Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 18


                  Δύο ζευγάρια μάτια που λαμπύριζαν στο σκοτάδι έκαναν την εμφάνισή τους, Η Νέξ, μπόρεσε να καταλάβει ότι τα πλάσματα πλησίαζαν ταχύτατα την άμαξα. Ο ξωτικός αδυνατούσε να πιέσει περισσότερο το άτι, καθώς ο δρόμος που διέσχιζαν ήταν κακοτράχαλος. Ένα λάθος αρκούσε για να χαθούν στην άβυσσο του σκοταδιού.
                  «Τι κάνουμε;», ρώτησε η γυναίκα τόσο ήρεμα που ο αμαξάς για κάτι δεύτερα πίστεψε πως τα πλάσματα είχαν πάψει να τους κυνηγάν με λύσσα.
                  «Για όπλο έχω μόνο αυτό το τόξο», είπε ο άνδρας δείχνοντας ένα ξύλινο κακοφτιαγμένο τόξο που κείτονταν δίπλα από ένα κοριτσάκι με πυρόξανθο μαλλί.
                  Χωρίς να πει κουβέντα η πριγκίπισσα του βασιλείου των ανθρώπων γράπωσε το τόξο. Ψάχνοντας στο σκοτάδι βρήκε δύο βέλη. Άμεσα, μηχανικά έπιασε το ένα βέλος και με ευλάβεια το ακούμπησε στο σκοινί του τόξου. Σημάδεψε προσεκτικά. Δεν έπρεπε να αστοχήσει. Η πίεση για λίγο την έκανε να σκεφτεί ξανά την πράξη της και να αλλάξει θέση νομίζοντας πως έτσι θα βελτίωνε τη δεινότητα του χτυπήματος. Έπρεπε να είναι θανάσιμο. Έπρεπε να χτυπήσει ανάμεσα από τα μάτια.
                   Το βέλος έφυγε σφυρίζοντας. Τα δύο πλάσματα για κλάσματα του δευτερολέπτου έμειναν ακίνητα. Παρακολουθούσαν την πορεία του φονικού όπλου. Για λίγο το θύμα πίστεψε πως θα αστοχούσε η τοξοβόλος. Για λίγο αισθάνθηκε πως θα την γλίτωνε κι αυτή τη φορά. Καρφώθηκε ανάμεσα στα δυο μπιρμπιλωτά μάτια του αριστερού πλάσματος. Εκείνο ούρλιαξε με μανία. Ο φίλος του βλέποντας τον θάνατο να είναι έτοιμος να οδηγήσει και τον ίδιο σε άλλα άγνωστα μονοπάτια μακριά από την οροσειρά του Λόριφ αποφάσισε πως έπρεπε να κινηθεί γρηγορότερα. Ασυναίσθητα μεγάλωσε τον διασκελισμών των ποδιών του και σαν καλοκουρδισμένη μηχανή άρχισε να φτάσει σε σημείο αναπνοής από τον αιμοβόρο εχθρό.
                     Η τοξοβόλος αντίκρισε για πρώτη φορά το φριχτό πρόσωπο του εχθρού. Οι αμυδρές ακτίνες του φεγγαριού φανέρωναν τόσο το παραμορφωμένο πρόσωπο που έμοιαζε με αγριογούρουνο όσο και το κατάμαυρο τριχωτό σώμα με την ουρά που θύμιζε λύκο. Το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο κι από μέσα έτρεχε ένα παχύρευστο πρασινωπό υγρό.
                     «Τι είναι αυτό;», ρώτησε εμφανώς πιο τρομοκρατημένα από πριν τον συνοδοιπόρο.
                     «Τέρας της φύσης. Ο χρόνος κυλάει χωρίς να νοιάζεται για τα προβλήματα που προκαλεί. Με το πέρασμά του τα πάντα αλλάζουν. Οι πληγές επουλώνονται, τα παιδιά μεγαλώνουν και η φύση γεννάει νέα τερατουργήματα φροντίζοντας να ισοσταθμίζει τον αριθμό των αποθανόντων. Ο δρόμος είναι επικίνδυνος, γι’ αυτό οφείλουμε να προσέχουμε διαρκώς», ανέφερε ο ξωτικός με παρρησία. Τόσα χρόνια μέσα σ’ αυτά τα καταραμένα όρη είχε μάθει πολλά για τη ζωή.
                      Η Νέξ ζύγισε τον κινούμενο στόχο. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν δυσκολότερα. Το βέλος τραβήχτηκε δυνατά από το ξύλινο πάτωμα του κάρου. Ήταν το τελευταίο που είχε στη διάθεσή της. Έπρεπε να χτυπήσει το τέρας στο ίδιο σημείο με το προηγούμενο. Κρύος ιδρώτας έλουζε το κορμί της. Είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για τις δυνατότητές της. Όμως, έπρεπε να το κάνει.
                       Το δεύτερο βέλος έφυγε σφυρίζοντας ξανά. Δυστυχώς, δεν βρήκε το πλάσμα ανάμεσα στα μάτια, αλλά στην δεξιά κόρα. Το τέρας δεν ούρλιαξε δυνατά. Τρέκλισε για λίγο και παραπατώντας έπεσε στην άβυσσο. Η Νέξ είχε καταφέρει να διώξει την απειλή.
                       Το κάρο χαμήλωσε ταχύτητα. Η λουσμένη από τον ιδρώτα γυναίκα έστρεψε το βλέμμα προς τα μπροστά. Μέσα στα βράχια ήταν χτισμένο ένα μεγάλο, ετοιμόρροπο κτίριο.
                       «Φτάσαμε στο πανδοχείο», αναφώνησε ο ξωτικός ……………
                   
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 17


                 Είχαν φτάσει σε μια χαράδρα, όταν το φεγγάρι ανέβηκε πάνω στον ουρανό. Η Νέξ εδώ και ώρα κοίταγε το τοπίο τριγύρω της χωρίς να μιλάει. Ένιωθε πως έπρεπε με κάποιο τρόπο να εγκαταλείψει το κάρο με την έντονη δυσοσμία. Κάποια δύναμη όμως βαθιά μέσα της απαγόρευε  να πηδήξει κάτω από την άμαξα. Η λογική άλλωστε έλεγε ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν. Ποτέ της μέχρι τώρα δεν είχε βγει έξω από τα περίχωρα του Βόρειου Βασιλείου. Πως θα προχωρούσε μόνη της μέσα στο σκοτάδι στην οροσειρά Λόριφ που την έζωναν αρχέγονοι μύθοι τόσο τρομαχτικοί που ακόμα και ο πατέρας της είχε φοβηθεί να την εξερευνήσει με σκοπό να εξολοθρεύσει τους κλέφτες, τα τελώνια και γενικότερα τα όργανα του κακού που ζούσαν για χρόνια στην οροσειρά σκορπίζοντας το φόβο σε όποιον διαβάτη είχε το θράσος να πατήσει το πόδι του. Η μόνη οργάνωση που είχε αφανιστεί από τον Λύριο ήταν η οργάνωση των Σκιών.
                    Ο ξωτικός με το κασκέτο σταμάτησε απότομα το κάρο. Η Νέξ μην μπορώντας να προβλέψει τη στάση σκόνταψε. Το πρόσωπό της βρέθηκε να κοιτάζει κατάματα έναν νεαρό ιππότη χωρίς μάτια. Μάλλον κάποιο όρνιο είχε φροντίσει να ρουφήξει τις κόρες των ματιών του πριν ο ξωτικός τον πάρει για μεταφορά. Ο οδηγός λοιπόν, έπιασε το άτι από τα γκέμια και αργά αλλά σταθερά το κατεύθυνε μέσα στο σκοτάδι.
                   «Δεν έχεις καμιά δάδα;», ρώτησε η γυναίκα με ολοφάνερη δυσαρέσκεια.
                   «Μην φωνάζεις. Δεν πρέπει να ανάβουμε το βράδυ στην συγκεκριμένη οροσειρά φωτιά. Εκεί έξω υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι. Όποιος δεν είναι προσεχτικός και έξυπνος δεν ξαναβλέπει το φως της μέρας αν κάνει έστω κι ένα μικρό λαθάκι. Οι καιροί είναι δύσκολοι ή μάλλον οι καιροί ήταν πάντα δύσκολοι. Οι σκληροί  μέσα σ’ αυτή την χαλεπή περίοδο επιβιώνουν, ενώ οι αδύναμοι αφανίζονται είτε εξουσιάζονται από άλλους. Εγώ, μπορεί να σου φανεί παράξενο, μα δεν εξουσιάζομαι από κανένα. Είμαι, ένας έμπορος που κάνει με σύνεση τη συγκεκριμένη δουλειά για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Ναι, ακόμα και την δήθεν ευμάρεια του Έσω Κόσμου την ίδια δουλειά έκανα. Αυτή τη διαδρομή που βλέπεις, την έχω περπατήσει μυριάδες φορές μαζί με τη γέρικη φοράδα μου. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, η συγκεκριμένη οροσειρά, το συγκεκριμένο μονοπάτι δεν άλλαξε καθόλου», είπε ο άνδρας κάνοντας νόημα να μείνει όσο πιο ήσυχα μπορούσε.
                      Το κάρο έστριψε με δεξιοτεχνία. Η μπροστινή ρόδα που κοίταζε προς το απόλυτο σκοτάδι έμεινε για λίγο στο αέρα. Ύστερα, όταν πήραν τη στροφή πάτησε πάλι σε στερεό έδαφος. Ωστόσο, βρήκε μια πέτρα. Χτυπώντας την έπεσε στη χαράδρα. Ο ξωτικός γύρισε ταραγμένος προς την γυναίκα. Τα γαλάζια μάτια του θύμιζαν θαλασσοταραχή. Ανέβηκε άμεσα στη θέση του και μαστίγωσε με το καμουτσίκι του το άλογο.
                       «Τρέξεεεεεεεεεεεεεεε», φώναξε ο αμαξάς παρακαλώντας από μέσα του η γέρικη φοράδα να τρέξει με όλη της τη δύναμη γλιτώνοντάς τους από το βέβαιο θάνατο.
                    Η Νέξ παρακολουθούσε την αντίδραση του άνδρα με εύλογη απορία. Πραγματικά, αδυνατούσε να αντιληφθεί γιατί ο οδηγός είχε πεθάνει από το φόβο του. Οι σκέψεις της διακόπηκαν βίαια λόγω των ανατριχιαστικών κραυγών που ακούγονταν να έρχονται από το σημείο που λίγο πιο πριν είχε πέσει η πέτρα.
                   Οι κραυγές πλησίαζαν. Ακούγονταν οργισμένες. Μακάρι ο μεγαλοδύναμος να τους βοηθούσε αυτή τη φορά, γιατί πραγματικά τον χρειάζονταν………..    

