεσκίζει τα καλαμπόκια και να τα τρώει. Ο βάτραχος πήδηξε κοντά του κι άρχισε να του τραγουδάει ένα απαλό, γλυκό νανούρισμα. Το πουλί σταμάτησε να τρώει, έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε γρήγορα σε βαθύ ύπνο.
“Έλα εδώ”, είπε ο βάτραχος σιγανά στο μικρό γιο. “Αυτό το πουλί, στην πραγματικότητα είναι μια νέα και όμορφη κοπέλα. Μια κακιά μάγισσα την έκανε πουλί, γιατί η κοπέλα δεν ήθελε να παντρευτεί το φοβερό γιο της μάγισσας. Τώρα πάρ’ την και πήγαινέ την στον πατέρα σου”.
Ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε και τους δυο στο αγρόκτημα. “Αυτό το πουλί ειναι ο κλέφτης του καλαμποκιού”, είπε στον πατέρα του. Τ’ αδέρφια του θέλησαν να σκοτώσουν το πουλί, όμως ο μικρός γιος είπε: “Όχι, είναι δικό μου και θα το κρατήσω”.
Το άλλο πρωί, ο μικρός γιος πήρε το πουλί και το βάτραχο και τους πήγε στο πηγάδι. Εκεί, κοντά στο πηγάδι, ήταν ένα πανέμορφο σπίτι. Ξαφνικά, το πουλί εξαφανίστηκε, όμως την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και μια όμορφη κοπέλα βγήκε τρέχοντας έξω. Ο μικρός γιος κατάλαβε πως αυτή ήταν η μεταμορφωμένη κοπέλα και την ερωτεύτηκε αμέσως.
Από τότε ζήσαν μαζί ευτυχισμένοι ενώ ο βάτραχος ξαναπήγε κοντά στο ποτάμι και τραγουδούσε χαρούμενος…

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Αργεντινη-O αντρας στο Φεγγαρι


Κάποτε ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που το έλεγαν Αμάτα και ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, περικυκλωμένο από δάση, στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού. Η Αμάτα ήταν ονειροπαρμένη και είχε όλο παράξενες ιδέες. Φανταζόταν πως… υπήρχε κάποιος άντρας στο φεγγάρι που της χαμογελούσε από ψηλά κάθε βράδυ.
“Θέλω να τον παντρευτώ, μαμά”, έλεγε πεισματάρικα.
“Είναι ο ομορφότερος άντρας που έχω δει ποτέ”.
“Δεν υπάρχει κανένας άντρας στο φεγγάρι”, ανταπαντούσε απότομα η μητέρα της.
“Καιρός να βάλεις στην άκρη τα παιδιάστικα ονειροπολήματά σου. Πολλά παληκάρια του χωριού, ζήτησαν το χέρι σου. Ξέχνα το φεγγάρι και διάλεξε ένα από αυτά”.
Όμως, η Αμάτα, αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα από το φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν άλλον. Εκείνο το βράδυ, έβαλε τα υπάρχοντά της σε μια τσάντα και το έσκασε από το χωριό. Θα πήγαινε να βρει τον άντρα των ονείρων της και θα του έλεγε πόσο τον αγαπούσε. Εκείνος όμως, θα της απαντούσε?
Η Αμάτα περιπλανήθηκε στο δάσος, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν τόσο ψηλά στον νυχτερινό ουρανό…πως θα έφτανε τον αγαπημένο της? Προσπάθησε να τον φωνάξει, αλλά η φωνή της πνιγόταν από τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας. Προσπαθώντας να τον αγγίξει, σκαρφάλωσε στο ψηλότερο δέντρο του δάσους, σκίζοντας το φουστάνι της στα κοφτερά κλαδιά. Και πάλι όμως το φεγγάρι ήταν πολύ μακρυά.
Η Αμάτα κατέβηκε από το δέντρο και προσπάθησε να σκεφτεί. Στο τέλος αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό. Θα έφτανε το φεγγάρι από την κορυφή του?
Ξεκίνησε να ανεβαίνει το μονοπάτι, ακολουθώντας τα πανάρχαια περάσματα που είχαν ανοίξει οι βοσκοί, αφήνοντας πίσω της το φιλόξενο δάσος. Το χιόνι στο βουνό, μελάνιασε τα γυμνά πόδια της και οι αιχμηρές πέτρες, ξέσκισαν τις μικρές πατούσες της, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Έφτανε πιο κοντά στον άντρα που αγαπούσε. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και φώναξε: “Γειά σου..γειά σου..”
Και πάλι όμως ο άντρας στο φεγγάρι, ήταν πολύ μακρυά. Βαριά σύννεφα φορτωμένα βροχή, σχημάτισαν μια κουρτίνα ολόγυρά του και εξαφανίστηκε από τα μάτια της. Το καημένο το κορίτσι, πήρε με δυσκολία το δρόμο του γυρισμού, κλαίγοντας με λυγμούς από την απελπισία. Ήταν αποφασισμένη να μην επιστρέψει στο χωριό της. Αν δεν μπορούσε να έχει τον άντρα στο φεγγάρι, δεν ήθελε κανέναν…
Στο δάσος σταμάτησε για να πλύνει τα κουρασμένα και πληγιασμένα πόδια της σε μια λίμνη. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το φεγγάρι ήταν εκεί, φανερωμένο πια από τα σύννεφα και επέπλεε στο νερό της λίμνης. Η Αμάτα, είχε ανεβεί στην κορυφή του βουνού για να τον φτάσει, όμως αυτός ήταν εκεί, μπροστά στα πόδια της. Τι όμορφος που ήταν και πόσο χαρούμενος φαινόταν που την έβλεπε! Άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει το πρόσωπο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στη λίμνη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το χαμόγελό του…
Ψηλά, ανάμεσα στ’ αστέρια, ο θεός Τούπα, που παρακολουθούσε όλο αυτό τον καιρό την Αμάτα, δεν άντεξε τόσο πόνο. Ένα τόσο γενναίο κορίτσι, άξιζε καλύτερη μοίρα, ένα πιο ευτυχισμένο τέλος. Ο θεός, ανοιγόκλεισε τα μάτια και η Αμάτα, επέπλευσε και πάλι στην επιφάνεια του νερού, μεταμορφωμένη σ’ ένα πανέμορφο νούφαρο.
Ακόμη και σήμερα, το νούφαρο και ο άντρας στο φεγγάρι συναντιούνται κάθε βράδυ στη λίμνη και θαυμάζει ο ένας, την αιώνια ομορφιά του άλλου…

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Mικροιστορίες σε 140 χαρακτήρες


# 111 :
Ο σκύλος κοίταξε το αφεντικό του με αγάπη. Το αφεντικό όμως ήταν
άνθρωπος, ανώτερο όν. Γι’ αυτό το άφησε στο δρόμο ολομόναχο χωρίς
τύψεις.
_Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης


# 115 :
Οι καουμπόηδες στο εξώφυλλο της έγνεφαν από ώρα. Τιμή: δυο ευρώ.
Έψαχναν παρέα και ράφι. Ένας αιώνας. Με αγάπη, πάντα υπάκουος, η
αφιέρωση.
_Μαγδαληνή Καστάνη


# 122 :
Στο σκοτάδι, η παρουσία της ήταν παντού. Μπορούσε να μυρίσει τ'
άρωμα της. Ένιωσε τα χείλη της στα δικά του. Το ξυπνητήρι σκότωσε τ'
όνειρο.
_Αλέξανδρος Κόκκορης


# 126 :
Φυσούσε. Μεσάνυχτα και ακόμα φυσούσε. Κοιμήθηκα και μέσα στα
όνειρά μου πάντα… φυσούσε. Έπειτα κάποιος με φίλησε! Νόμισα…
Ήταν ο άνεμος.
_Μάνος Κοντολέων