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 
                    

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 16


                Κεφάλαιο Δεύτερο: Κυνηγητό μες στα Όρη

                  Το τράνταγμα του κάρου έκανε την γυναίκα να ανοίξει τα μάτια της. Οι όρε των ματιών με δυσκολία διέκριναν τον οδηγό του κάρου. Τα αυτιά του ήταν μεγάλα και μυτερά, ενώ το κεφάλι του κοσμούσε ένα πράσινο κασκέτο. Ο ξωτικός έδειχνε να μην διάζεται να φτάσει στον προορισμό του. Ήταν χαλαρός, σφύριζε και τραγουδούσε περιχαρής. Το άλογο του φαινόταν γέρικο και ταλαιπωρημένο. Έπρεπε να είχε διαβεί το συγκεκριμένο πέρασμα αρκετές φορές, γιατί έδειχνε να απολαμβάνει την διαδρομή παρόλο που κουβαλούσε ένα αρκετά δυσάρεστο φορτίο.
                   Η Νέξ μύρισε μια έντονη μυρωδιά που θύμιζε σαπίλα. Κοιτάζοντας γύρω της συνειδητοποίησε πως βρισκόταν σ’ ένα κάρο που μετέφερε πτώματα. Το στομάχι της ανακατεύτηκε, αλλά κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μην ξεράσει, καθώς ένα μαντήλι της φίμωνε το στόμα.
                   Οι αναταράξεις την δυσκόλεψαν να φτάσει το ξωτικό με το κασκέτο. Οι ρόδες χτύπαγαν συνεχώς σε πέτρες και η Νέξ έπεφτε μπρούμυτα στο κάρο. Τελικά, κατάφερε μετά από ώρα να φτάσει το ξωτικό. Τον σκούντηξε, καθώς ήθελε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί.
                  Ο ξωτικός όταν ένιωσε τα κρύα γυναικεία της χέρια να ακουμπούν τον ώμο του σταμάτησε αμέσως το κάρο. Το άλογο χλιμίντρισε, αλλά σταμάτησε σχεδόν αμέσως την πορεία του.
                  «Τι θες και με ενοχλείς;», ρώτησε ο ξωτικός με δυσαρέσκεια.
                  Η Νέξ προσπάθησε να μιλήσει, μα το φίμωτρο στο στόμα την άφησε να βγάλει μόνο κάποιους παράξενους βρυχηθμούς.
                  «Α, ναι το ξέχασα», είπε ο οδηγός λύνοντας το μαντήλι από στόμα της.
                 «Που πηγαίνουμε και τι έγινε όση ώρα είμαι λιπόθυμη;», ρώτησε η πριγκίπισσα ελπίζοντας ο οδηγός να την λυπηθεί και να της εξιστορήσει τα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα όση ώρα ήταν αναίσθητη.
                 «Μπα, δεν ξέρω πολλά. Απλά με σταμάτησαν στο δρόμο και μου είπαν να σε πάρω μαζί μου με το αζημίωτο φυσικά. Εγώ συμφώνησα να σε πάρω μαζί μου στο κάρο και ξεκίνησα το ταξίδι μου για το δυτικό βασίλειο»
                 «Γιατί βρισκόμαστε ανάμεσα στα βουνά;»
                 «Είμαστε στην οροσειρά Λόριφ αγαπητή δεσποσύνη. Σε παρακαλώ, ρίξε κάτι επάνω σου, γιατί δεν επιθυμώ να σε βλέπω γυμνή. Όχι ότι δεν μου αρέσει κιόλας, αλλά με σκανδαλίζεις και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Να, εκεί στην άκρη δίπλα στο ακέφαλο αγόρι έχει κάποια ρούχα που νομίζω ότι θα σου κάνουν», είπε ο ξωτικός δείχνοντας στην πριγκίπισσα το μέρος που εννοούσε.
                 Η Νέξ, πλησίασε το αγόρι και έπιασε τα ρούχα, τα οποία  απέπνεε μια έντονη μυρωδιά που  έφερνε αναγούλα. Τα κοίταξε καλά και απευθύνθηκε ξανά στον οδηγό.
                 «Δεν έχεις να μου δώσεις άλλα ρούχα, αυτά βρωμάνε. Δεν μπορώ να τα φορέσω», είπε η γυναίκα δείχνοντας έντονη δυσαρέσκεια.
                 «Αυτά είναι προς το παρόν. Αργότερα ίσως βρούμε κάποια καλύτερα. Προς το παρόν δεν έχω να σου κάποια άλλα. Κοίταξε, σε λίγη ώρα θα κοιμηθούμε σ’ ένα πανδοχείο. Εκεί σίγουρα θα μας βοηθήσουν», είπε ο ξωτικός με το κασκέτο διατάζοντας το γέρικο άλογο να ξεκινήσει ξανά την πορεία του.
                  Η Νέξ μην μπορώντας να κάνει αλλιώς έβαλε τα ρούχα. Κάθισε δίπλα στα πτώματα και περίμενε να φτάσουν στο πανδοχείο………..
                    
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 
                    

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 15


               Η επαγγελματίας δολοφόνος είχε αφεθεί στη δύναμη της στιγμής. Ένιωθε ικανή να υλοποιήσει οτιδήποτε επιθυμούσε. Είχε ξεχάσει όμως ότι απέναντί της είχε μια γυναίκα εμφανώς νεότερη, αλλά πολύ πιο δυνατή. Τόσα χρόνια στο παλάτι μπορεί να ζούσε μέσα στη χλιδή, αλλά είχε διδαχτεί και άλλα πολλά. Πέρα από την ανάγνωση ρουνικών, γνώριζε να χρησιμοποιεί άριστα το τόξο. Είχε επιλέξει αυτό το όπλο, καθώς η φύση την είχε προικίσει με πρωτόγνωρη οξυδέρκεια. Μπορούσε εύκολα να σημαδέψει και να πετύχει το στόχο της. Παράλληλα, γνώριζε να χρησιμοποιεί ικανοποιητικά το στιλέτο, ενώ μια ακόμη αρετή της ήταν ότι έπαιζε με μεγάλη επιδεξιότητα το αγαπημένο όργανο των ευγενών, την άρπα.
                 Έτσι, χωρίς να διστάσει επιχείρησε ένα αντίστροφο πήδημα στο αέρα. Το στιλέτο πέρασε από κάτω της, ενώ το πήδημα την έκανε να σταθεί στα δυο της πόδια κοιτάζοντας πια κατάματα τον εχθρό από σχέση ισχύος. Ο θάνατος του άνδρα που είχε σκοπό να την απαγάγει, η εμφάνιση του δίδυμου εαυτού της μπορεί να την είχαν αποσυντονίσει, μα είχε βρεθεί ξανά σε χειρότερη κατάσταση. Κάποτε, πριν από κάποια χρόνια όταν ήταν μια δεκαπεντάχρονη κοπέλα είχε εξυφανθεί μια άλλη δολοπλοκία όχι εναντίον του παλατιού, αλλά εναντίον ενός άνδρα μυστήριου που κατοικούσε στα περίχωρα του παλατιού. Περνώντας από εκεί κατά τύχη είχε προσπαθήσει να τον βοηθήσει. Σκότωσε και τους πέντε κλέφτες που είχαν εισβάλλει στο σπίτι. Ωστόσο, οι κλέφτες κατάφεραν να σκοτώσουν τον άνδρα. Τότε ήταν μία εναντίον πέντε. Τώρα, τα πράγματα ήταν εμφανώς πιο εύκολα.
                 «Ποια είσαι;», ρώτησε επιθετικά η πριγκίπισσα.
                 «Σου απάντησα κυρά», είπε η Λέριαλ φροντίζοντας να μην αποκαλύψει την ταραχή που είχε προκαλέσει η κίνηση της Νέξ πρωτύτερα.
                 «Αν φύγεις, δεν θα σου κάνω κανένα κακό», είπε η γυναίκα βγάζοντας συγχρόνως τη ρόμπα φοβούμενη πως θα την δυσκόλευε σε μια επερχόμενη μάχη.
                 Η Δολοφόνος δεν απάντησε στην ερώτηση της Νέξ. Κοίταξε στον ορίζοντα. Ο ήλιος είχε δυστυχώς ανατείλει. Το να σκοτώσει την πριγκίπισσα τώρα ήταν δυσκολότερο από πριν, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να ξεφορτωθεί το πτώμα της. Έπρεπε να συμβιβαστεί με την μέλλουσα βασίλισσα του Βόρειου Βασιλείου. Έσκυψε μπροστά κάνοντας μια βαθειά υπόκλιση.
                  «Βλέπω ότι συμμορφώθηκες. Επειδή, τυχαίνει να κρατάω τις υποσχέσεις που δίνω θα σε αφήσω να φύγεις. Φύγε τώρα αμέσως και ποτέ μην ξαναγυρίζεις, γιατί αν σε ξαναδώ μπροστά μου δεν θα είμαι τόσο επιεικής μαζί σου»
                   Όσο μίλαγε η Νέξ δεν πρόσεξε την προσεχτική κίνηση του δολοφόνου. Είχε βάλει το χέρι της στο δεξιό γοφό για να βγάλει το δεύτερο στιλέτο που έκρυβε κάτω από τα ρούχα της. Όταν τα δάχτυλά της ένιωσαν την ξύλινη λαβή του το γράπωσαν με δύναμη. Βγήκε γρήγορα από το γοφό της και εκσφενδονίστηκε όπως το προηγούμενο.
                   Η Νέξ αιφνιδιάστηκε με την κίνηση της Λέριαλ. Το στιλέτο θα της ξέσκιζε το λαιμό σύντομα. Μόνο μία επιλογή της έμενε, η μαγεία. Η γυμνή κοπέλα άνοιξε τα χείλη της. Κάποιες ακατανόητες λέξεις ακούστηκαν που έμοιαζαν με βρυχηθμούς άγριων ζώων. Το φονικό εργαλείο έπεσε στο δάπεδο.
                  Η αρχόντισσα των Σκιών δεν περίμενε όμως αυτή τη φορά η αντίπαλός της να χτυπηθεί από το στιλέτο και γι’ αυτό έτρεξε γρήγορα προς το μέρος της πριγκίπισσας για την χτυπήσει αιφνιδιαστικά.
                 Η Νέξ, μόλις είχε τελειώσει την απαγγελία των μαγικών λέξεων όταν σήκωσε το κεφάλι της για να αντικρύσει την αντίπαλό της.  Ένα βάζο την χτύπησε στο κεφάλι. Τα πάντα σκοτείνιασαν……