# 131 :
Φλερτάρεις με το θάνατο! Της φώναζα. Δεν άκουγε. Της το φωνάζω
πάλι, μόνο που τώρα πια, δε μπορεί να με ακούσει.
_Πέρσα Κουμούτση


# 140 :
Φθινόπωρο. Δάκρυα στα τζάμια, ιδρώτας στα σεντόνια. Μετά σιωπή.
Ντύνεσαι και φεύγεις. Ανάσες οι στιγμές, αιώνια η αναμονή. Μέχρι την
επόμενη εποχή.
_Άγης Κριμπένης


# 318 :
Πίστευαν ότι θα πεθάνει, νόμιζε πως θα αυτοκτονήσει. Τελικά φάνηκε
ότι με αντάλλαγμα λίγα δευτερόλεπτα ήλιου θα υπέμενε κι άλλα.
_Λένα Φουτσιτζή


Oι μικρές ιστορίες προέρχονται από τη συλλογή μικροδιηγημάτων #Tweet_Stories
διανέμεται ελεύθερα στο Διαδίκτυο σε μορφή ψηφιακού βιβλίου
με άδεια Creative Commons

Μπορείτε να κατεβάσετε τη συλλογή από εδώ: http://www.openbook.gr/2012/03/tweet-stories.html

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Παραμύθι: H νεράιδα και ο δράκος

Ήταν κάποτε ένας δράκος.
Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν σε βουνά και σε σπηλιές.
Άλλωστε τι άλλο να έκανε από το να πετά από το ένα βουνό στο άλλο πότε να συλλογίζεται για την ύπαρξή του και πότε να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του και να φυσά φλόγες.

Μια μέρα λοιπόν μια νεράιδα ήρθε και κάθησε στη μύτη του... Ο δράκος ξαφνιάστηκε.
Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:

- Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
- Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις

- Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
- Όχι...όποτε θέλω εξαφανίζομαι.

- Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;

Η νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση...όμως του απάντησε
- Όχι...όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.

Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει...όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή νεράιδα... Θέλησε να τη φιλήσει...η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της. Ο δράκος δάκρυσε...όμως τα δάκρυά του την έπνιγαν.

Η μικρή νεράιδα πέθαινε στην αγκαλιά του ...του ψιθύριζε απλά το μυστικό...

...δε φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις...
....πρέπει και να μπορείς....

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Παραμύθι από τη Βόρεια Αμερική-H μαγική κούκλα


Ο Γουέζις ζούσε με τους γονείς του και τα έξι αδέρφια του μέσα σε ένα μεγάλο δάσος. Ήταν ο πιο μικρός, όμως μπορούσε να τρέχει πιο γρήγορα, να σκοπεύει πιο μακρυά και να κυνηγάει πιο καλά απ' όλους. Τ' αδέρφια του τον ζήλευαν πολύ και συχνά του έπαιζαν άσχημα παιχνίδια. Ο Γουέζις αισθανόταν όλο και πιο δυστυχισμένος. "Δεν πάμε καλά", σκέφτηκε. "Πρέπει να πάω να ζήσω κάπου αλλού" Η μητέρα του μάντεψε τα σχέδιά του και αν και δεν της άρεσε που θα έφευγε, του έφτιαξε ένα όμορφο ζευγάρι μοκασίνια από πολύ καλό δέρμα. Ο Γουέζις τα φόρεσε και ήταν τέλεια. Φίλησε τη μάνα του, την αποχαιρέτησε και ξεκίνησε για το δάσος.Ο Γουέζις δεν ήξερε πως ο μεγάλος θεός Γκλούσκεϊπ νοιαζόταν γι αυτόν. Ο Γκλούσκεϊπ θέλησε να τον δοκιμάσει. Μεταμορφώθηκε σε γέρο και άρχισε να προχωρά στο μονοπάτι, μπροστά από τον Γουέζις. Όταν ο Γουέζις κόντευε να τον φτάσει, ο γέρος άφησε να του πέσει κάτω ένα μικρό, ξύλινο κουτί. Ο Γουέζις έσκυψε και το σήκωσε. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να το ανοίξει ή να το χώσει στην τσέπη του, όμως τελικά έτρεξε πίσω από το γέρο. "Παππού", είπε, "σας έπεσε αυτό" και του έδωσε το κουτί Ο γέρος πήρε το κουτί και τον ευχαρίστησε. "Μπορείτε να μου πείτε παππού", ρώτησε ο Γουέζις, "που βγάζει αυτό το μονοπάτι?" "Πάει σ' ένα χωριό", απάντησε ο γέροντας. "Όμως ο δρόμος είναι πολύ ανώμαλος". Ο Γουέζις έριξε μια ματιά στα γυμνά πόδια του γέρου. Ήταν πληγωμένα από τις κοφτερές πέτρες και τ' αγκάθια. Έβγαλε τα όμορφα καινούρια μοκασίνια και του τα έδωσε. "Πάρτα, αυτά, παππού" του είπε. Ο γέρος χαμογέλασε, τα πήρε και τα φόρεσε. Την ώρα που ο Γουέζις ετοιμαζόταν να πάρει το μονοπάτι, ο γέρος του είπε: "Πάρε αυτό το κουτί και να το προσέχεις πολύ". Μετά εξαφανίστηκε. Ο Γουέζις ταράχτηκε. "Θα ήταν μάγος αυτός ο άνθρωπος", σκέφτηκε. Ύστερα άνοιξε το κουτί. Είχε μέσα μια μικρή κούκλα από χόρτο. "Ω, μα δεν παίζω με κούκλες", είπε απογοητευμένος. Όμως η κούκλα του μίλησε και είπε: "Θα κάνω ότι με διατάξετε". Ο Γουέζις ταράχτηκε τόσο πολύ, που παραλίγο να του πέσει το κουτί από τα χέρια. Τα είχε χαμένα. Ωστόσο, ξανάβαλε το κουτί στην τσέπη του και πήρε βιαστικά το μονοπάτι μέσα από το δάσος.Όταν έφτασε στο χωριό, οι άνθρωποι τον υποδέχτηκαν λέγοντας: "Ο αρχηγός μας έχει πάει να κυνηγήσει. Όμως έλα στη σκηνή του". Στη σκηνή, βρισκόταν η όμορφη Σιμπόουζις, κόρη του αρχηγού. Του πρόσφερε φαγητό και νερό και όσο αυτός έτρωγε και έπινε, συζητούσε μαζί του. Όταν ο αρχηγός γύρισε από το κυνήγι, καλοσώρισε τον Γουέζις, όμως δυσαρεστήθηκε όταν πρόσεξε πόσο φιλικά μιλούσε η κόρη του με έναν ξένο. Κατάλαβε ακόμη πως ο ξένος αυτός είχε ερωτευτεί την κόρη του και σίγουρα θα την ήθελε για γυναίκα του. Όμως αυτός ήθελε να την παντρέψει με κάποιον από τη δικιά τους φυλή. Ο Γουέζις έμεινε στο χωριό και πηγαινε για κυνήγι μαζί με τους νέους του χωριού