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 
                    

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 14


              Η αληθινή Νέξ προσπάθησε μανιωδώς να ξεφύγει από τον ρωμαλέο άνδρα που την είχε φιμώσει. Εκείνος όμως συνέχιζε να την κρατάει με δύναμη. Είχε σαφές οδηγίες να μην αφήσει την κοπέλα να ξεφύγει. Ο αφέντης του την ήθελε ζωντανή. Συγκεκριμένα, ποθούσε να την παντρευτεί ώστε να του ανήκει δικαιωματικά ο θρόνος.
              Η Λέριαλ περίμενε υπομονετικά στον όπου είχε αποφασίσει να κρυφτεί και να επιφέρει το καίριο χτύπημα στην γυναίκα που σε λίγο θα αναλάμβανε τα ηνία του μεγαλύτερου βασιλείου του Έσω Κόσμου. Είχε οργιστεί που είχε αστοχήσει. Ήταν ένας επαγγελματίας δολοφόνος, όφειλε να πετύχει το στόχο της. Ωστόσο, δεν είχαν χαθεί ακόμα όλα. Αν η Νέξ εξαφανιζόταν θα έπαιρνε τη θέση της κι ύστερα θα την κυνηγούσε σε όλη τη χώρα ώσπου να καταφέρει να την σβήσει δια παντός από το χάρτη.
                Μια στριγκλιά από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα της πριγκίπισσας την έκανε να αναριγήσει για δεύτερα. Ο ήχος ήταν γνώριμος. Θύμιζε το  στερνό ήχο του ετοιμοθάνατου. Έπρεπε να δράσει γρήγορα. Βγήκε από την κρυψώνα της κατευθυνόμενη πάντα προς το μπαλκόνι όπου είχε σταθεί πριν από λίγο η πριγκίπισσα. Κοίταξε το μπαλκόνι. Με λίγη τύχη θα μπορούσε να σκαρφαλώσει και να μπει στο υπνοδωμάτιο.
              Η φωνή του άνδρα την έκανε να ανατριχιάσει. Το χρυσό βάζο είχε πέσει πάνω στο κεφάλι του άνδρα συνθλίβοντάς το. Η κραυγή που είχε βγάλει ήταν το κύκνειο άσμα του. Η μεταξωτή της ρόμπα είχε πιτσιλιστεί από το αίμα του πεθαμένου. Χωρίς να χρονοτριβήσει έπεσε στα τέσσερα πάνω από το πτώμα. Έχωσε τα χέρια στο πανωφόρι. Μετά από αρκετή προσπάθεια βρήκε ένα γράμμα. Επεξεργάστηκε το κιτρινισμένο χαρτί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήταν ένα συμβόλαιο, μια συμφωνία που σχετιζόταν με την ίδια. Ο άνδρας αυτός είχε λάβει σαν αμοιβή χίλια χρυσά νομίσματα για να την απαγάγει και να την μεταφέρει σε μια σπηλιά στην οροσειρά του Λόριφ.   
             Είχαν περάσει πολλά χρόνια αφότου έλαβε χώρα η τελευταία ραδιουργία εναντίον του βασιλείου των ανθρώπων. Εκείνη η δολοπλοκία που είχε εξυφανθεί είχε στόχο την γυναίκα του Λύριου. Η οργάνωση των Σκιών είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας την αποστολή. Οι λαϊκές ρίμες λένε αγαπητέ αναγνώστη, ότι πέτυχαν το σκοπό τους. Εγώ, να σου πω την αλήθεια ποτέ μου δεν πίστεψα πως συνέβη αυτός ο φόνος, μα δεν νομίζω πως έχει η δική μου άποψη καμία βαρύνουσα σημασία. Ο Λύριος και η κόρη του πίστευαν ότι είχε συμβεί και αυτό έχει σημασία. Ας γυρίσουμε καλύτερα στη Νέξ, γιατί η ιστορία της έχει εξαίρετο ενδιαφέρον.
                Ένας θόρυβος από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα την έκανε να κοιτάξει πίσω ακριβώς από το κόρφο της. Μια γυναίκα ολόιδια με εκείνη στεκόταν στην ολάνοιχτη μπαλκονόπορτα. Μόνο η ενδυμασία της διέφερε αισθητά από την αληθινής πριγκίπισσας.
                «Τον σκότωσες. Για να πω την αλήθεια, δεν περίμενα να είσαι ικανή να κάνεις κάτι παρόμοιο. Μπορεί να τον σκότωσες, αλλά κατά βάθος είσαι πολύ αδύναμη. Δεν έπρεπε να έχεις ποτέ αυτή τη θέση κι γι’ αυτό ήρθα να σε απαλλάξω από αυτήν», είπε η γυναίκα βγάζοντας ένα στιλέτο από τον αριστερό γοφό της.
                  Η πεντάμορφη πριγκίπισσα είχε παγώσει τόσο από το φόβο της όσο και από την έκλπηξή της. Πως ήταν δυνατόν να βρισκόταν στην μπαλκονόπορτα, αφού μπουσουλούσε στα τέσσερα δίπλα στον σκοτωμένο; Ίσως, να είχε δίδυμη αδερφή, μα πως ήταν δυνατόν;
                 «Ποια είσαι;», κατάφερα να ψελλίσει.
                 «Ο δολοφόνος σου κυρά», είπε η Λέριαλ εκσφενδονίζοντας στο στιλέτο…….

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 
                    

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 13


           Η δολοφόνος έφτασε απ’ έξω από την κεντρική πύλη. Πέταξε μακριά τον μανδύα που κάλυπτε όλα τα χαρακτηριστικά της. Τώρα, που είχε μεταμορφωθεί στην πριγκίπισσα Νέξ δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να μπει στο παλάτι. Όταν θα έφτανε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της θα σκότωνε την Νέξ και θα έπαιρνε τη θέση της, θα γινόταν επιτέλους βασίλισσα.
           Οι φρουροί της κεντρικής πύλης αντικρίζοντας παραξενεύτηκαν που η πριγκίπισσα κυκλοφορούσε τόσο αργά μονάχη της έξω από τα βασιλικά ανάκτορα, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν καμία αντίρρηση, καθώς ήταν η μελλοντική βασίλισσα, ο λόγος της ήταν νόμος. Υποκλίθηκαν στη θέα της αφήνοντάς την να διαβεί την μεγαλόπρεπη πύλη των ανακτόρων.
            Η Λέριαλ προχώρησε φροντίζοντας να συμπεριφέρεται όπως η Νέξ, δεν ήθελε να κινήσει τις υποψίες κανενός. Έτσι, προέταξε το θώρακά της, σήκωσε το ανάστημά της ξεκίνησε να βαδίζει μεγαλόπρεπα, όπως άρμοζε σε μια πριγκίπισσα.
            Περνώντας την είσοδο του παλατιού έμεινε για λίγο εκστασιασμένη από το θέαμα που αντίκρισε. Μπορεί να είχε ακούσει ιστορίες για το παλάτι, αλλά αυτό που αντίκρισε δεν είχε καταφέρει ποτέ να το φανταστεί. Βρισκόταν στον κήπο των αισθήσεων, το μεγαλύτερο κήπο του Έσω Κόσμου. Υπήρχε πληθώρα λουλουδιών, ενώ η ευωδιά των λουλουδιών γέμιζαν με μια αίσθηση ευφορίας το σώμα της Λέριαλ. Οι τουλίπες σχημάτιζαν κύκλους, ενώ τα κόκκινα τριαντάφυλλα, τόσο κόκκινα όσο το αίμα σχημάτιζαν ακριβώς στο κέντρο του κήπου μια  γιγάντια καρδιά, ενώ ακριβώς δίπλα της μια πανδαισία τόσο χρωμάτων όσο και λουλουδιών απεικόνιζε έναν δράκο που ξερνούσε φωτιά από το στόμα. Κάπου αριστερά, με μια ποικιλία λουλουδιών που η Λέριαλ δεν αναγνώριζε είχε δημιουργηθεί το κεφάλι της πρώην βασίλισσας, σαν φόρος τιμής προς το πρόσωπό της. Άλλωστε, ήταν γνωστή στα πέρατα του βασιλείου η αγάπη του Λύριου για εκείνην.
              Αφού χάζεψε αρκετά τον φαντασμαγορικό κήπο με την πληθώρα λουλουδιών αποφάσισε να  συνεχίσει γρηγορότερα για τα διαμερίσματα της Νέξ. Φοβόταν πως τα θέλγητρα και η μαγεία που έκρυβε το παλάτι θα την έκαναν να λησμονήσει το στόχο της.
              Το φως του ήλιου άρχισε να εμφανίζεται αργά, αλλά σταθερά στον ουρανό φωτίζοντας με τις ακτίνες του την πλάση. Είχε αργήσει υπερβολικά, δεν θα προλάβαινε να εκτελέσει την αποστολή της. Ξεκίνησε να τρέχει κρατώντας τα σχέδια του Ιάκωβου για το παλάτι. Έστριψε αριστερά από την κουζίνα, βγήκε πάλι στην αυλή του παλατιού, είχε κάνει πάλι κάποιο λάθος. Φοβισμένη ξεκίνησε να κοιτάζει τα μπαλκόνια. Ευτυχώς είδε την Νέξ να αγναντεύει την επικράτειά της σε ένα κοντινό σημείο. Η Λέριαλ, κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο, τράβηξε το τόξο της. Θα επιχειρούσε να την σκοτώσει από απόσταση. Ύστερα, θα ανέβαινε στο δωμάτιο και θα ξεφορτωνόταν το πτώμα. Μπορεί να μην είχε ιδέα πως θα γινόταν αυτό, αλλά δεν είχε χρόνο και έπρεπε να δράσει άμεσα.
              Τέντωσε τη χορδή του τόξου, σημαδεύοντας το λαιμό της κοπέλας. Ένας σιγανός ήχος σήμανε την εκτόξευση του βέλους.
                Η Νέξ  κοίταζε με δέος τον κόσμο που γυρόφερνε κάνοντας ποικίλες εργασίες. Ήταν ακόμα πολύ πρωί, μα δεν είχε ύπνο. Σκεφτόταν διαρκώς τον αρραβώνα της.
                Ξαφνικά, ένα χέρι την άρπαξε κλείνοντάς της με βία το στόμα. Τραβήχτηκε προς το εσωτερικό του δωματίου παρά τη θέλησή της από κάποιο άγνωστο.
                Το βέλος, δεν βρήκε το στόχο, χάθηκε στον ορίζοντα. Μια βλασφημία ακούστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της μέρας. Ήταν η Λέριαλ που είχε αποτύχει στην αποστολή της……….. 

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 




Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 12


          Λίγο πιο μακριά μια άλλη συντροφιά βρισκόταν σε απόγνωση λόγω της αναπάντεχης τροπής που είχαν πάρει τα πράγματα. Είχαν μάθει σχετικά εύκολα για τους αρραβώνες της Νέξ. Η πριγκίπισσα θα αρραβωνιαζόταν τον Ριχάρδο, γιατί ήθελε το σπαθί που κρατούσε εκείνος. Κανένας στην αυλή δεν ήταν σε θέση να πει τι το ιδιαίτερο είχε το σπαθί, αλλά η Λέριαλ και οι σύντροφοί της είχαν αντιληφθεί ότι το σπαθί έκρυβε κάποια καταχθόνια δύναμη. Έπρεπε, πας η θυσία να μάθουν τι είχε διαδραματιστεί στο παλάτι.
          Ο Ιάκωβος βρισκόταν ακόμα στο σκοτάδι σχετικά με το σχέδιο της οργάνωσης των Σκιών. Γνώριζε πως μια αναπάντεχη αλλαγή των σχεδίων μπορούσε κάλλιστα να τον οδηγήσει στον Κάτω Κόσμο. Κοίταξε τι Λέριαλ που είχε μεταμορφωθεί στην πριγκίπισσα Νέξ και μίλησε.
          «Τι θα κάνουμε;», ρώτησε χαμηλόφωνα.
          Η γυναίκα πλησίασε τον γελωτοποιό. Κοιτώντας τον γλυκό με τα γαλάζια μάτια της Νέξ τον φίλησε στο στόμα. Ένιωσε τα χείλη της γυναίκας, ήταν καυτά, σαρκώδη. Μόλις ένιωσε το σώμα της να ακουμπά πάνω στο δικό της μια πρωτόγνωρη ευδαιμονία τον κατέκλυσε. Είχε καιρό να νιώσει κάτι παρόμοιο. Είχε καιρό να γευτεί το φιλί μιας γυναίκας. Τώρα, μάλιστα γευόταν το φιλί της ομορφότερης γυναίκας στον Έσω Κόσμο. Όμως, ο γελωτοποιός είχε λησμονήσει ότι η συγκεκριμένη γυναίκα δεν ήταν η Νέξ παρά η επαγγελματίας δολοφόνος που άκουγε στο όνομα Λέριαλ.
            Η Λέριαλ φιλώντας τον άνδρα ένιωσε κι αυτή μια παράξενη ευτυχία, Της άρεσε η μυρωδιά του Ιάκωβου, αλλά είχε μάθει να ελέγχει τα συναισθήματά της. Έτσι, όπως ήταν ένα με τον άνδρα τράβηξε το στιλέτο που έκρυβε στο δεξιό της μπούτι. Το έμπηξε στη καρδιά του Ιάκωβου.
             Τα μάτια του γούρλωσαν. Το στόμα του άνοιξε, από μέσα πετάχτηκαν σταγόνες αίματος που βρήκαν τη γυναίκα στο πρόσωπο και συγκεκριμένα, στα σαρκώδη χείλη της. Το κεφάλι του πήγε να πέσει, αλλά τελευταία στιγμή το συγκράτησε. Τα χέρια του έπιασαν τη γυναίκα.
             «Τα λέμε στην κόλαση», της ψιθύρισε αγκομαχώντας ο ετοιμοθάνατος κι ύστερα έπεσε στο έδαφος.
             Η αρχόντισσα των σκιών έγλυψε το αίμα που είχε κολλήσει στα χείλη της, ήταν θεσπέσιο. Στράφηκε στον μάγο που είχε ακολουθήσει τη συντροφιά των δύο ατόμων μετά από παράκλησή της. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι τα μάγια θα κρατούσαν όσο έπρεπε.
             «Δεν περίμενα να κρατούσαν να σου πω την αλήθεια», είπε η Λέριαλ κοιτάζοντας επίμονα το μάγο.
             «Εγώ σε είχε διαβεβαιώσει κυρά μου. Τα μάγια μου είναι τόσο δυνατά που θα κρατήσουν για πάντα. Μόνο εγώ έχω πια τις απαραίτητες μαγικές δυνάμεις για να σπάσω το ξόρκι όποτε βέβαια θελήσεις. Αν είχες πάει σε κάποιον άλλον κομπογιαννίτη δεν θα μπορούσε να φιλήσεις τον άνδρα αυτόν χωρίς να αποκαλυφθείς»
             «Το ξέρω, και γι’ αυτό ήρθα σε εσένα μέγα Μάγιστρε. Ορίστε, η αμοιβή σου», είπε εκείνη δείχνοντας το πτώμα του γελωτοποιού που κουδούνιζε εξαιτίας της φορεσιάς και του αέρας.
          «Δεν νομίζω πως θα μου δώσεις μόνο αυτόν. Θέλω και χρήματα»
          Η Λέριαλ, πέταξε ένα πουγκί στο μάγο και τον βοήθησε να φορτώσει το πτώμα στο άλογό του.
          «Θυμήσου τα λόγια μου γυναίκα, πρέπει να δράσεις απόψε», είπε η μυστηριώδης φιγούρα με τον μανδύα που κάλυπτε εντελώς το πρόσωπό του καθώς άφηνε μόνη την Λέριαλ μέσα στο σκοτάδι.
           Ακούγοντας τα λόγια του συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να δράσει γρηγορότερα, εφόσον σε λιγότερο από δέκα ώρες θα γινόντουσαν οι αρραβώνες του ζευγαριού. Η πριγκίπισσα έπρεπε να πεθάνει απόψε…………..      