μιλώντας με την Σιμπόουζις όποτε έβρισκε ευκαιρία. Μια μέρα, είπε στον αρχηγό: "Μπορώ, σας παρακαλώ, να παντρευτώ την κόρη σας? Την αγαπώ και νομίζω πως μ' αγαπάει κι εκείνη". Ο αρχηγός κατσούφιασε και έμεινε σκεπτικός για λίγο. Ύστερα είπε δείχνοντάς του με το χέρι του την απέναντι πλευρά του ορίζοντα: "Μπορείς να παντρευτείς την Σιμπόουζις, αν μετακινήσεις από εκεί, εκείνο το βουνό. Μ' εμποδίζει όταν πηγαίνω για κυνήγι".  Χαμογέλασε πολύ σίγουρος ότι ζήτησε από τον Γουέζις κάτι εντελώς αδύνατο. Εκείνη τη νύχτα ο Γουέζις, όταν όλοι είχαν κοιμηθεί, σύρθηκε έξω από τη σκηνή του, άνοιξε το κουτί και ψιθύρισε στη μικρή, χόρτινη κούκλα: "Βγάλε ,μου από εκεί αυτό το βουνό". Μετά, γύρισε στο κρεβάτι του και κοιμήθηκε.Το πρωί ο αρχηγός ξύπνησε και πετάχτηκε έξω από τη σκηνή του. Κοίταξε ολόγυρα και τα 'χασε. Έτριβε τα μάτια του. Το βουνό είχε εξαφανιστεί! Το μονοπάτι του για το κυνήγι προχωρούσε ίσια ολόισια, ανάμεσα στα δέντρα. Κατέβασε τα μούτρα του θυμωμένος. "Εδώ δούλεψε κάτι μαγικό", σκέφτηκε. "Δίχως μάγια, κανένας δεν μπορεί να μετακινήσει ολόκληρο βουνό".Όταν ο αρχηγός είδε τον Γουέζις, τον συγχάρηκε και προσποιήθηκε ότι είναι ευχαριστημένος. Του ζήτησε όμως να κάνει άλλο ένα κατόρθωμα πριν να παντρευτεί την Σιμπόουζις. "Από την άλλη μεριά της λίμνης", είπε, "είναι μια άγρια φυλή πολεμιστών που συνέχεια βρίσκεται σε πόλεμο μαζί μας. Θέλω να περάσεις τη λίμνη, να τους πολεμήσεις και να τους νικήσεις".Ο Γουέζις δεν είπε τίποτα. Κατέβηκε προς τη λίμνη, ανέβηκε σε μια πιρόγα, έπιασε τα κουπιά και κατευθύνθηκε προς την απέναντη όχθη της λίμνης. Όλο το χωριό ξεσηκωμένο, τον παρακολουθούσε. Μαζί, τον έβλεπε και η Σιμπόουζις, με δάκρυα στα μάτια.Ολόκληρη εκείνη τη μέρα, όλοι οι χωριανοί ήταν στο πόδι. Ο απόηχος της μάχης που γινόταν στην απέναντι πλευρά της λίμνης, έφτανε ως αυτούς. Όταν βράδιασε, σώπασαν τα πάντα. Περίμεναν να πέσει το σκοτάδι, όμως καμιά πιρόγα δεν πέρασε από τη λίμνη. Όλοι ήταν σίγουροι πως ο Γουέζις ήταν νεκρός.Την άλλη μέρα ο αρχηγός είχε ετοιμάσει μια γαμήλια τελετή. Θα πάντρευε την Σιμπόουζις με έναν νέο από τη φυλή τους. Η Σιμπόουζις είχε φορέσει το νυφικό της, όμως τα μάτια της ήταν κατακόκκινα από τα κλάματα. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο αρχηγός είπε: "Ας έρθει τώρα ο γαμπρός"."Εδώ είμαι", είπε ήρεμα ο Γουέζις βγαίνοντας από το δάσος. Πήγε κοντά στην Σιμπόουζις, που χάρηκε πολύ που τον έβλεπε γερό και ζωντανό, έπιασε το χέρι της και της χαμογέλασε. Ο αρχηγός, ήταν πολύ θυμωμένος με την εξέλιξη, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί είχε δώσει το λόγο του. Έτσι ο Γουέζις και η Σιμπόουζις παντρεύτηκαν και ζήσαν μαζί ευτυχισμένοι.Όταν πέθανε ο αρχηγός, ο Γουέζις έγινε αυτός αρχηγός της φυλής και κυβέρνησε με σοφία. Όμως, ποτέ δεν ξαναζήτησε βοήθεια από τη χόρτινη κούκλα του κουτιού..