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 11


        Ο χρόνος κυλούσε γοργά. Όσο δεν εμφανιζόταν ο πατέρας της ένιωθε την απελπισία να καταλαμβάνει όλο της το κορμί. Ήξερε πως είχε κάνει το σωστό, αλλά φοβόταν τις επιπτώσεις της απόφασής της. Μπορεί να έσωζε το βασίλειο των ανθρώπων και κατ’ επέκταση τον Έσω Κόσμο, αλλά σε αντάλλαγμα θα παντρευόταν έναν άνδρα τον οποίο δεν αγαπούσε καθόλου, αντίθετα τον σιχαινόταν. Αν δεν είχε κάνει την εμφάνισή του το καταραμένο σπαθί, ο Αιματοβαμμένος θα κυλούσε καλύτερα η ζωή της, πιο ευχάριστα.
        Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε. Ο Λύριος εμφανίστηκε.  Φορούσε ένα αλυσιδωτό θώρακα στο στήθος, ενώ στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα ολόχρυσο σκήπτρο. Στα καστανά μαλλιά του κεφαλιού όπου είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους οι άσπρες τρίχες των γηρατειών  υπήρχε η βασιλική κορώνα. Ο Λύριος πάντα ήταν επιβλητικός. Ήξερε να τραβά τα βλέμματα πάνω του μονομιάς. Αυτό έκανε και τώρα. Απευθύνθηκε στην κόρη του εκστομίζοντας ένα βιτριολικό σχόλιο.
        Εκείνη γνωρίζοντας τον πατέρα της έκανε ότι δεν άκουσε το σχόλιο. Δεν είχε άλλωστε ιδιαίτερη σημασία. Τα γαλάζια μάτια της που θύμιζαν τη θάλασσα πριν την καταιγίδα κοίταξαν τον κρατερό βασιλιά. Ξέσπασε σε κλάματα. Έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά του.
        Ο γηραιότερος είχε ακούσει την απόφαση της κόρης του με έκπληξη. Μπορούσε να αντιληφθεί ότι η Νέξ δεν θα παντρευόταν ποτέ έναν τέτοιο άνθρωπο εξαιτίας της εκπαίδευσης και των καταβολών που είχε κληρονομήσει. Η περιέργεια τον ώθησε να σπάσει τη νεκρική σιωπή.
        «Κόρη μου, γιατί δέχτηκες να αρραβωνιαστείς με αυτό το τέρας τον Ριχάρδο. Ελπίζω να μην τον ερωτεύτηκες, γιατί δεν είναι σωστός άνθρωπος ούτε αυτός ούτε και η οικογένειά του. Όσα σου είπε είναι αλήθεια, αλλά λησμόνησε να αναφέρει το γεγονός ότι αυτοί που έσπασαν πρώτοι τη συμφωνία που είχε γίνει όντως υπό το βάρος πρωτάκουστων υποσχέσεων, καθώς στράφηκαν εναντίον μου στον πόλεμο. Ξέρεις, ένα μειονέκτημα των ανθρώπων είναι η απληστία. Αυτή μαζί με την ματαιοδοξία πρέπει να οδήγησε την οικογένεια του Ριχάρδου στην απόφαση να βοηθήσουν τους εχθρούς μου να με εκθρονίσουν. Ποτέ δεν τους τιμώρησα, γιατί όπως γνωρίζεις δεν κρατάω κακίες………»
         «Είχε τον Αιματοβαμμένο πατέρα», είπε η Νέξ διακόπτοντας τον Λύριο.
           Στον ήχο του ονόματος, ο βασιλιάς έμεινε εμβρόντητος. Όλοι οι ευυπόληπτοι πολίτες του Βασιλείου γνώριζαν το θρύλο του σπαθιού. Μπορούσε να αφανίσει όλο τον Έσω Κόσμο αν έπεφτε στα χέρια ενός τρελού. Ένα σπαθί που ρούφαγε αίμα, ένα σπαθί που ρούφαγε ψυχές, ένα τέρας.
            «Που είναι;», ρώτησε ελπίζοντας να είχε η κόρη του την οξυδέρκεια να αρπάξει το σπαθί προτού διαδοθούν τα νέα για την επανεμφάνιση του Αιματοβαμμένου.
           «Εκεί είναι πατέρα», είπε η πριγκίπισσα δείχνοντας το κρεβάτι.
           Ο Λύριος αντίκρισε το σπαθί και αλαφιασμένος έτρεξε και το έπιασε στα χέρια του. Κραδαίνοντας το σπαθί η Νέξ παρατήρησε κάτι αλλόκοτο πάνω στον πατέρα της. Τα μάτια του προς στιγμή άλλαξαν χρώμα, έγιναν κόκκινα, ενώ ένιωσα πως ολόκληρο το δωμάτιο είχε πλημμυριστεί ξαφνικά από τη  μυρωδιά του θανάτου, μια μυρωδιά τόσο οικεία για τους παλαιότερους, μα τόσο αλλόκοτη και αποκρουστική για εκείνη.
            Έβγαλε το σπαθί που είχε στη θήκη του και το αντικατέστησε με τον Αιματοβαμμένο. Το παλιό του σπαθί αφέθηκε με ευλάβεια πάνω στο κρεβάτι της πανέμορφης κοπέλας.
            «Το σπαθί αυτό δεν είναι ασφαλή ούτε στα δικά μου χέρια. Αύριο, μετά τους αρραβώνες σου θα φύγω για να καταστρέψω για πάντα αυτό το σπαθί. Όσο θα λείπω, εσύ θα είσαι η βασίλισσα μαζί με τον μελλοντικό σου άνδρα», είπε ο βασιλιάς αγκαλιάζοντας τη μονάκριβη κόρη του.
          «Έκανες την καλύτερη επιλογή, η μητέρα σου θα ήταν περήφανη. Λυπάμαι, που δεν μπορώ να σε βοηθήσω να αποφύγεις τον αρραβώνα», ακούστηκε η μελαγχολική φωνή του άνδρα καθώς έκλεινε τη δρύινη πόρτα του δωματίου της πριγκίπισσας…………

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 10


Ο Ριχάρδος αμέσως τράβηξε το σπαθί του. Αν του έκαναν επίθεση, τότε ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα έπεφταν αρκετοί φρουροί νεκροί. Μπορεί να πέθαινε κι εκείνος, αλλά δεν τον ένοιαζε, θα διεκδικούσε το θρόνο του βασιλείου, ήταν δικός του.
     Η πανέμορφη πριγκίπισσα ταράχτηκε περισσότερο όταν αντίκρισε το σπαθί που κρατούσε στα χέρια ο άνδρας. Στη λεπίδα του σπαθιού μπορούσε να διακρίνει ρουνικά. Είχε διδαχθεί στο παλάτι από το μέγα μάγο της αυλής. Ωστόσο, τα βλέφαρά της ανοιγόκλεισαν αρκετές φορές μέχρι να μεταφράσει τα γράμματα. Η επιγραφή του σπαθιού έλεγε: «Το αίμα με θρέφει». Αυτή την επιγραφή την είχε συναντήσει σ’ ένα βιβλίο με θρύλους του Έσω Κόσμου. Αν δεν έσφαλε, αυτό το σπαθί άνηκε κάποτε στον Κερασφόρο βασιλιά. Είχε σφυρηλατηθεί από καταχθόνια ξωτικά σε φωτιά δράκου. Ο θρύλος έλεγε ότι όσο περισσότερα άτομα έβρισκαν το θάνατο από το σπαθί, τόσο αυτό γινόταν δυνατότερο. Οι φήμες έλεγαν ότι είχε σκοτώσει τον κερασφόρο βασιλιά και ότι το αίμα του εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα στο σπαθί δίνοντάς του μοναδική δύναμη. Ο Αιματοβαμμένος όπως αποκαλούταν το σατανικό αυτό δημιούργημα  μπορούσε εύκολα να θανατώσει ακόμα και τον καλύτερο πολεμιστή του βασιλείου, μπορούσε κάλλιστα να σκοτώσει και τον Λύριο, καθώς η μαγεία των προγόνων ήταν πανίσχυρη.
     «Σταματήστε», φώναξε η γυναίκα ελπίζοντας να επικρατήσει η κοινή λογική και να μην θρηνήσουν θύματα μέσα στην αίθουσα του θρόνου.
     Όλοι μεμιάς υπάκουσαν στη μελλοντική βασίλισσα. Ακόμα και ο Ριχάρδος έβαλε τον Αιματοβαμμένο πίσω στη θήκη. Πίστευε πως η πριγκίπισσα είχε συλλογιστεί καλύτερα τα λεγόμενά του. Αργά ή γρήγορα, θα δεχόταν τη συμφωνία, γιατί οι όρκοι των ευγενών είναι οι ιεροί και κανένας δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να τους παραβεί.
     «Δέχομαι να γίνεις ο άνδρας μου υπό έναν όρο», είπε η Νέξ μεγαλόφωνα νιώθοντας βαριά θλίψη να κατακλύζει τη ψυχή της. Μπορεί να μην αγάπαγε τον Ριχάρδο, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει απροστάτευτο το βασίλειο. Σαν αρχηγός όφειλε να πάρει τη σοφότερη απόφαση παραμερίζοντας τόσο τα συναισθήματά της όσο και το προσωπικό της συμφέρον. Μπορεί να είχε ανατραφεί μες στη χλιδή και τα πλούτη, είχε όμως αποκτήσει γνώσεις και ψυχή που δεν είχαν πολλοί άνθρωποι στην ηλικία της. Θα θυσίαζε την προσωπική της ευδαιμονία για να έπαιρνε τον Αιματοβαμμένο.
     «Θα μου δώσεις το σπαθί σου για αντάλλαγμα», είπε προσπαθώντας να φαντάζει επιβλητική.
     Ο Ριχάρδος, μην γνωρίζοντας κιόλας τη δύναμη του σπαθιού που είχε τη δυνατότητα στα χέρια οποιουδήποτε ικανού πολεμιστή να εμβαπτίσει ολόκληρη την πλάση στο χάος και την καταστροφή παρέδωσε το σπαθί χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Νέξ πήρε το σπαθί κι εκείνος περιχαρής έτρεξε να την σφίξει στην αγκαλιά της. Μολαταύτα, η νεαρή γυναίκα πρόλαβε να εκστομίσει ότι οι πράξεις του Ριχάρδου δεν συμβάδιζαν με το πρωτόκολλο, οπότε θα έπρεπε να περιμένει μέχρι αύριο που θα ανακοινώνονταν οι αρραβώνες τους.
        Με αυτά τα λόγια εγκατέλειψε η πριγκίπισσα την αίθουσα του θρόνου. Οι φρουροί έδιωξαν τους υπόλοιπους μνηστήρες, οι οποίοι στο άκουσμα του γεγονότος άρχισαν να βλασφημούν τη κακή τύχη που τους είχε βρει.
      «Φωνάξτε τον πατέρα μου, θέλω να του μιλήσω», διέταξε η Νέξ τους ευνούχους της καθώς έκλεινε την πόρτα της κάμαρά της……..

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  



Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 9


    «Μπορεί να μην με θυμάστε αγαπητή πριγκίπισσα, αλλά πριν από χρόνια οι πατεράδες μας είχαν συμφωνήσει να παντρέψουν τα παιδιά τους όταν θα είχαν φτάσει στην ηλικία του γάμου. Τα χρόνια πέρασαν, μα ποτέ δεν έτυχε να περάσεις από το σπιτικό μας. Ο πατέρας μου πίστευε πως κάποια στιγμή θα έλθει η βασιλική ακολουθία για να ανακοινωθούν τουλάχιστον οι αρραβώνες μας. Περίμενα και περίμενα ώσπου έφτασαν στα αυτιά μου η ανακοίνωση ότι η μελλοντική βασίλισσα του Βόρειου Βασιλείου έψαχνε να βρει άνδρα να παντρευτεί.
     Έκπληκτος ειδοποίησα τον πατέρα μου. Εκείνος μην μπορώντας να πιστέψει στα αυτιά του απέστειλε μήνυμα προς τον Λύριο για να θυμίσει τη συμφωνία. Όταν όμως πέρασε ο καιρός και δεν έλαβε απάντηση με παρότρυνε να σελώσω το άλογο μου και να ξεκινήσω το ταξίδι μου για το παλάτι. Έτσι έκανα. Πέρασα μέσα από μυστικά περάσματα, πολέμησα με τελώνια, νάνους, κλέφτες και τελικά κατάφερα να φτάσω στο παλάτι. Οφείλω να παραδεχτώ πως η άφιξή μου σε τούτο τον ευλογημένο τόπο με  έκανε να λησμονήσω με μιας τα βάσανά που πέρασα για να έλθω.
    Φτάνοντας λοιπόν στο παλάτι ζήτησα ακρόαση από το πατέρα του υπενθυμίζοντας ποιος είμαι, αλλά και τους βαριούς όρους που είχαν δέσει κάποτε τις μοίρες μας. Οι φρουροί με έδιωξαν από το παλάτι αμέσως μόλις με άκουσαν. Απελπισμένος και απογοητευμένος όπως ήμουνα σκέφτηκα να κάνω ότι έκαναν και χιλιάδες άλλοι γαλαζοαίματοι, πήρα σειρά περιμένοντας να δεχτώ ακρόαση από την πριγκίπισσα ελπίζοντας όχι απλά να δω την ομορφιά της, που οφείλω να παραδεχτώ ότι είναι εκθαμβωτική, αλλά να την υπενθυμίσω μια συμφωνία που έδενε τη ζωή μας σε μία. Πριγκίπισσα, είμαι δικαιωματικά ο άνδρας σου», είπε μεγαλόπρεπα ο Ριχάρδος φροντίζοντας να επιδείξει το ρωμαλέο του σώμα που κοσμούνταν από μια ατσαλένια πανοπλία σμιλευμένη με τέχνη.
    Σίγουρα, προερχόταν από το παρελθόν, καθώς οι οπλουργοί είχαν λησμονήσει αρκετά από τα μυστικά των περασμένων ετών. Οι θώρακες, οι πανοπλίες και γενικότερα τα όπλα είχαν λιγότερη αντοχή και είχαν κατασκευαστεί προχειρότερα. Αυτή η πανοπλία όμως φαινόταν εντελώς διαφορετική. Μπορεί να είχε επιδιορθωθεί αρκετές φορές λόγω ποικίλων φθορών, αλλά ήταν ακόμη γερή και επιβλητική. Όση ώρα μιλούσε μάλιστα οι μεταλουργοί του παλατιού είχαν κάνει την εμφάνισή τους, καθώς ποθούσαν να επεξεργαστούν έστω με τα μάτια τους αυτό το αξιοζήλευτο δημιούργημα των προγόνων.
   Η Νέξ παρατηρούσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τον ξένο. Ήταν πράγματι μια εντυπωσιακή παρουσία που είχε μαγνητίσει όλους όσους βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα. Η πριγκίπισσα όφειλε ξανά να τραβήξει τα βλέμματα πάνω της φανερώνοντας ταυτόχρονα τη δική της δύναμη.
   «Πως τολμάς ξένε, να μπαίνεις μέσα στην αίθουσα του θρόνου και να απαιτείς με θράσος το θρόνο του Βόρειου βασιλείου;», είπε η γυναίκα κοιτώντας απειλητικά τον Ριχάρδο.
   «Διεκδικώ ότι μου ανήκει», αναφώνησε ο Ριχάρδος προκλητικά.
    Τα λόγια αυτά εξόργισαν την Νέξ, η οποία αλαλάζοντας διέταξε τους φρουρούς να συλλάβουν τον άνδρα…. 

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 8


     Μετά από λίγο οι υπηρέτες της πριγκίπισσας εμφανίστηκαν ξανά. Στα χέρια τους πέρα από τη βαμβακερή πετσέτα κρατούσαν και μία ολόχρυση χτένα. Η μέλλουσα βασίλισσα όταν στέγνωσε αφέθηκε στα επιδέξια χέρια του ενός ευνούχος, ο οποίος πήρε την χτένα για να περιποιηθεί τα κατάξανθα μαλλιά της κοπέλας που θύμισαν πολύτιμο χρυσάφι.
     Το δωμάτιο κάθε άλλο παρά φτωχικό ήταν. Πολλά έπιπλα είχαν δημιουργηθεί από χρυσό, ενώ άλλα από άργυρο. Βέβαια, κοσμούνταν κιόλας από πετράδια. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν πολύτιμοι λίθοι από τα πέρατα του κόσμου, δείγμα της δύναμης του βασιλείου των ανθρώπων έναντι των υπολοίπων. Τα μπλε σμαράγδια με τα ροζ ρουμπίνια θάμπωναν πάντοτε κάθε άτομο που επισκεπτόταν το δωμάτιο. Μπορεί να είχαν γίνει συνήθεια για τους ανθρώπους του παλατιού, όμως κάποτε όλα αυτά δεν υπήρχαν. Στο μακρινό παρελθόν η πλειοψηφία των επίπλων είχαν κατασκευαστεί από ξύλο. Ακόμα και τα πιατικά ήταν ξύλινα. Τώρα, τα μόνα έπιπλα που έβλεπε το μάτι του επισκέπτη ήταν εβένινα, απαλά, φτιαγμένα με τέχνη. Το ξύλο κέδρου, άλλωστε χρησιμοποιούταν αποκλειστικά από το παλάτι.
      Η Νέξ, άνοιξε την ντουλάπα. Χάζεψε κάμποσο τα φορέματά της ώσπου να επιλέξει ένα φόρεμα ραμμένο κι αυτό από το καλύτερο μετάξι του Έσω Κόσμου. Με τη βοήθεια του ευνούχου το φόρεσε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Της άρεσε το φόρεμα, πίστευε πως το κόκκινο ταίριαζε με τα χρώματά της. «Κάτι μου λείπει όμως», σκέφτηκε από μέσα της η πριγκιποπούλα. Έτσι, άνοιξε μια μπιζουτιέρα και έβγαλε από μέσα δύο σκουλαρίκια κι ένα περιδέραιο. Τα φόρεσε, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη για πολλοστή φορά. Το θέαμα ήταν ευχάριστο τόσο για εκείνη όσο και για οποιοδήποτε άνδρα θα είχε ποτέ τη τύχη να την αντικρίσει ντυμένη με αυτό τον τρόπο. Το κόκκινο φόρεμά της αναδείκνυε το καλλίγραμμο σώμα με τους σμιλευτούς γλουτούς της, ενώ το περιδέραιο τόνιζε τον λαιμό της. Ήταν σίγουρα μαγευτική αγαπητέ αναγνώστη.
      Οι υπηρέτες πιάνοντας τα χέρια της ζήτησαν να βιαστεί, καθώς είχαν φτάσει εδώ και ώρα οι γαλαζοαίματοι για να διεκδικήσουν το χέρι της. Τους ακολούθησε αφού πρώτα διέταξε να της φορέσουν την τιάρα που φανέρωνε τη θέση της στο παλάτι, αν και ήταν γνωστό σε όλο τον Έσω Κόσμο για την ομορφιά που απέπνεε η κόρη του Λύριου.
      Οι πόρτες της αίθουσας του θρόνου άνοιξαν για την πριγκίπισσα. Με το σήμα της, άνοιξε η μεγάλη δρύινη πόρτα υποδοχής του παλατιού περιμένοντας να υποδεχτεί μια πλημμυρίδα από γαμπρούς. Σε λίγο θα έμπαιναν στο δωμάτιο πρίγκιπες, μαρκήσιοι και δούκες που θα έταζαν βαρύγδουπες υποσχέσεις για να κερδίσουν τη δεσποσύνη. Ωστόσο η όλη διαδικασία έκρυβε και ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, τη θέληση της ίδιας της πριγκίπισσας. Ο Λύριος, είχε ιδιαίτερη αδυναμία σε εκείνη, με αποτέλεσμα να της έχει δώσει την απόλυτη ελευθερία να επιλέξει το γαμπρό που ήθελε, φτάνει μόνο να γινόταν αυτό μέσα σε ένα χρόνο και δύο μήνες. Η Νέξ, όπως καταλάβατε, δεν ήθελε να επιλέξει έναν άγνωστο για άνδρα της, γι’ αυτό έβαζε σε όλους όσους την επισκέπτονταν αδύνατες αποστολές με αποτέλεσμα οι μελλοντικοί βασιλιάδες του Βόρειου βασιλείου να αφήσουν την αίθουσα του θρόνου σκυθρωποί, απελπισμένοι καταριόντας την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να κάνουν αυτό το μακρύ ταξίδι. Στο τέλος βέβαια, έφευγαν ευχαριστημένοι, γιατί τουλάχιστον είχαν κοιτάξει την πριγκίπισσα, είχαν φτάσει τόσο κοντά της που ήταν σαν να είχαν γευτεί τα σαρκώδη χείλια της και να είχαν αγγίξει το θεόπνευστο κορμί της. Όλα αυτά βέβαια, είχαν συμβεί μονάχα στη φαντασία τους.
      «Κόμης Ριχάρδος, στις διαταγές σας αφέντρα μου», είπε ένας άνδρας καθώς έμπαινε στην αίθουσα. Αυτός ο άνδρας δεν ήταν κάποιος ασήμαντος όπως οι προηγούμενοι γαλαζοαίματοι. Η παρουσία του στην αίθουσα γέμισε φόβο τους φρουρούς του παλατιού. Στη Νέξ, φάνηκε γνώριμος, μα δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού τον ήξερε. Ένα ήταν σίγουρο, δεν είχε έρθει για καλό στην αίθουσα του θρόνου……

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 7


      Τα μάτια του Ιάκωβου άνοιξαν ύστερα από αρκετή ώρα. Ένιωθε πόνο στο κεφάλι του. Η παρουσία του στη σπηλιά του είχε απλόχερα δωρίσει μυριάδες χτυπήματα. Προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις που πάλλοντα μέσα στο νου. Θυμόταν ότι είχε συμφωνήσει με την οργάνωση κι ύστερα τα πάντα είχαν σκοτεινιάσει με μιας.
      Κοίταξε ψηλά των ουρανό. Είχε βγει από τη σπηλιά των Χιλίων φωνών, καθώς από πάνω του βρισκόντουσαν τόσο τα άστρα όσο και το φεγγάρι κρυμμένο πίσω από μερικά σύννεφα. Τα χέρια του ήταν δεμένα κι ο ίδιος μεταφερόταν σαν μπόγος πάνω σε μια φοράδα. Μπορεί να μην την έβλεπε, αλλά άκουγε το ποδοπάτημα των αλόγων. Μάλλον δύο ήταν. Κάλπαζαν γρήγορα, περνούσαν ρυάκια και πουρνάρια. Δεν ακολουθούσαν τον κεντρικό δρόμο, καθώς τα άλογα αρκετές φορές πήγαιναν σιγανότερα για να μην τραυματιστούν από το βραχώδες ύπαιθρο. Άλλωστε, έτσι ήταν όλοι οι δρόμοι εκτός από τον κεντρικό στο Βασίλειο του Βορρά. Τους θερινούς μήνες το κλίμα ήταν δροσερό, ενώ ο χειμώνας κρύος και επικίνδυνος.
       Το ορεινό υπέδαφος, σύμφωνα με όλες τις διηγήσεις των σοφών των τεσσάρων βασιλείων, ήταν το μεγαλύτερο όπλο των ανθρώπων. Το χειμώνα κανείς δεν μπορούσε να κάνει επίθεση στο Βόρειο βασίλειο, γιατί ο χειμώνας εξασθενούσε τα στρατεύματα καθιστώντας τα ανίκανα να επιβιώσουν, πόσο μάλλον να συνεχίσουν την επέλασή τους. Συγχρόνως, η οροσειρά του Λόριφ κάλυπτε όλη τη χώρα αφήνοντας μόνο ένα πέρασμα στους εχθρούς. Κοντολογίς, η περιοχή του βασιλείου του Λύριου ήταν μια κοιλάδα.
      Εδώ, θα ήθελα να αναφέρω, ότι στην οροσειρά του Λόριφ υπήρχαν πολλά μυστικά περάσματα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου είτε κλείστηκαν από τους ανθρώπους είτε αποτέλεσαν καταφύγιο αδίστακτων ληστών, όπως το θρυλικό φρούριο του Έλιριφ στα βορειοδυτικά της οροσειράς.
      «Που πάμε;», ακούστηκε η φωνή του γελωτοποιού μέσα στην απόλυτη σιωπή που είχε επιβάλλει το σκοτάδι.
       Δεν περίμενε να πάρει απάντηση. Θεωρούσε πως τον μετέφεραν απλά σε κάποιο άλλο λημέρι, εφόσον είχε ανακαλύψει το προηγούμενο. Ωστόσο, έκανε λάθος, γιατί ακούστηκε μια φωνή τόσο οικεία που τον έκανε να μείνει για κάμποσο αποσβολωμένος.
      «Στο παλάτι», είπε η φωνή που ταίριαζε απόλυτα με την πριγκίπισσα Νέξ.
      «Ποια είσαι;», ρώτησε ο Ιάκωβος εμφανώς ταραγμένος.
      «Όλα στην ώρα τους», αρκέστηκε να απαντήσει η φωνή της πριγκιποπούλας.
      Ο άνδρας που άνηκε στην αυλή του παλατιού δεν θέλησε να πει τίποτα παραπάνω. Οι κακουχίες της μέρας τον έκαναν να κλείσει τα μάτια του και να αφεθεί στον κόσμο των ονείρων.
      Η Νέξ βρισκόταν στο παλάτι εκείνο το βράδυ. Οι υπηρέτες είχαν ετοιμάσει το ζεστό νερό και είχαν γεμίσει την χρυσή μπανιέρα της. Έλουζε το θεόπνευστο κορμί της με το σαπούνι που είχαν φτιάξει ειδικά για εκείνη, για να μένει εκθαμβωτική και ποθητή από τον ανδρικό πληθυσμό. Τα μαλλιά της λούζονταν με αιθέρια έλαια που δεν υπήρχαν σε κανένα από τα άλλα τρία βασίλεια.
      Όταν  ένιωσε καθαρή και όμορφη, βγήκε έξω από τη μπανιέρα και φώναξε τους δύο ευνούχους να φέρουν μια μεταξωτή πετσέτα. Εκείνοι την εναπόθεσαν στο πάτωμα. Η Νέξ, την πάτησε, σκούπισε τα πόδια της και φώναξε να της φέρουν άλλη μία πετσέτα. Οι ευνούχοι που την πρόσεχαν, γιατί μόνο αυτοί μπορούσαν να αντισταθούν στα κάλλη της άφησαν με μιας το χώρο...........

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 


Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 6


       Η αρχηγός έμεινε αποσβολωμένη από την απάντηση του άνδρα. Η σιγουριά του την έκαναν να παραπατήσει μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Οι απειλές και οι ελπίδες της ότι ο γελωτοποιός θα απαντούσε άμεσα χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα εξανεμίστηκαν με τη μία. Ζύγισε τις επιλογές της. Στο αδιέξοδο που είχε βρεθεί βάλθηκε να ψάχνει να βρει την τρυπά εκείνη που θα την έβγαζε στην απέναντι πλευρά. Μακάρι να μην είχε υποτιμήσει τον πληροφοριοδότη. Μακάρι να μην είχε φερθεί τόσο παιδιάστικα. Μακάρι να έβρισκε λύση στο γρίφο.
       «Περιμένω», ακούστηκε η φωνή του Ιάκωβου διακόπτοντας τις σκέψεις της. Της ασκούσε συνειδητά μεγαλύτερη πίεση, γιατί αισθανόταν πως αυτό όφειλε να πράξει. Δεν είχε επιλογές. Εκείνος με το κουστούμι με τα κουδουνάκια ήταν η μοναδική επιλογή, ίσως όχι η καλύτερη, μα η μοναδική.
        Η πίεση τώρα ήταν αφόρητη. Ένιωθε να βρίσκεται μέσα σ’ ένα δωμάτιο και να μην είναι σε θέση να ανασάνει. Είχε πέσει στο πάτωμα. Έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια να ανασάνει για να απαντήσει στον αντίπαλό της.
       «Δεν γίνεται να συμφωνήσω μαζί σου και ξέρεις γιατί, εμείς βάζουμε τους κανόνες κι όχι εσύ. Θα κάνεις ότι θέλουμε, διαφορετικά θα σε σκοτώσουμε. Θα σου ξεριζώσουμε τα μάτια. Το βράδυ τα όρνια θα έρθουν να σου ξεσκίσουν τη σάρκα. Και μάντεψε, όταν θα σου ξεριζώνουν το συκώτι θα είσαι ακόμα ζωντανός. Φαντάζεσαι τον πόνο βλάκα;», είπε η Λέριαλ με πρωτόγνωρη δυσκολία. Ακούγοντάς την μάλλον θα έλεγες ότι ήταν ετοιμοθάνατη. Τέτοια ήταν η ταραχή στη φωνή της, μα και η προσπάθεια για να αρθρώσει το λόγο της.
        Ο Ιάκωβος μπορεί να έπλασε με τέχνη την εικόνα που περιγράφτηκε στο μυαλό του, αλλά γνώριζε πολύ καλά ότι δεν θα τα έβαζε κάτω. Είχε το πλεονέκτημα, είχε καλύτερη ψυχολογία και μέσα στη σπηλιά φύσαγε πλέον ένα δροσερό αεράκι. Ήταν ο αέρας της αλλαγής, έτσι θα έλεγε πολύ αργότερα ο ίδιος.
        «Συμφωνείς κυρά;»
       Η Λέριαλ κοίταξε απεγνωσμένα τους συντρόφους της. Θα συμφωνούσε, μάλλον αυτή ήθελε η μοίρα, Ο γελωτοποιός είχε κερδίσει αυτή τη φορά.
      «Συμφωνώ», είπε εκείνη ξέπνοα.
      «Συμφωνώ»
      «Συμφωνώ»
      «Συμφωνώ»   
      «Συμφωνώ» , ακούστηκαν πολλές συνοδευτικές φωνές μέσα στη σπηλιά των Χιλίων Φωνών. Η τύχη μαζί με τη μοίρα είχαν βοηθήσει τον Ιάκωβο. Ήλπιζε να συνέχιζαν να τον βοηθούν λίγο ακόμα, μέχρι να βγει από το λημέρι της οργάνωσης των Σκιών που μύριζε από κάθε άποψη θάνατο.
       «Άρα, αύριο θα ξεκινήσουμε για το παλάτι του Λύριου. Εγώ θα σκοτώσω τον Λύριο και εσύ θα απαγάγεις την κόρη του, την Νέξ. Τώρα, καλύτερα θα ήταν να κοιμηθούμε, γιατί αύριο είναι μια μεγάλη μέρα»
       Ο δολοπλόκος ακόλουθος του βασιλιά των ανθρώπων, έκανε να ανοίξει ξανά το στόμα του. Επιθυμούσε να μάθει που θα κοιμόταν. Λίγο πριν αρθρώσει την πρώτη λέξη τηε πρότασης ένα πανί κάλυψε το στόμα. Ο γελωτοποιός σωριάστηκε με θόρυβο στο πάτωμα του σπηλαίου.
       «Τα λέμε αύριο ηλίθιε», φώναξε με πάθος η αρχηγός της οργάνωσης των δολοφόνων.
     «Τα λέμε αύριο ηλίθιε»
     «Τα λέμε αύριο ηλίθιε»
     «Τα λέμε αύριο ηλίθιε», επανέλαβαν οι υπόλοιπες φωνές του μαγικού σπηλαίου…….


Συνεχίζεται

Y.Γ. Λυπάμαι, που δεν κατάφερα να δημοσιεύσω για περίπου πέντε μέρες τη συνέχεια της ιστορίας. Η αιτία ήταν ένα πρόβλημα υγείας. Τις επόμενες ημέρες θα δημοσιεύσω παραπάνω από μια σελίδα καθημερινά μέχρι να φτάσω εκεί όπου έπρεπε να είναι η ιστορία της Νέξ.
Να είστε πάντα καλά.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 



Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 5


Το συγκεκριμένο σπήλαιο ήταν ευρύτερα γνωστό στον Έσω Κόσμο, καθώς ο χώρος είχε την ικανότητα να αναπαράγει τα λεγόμενα του ομιλητή σε αμέτρητες αποχρώσεις. Κάποτε άκουγες παιχνιδιάρικες φωνές που έκρυβαν στο βάθος κάποια αφέλεια ή μίσος και άλλοτε φωνές βροντερές, τρομαχτικές.
       Για να σας πω την αλήθεια ο Ιάκωβος πιστεύω πως είχε ακούσει ένα μίγμα πολλών φωνών, γιατί διαφορετικά δεν πιστεύω να ήταν στη θέση να αντιληφθεί ότι βρισκόταν στη σπηλιά.
      «Βρίσκομαι στη σπηλιά των Χιλίων Φωνών;», ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.
      Τα μέλη της οργάνωσης κοιτάχτηκαν προς στιγμή με πρωτόγνωρη έκπληξη. Πρώτη φορά κάποιος αιχμάλωτος καταλάβαινε το χώρο. Η Λέριαλ έκανε νόημα σε όλους να μην απαντήσουν στην ερώτηση. Πρέπει να ήταν όλοι γύρω στους έξι, συμπεριλαμβανομένου και του γελωτοποιού που τριγυρνούσε για χρόνια στις αυλές του Βόρειου βασιλείου, φροντίζοντας με τα εύστοχα αστεία του να προκαλεί μια θυμηδία ικανή να πυροδοτήσει αναρίθμητα γέλια.
     «Η ερώτησή σου θα μείνει αναπάντητη φίλε μου. Τώρα, θα ήθελα να πεις οτιδήποτε γνωρίζεις για το παλάτι, διαφορετικά δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να βγεις από εδώ ζωντανός», ακούστηκε η Λεριάλ κι ύστερα άλλες έξι φωνές που έλεγαν ακριβώς το ίδιο.
     Μολονότι ο γελωτοποιός είχε ξεφύγει από επιλογές, αποφάσισε να τραβήξει το σκοινί λίγο παραπέρα. Στην αρχή, νόμιζε ότι τα άτομα που τον είχαν αιχμαλωτίσει κατείχαν μαγικές δυνάμεις. Στην αρχή βρισκόταν στα σκοτάδια της πλάνης και της άγνοιας. Τώρα, όμως τα πράγματα είχαν αλλάξει. Η ρόδα της μοίρας είχε γυρίσει πάλι προς το μέρος του δίνοντάς του την ικανότητα πρώτα να αντιληφθεί κάτι που ήταν ολοφάνερο, το γεγονός ότι ύστερα από τις φωνές ακολουθούσε κι ένας αντίλαλος κι ύστερα ότι δεν μπορούσαν να τον πειράξουν καθώς ήταν πολύτιμος. Χωρίς αυτόν κατά πάσα πιθανότητα η δολοφονία του κρατερού βασιλιά των ανθρώπων δεν θα λάμβανε ποτέ χώρα. Παράλληλα, τα παιδιάστικα λάθη της οργάνωσης των Σκιών φανέρωναν ακόμα μία πραγματικότητα, η Λέριαλ δεν ήταν αυτή που έλεγε, αφού φάνταζε αδιανόητο τα παλαιά μέλη της οργάνωσης να φανέρωναν έτσι εύκολα το κρησφύγετο τους. Είχε το πάνω χέρι, γι’ αυτό έπρεπε να κινηθεί γρήγορα ώστε να σώσει τη ζωή και το μερίδιό του.
     «Γιατί βιάζεσαι τόσο; Θα έλεγα, να κάνεις λίγο ησυχία, να ανοίξουμε τα φώτα και να συζητήσουμε σαν άνθρωποι. Δεν είστε η οργάνωση των Σκιών γιατί δείχνετε ερασιτέχνες και δεύτερον αγαπητή μου γυναίκα, χωρίς εμένα είναι σχεδόν απίθανο να επιτύχετε το σκοπό σας», είπε με ανεβασμένη ψυχολογία ο μετρ του γέλιου.
      «Δεν πρόκειται να συμβιβαστώ μαζί σου ανόητε. Μίλα επιτέλους», είπε η γυναίκα οργισμένα χτυπώντας το κεφάλι του Ιάκωβου με τη λαβή του μαχαιριού της.
       Το χτύπημα ήταν δυνατό. Ο ήχος από τα κουδουνάκια του καπέλου γέμισε τη σπηλιά. Το βούισμα μέσα στο κεφάλι του τον έκανε να χάσει την αυτοσυγκέντρωσή του.
Μολαταύτα, έσφιξε τα δόντια και μίλησε ξανά δίχως οίκτο φόβου.
       «με χρειάζεσαι και γι’ αυτό θα με αφήσεις να έρθω μαζί σου στο παλάτι του Λύριου. Όταν φτάσουμε εκεί θα σου εξηγήσω τα πάντα. Συμφωνείς; Μην ξεχνάς ότι είμαι ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει», είπε ο άνδρας ελπίζοντας να μην δεχτεί κανένα νέο χτύπημα.......

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

  
   
      


Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 4


       Η κίνηση του Ιάκωβου ώθησε την Λέριαλ στο να χαστουκίσει τον γελωτοποιό. Μπορούσε αν ήθελε κιόλας να τον σκοτώσει, αλλά τον χρειαζόταν προς το παρόν. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσαν μάλλον να μπουν στο παλάτι. Ο άνθρωπος που κείτονταν στο σκοτεινό πάτωμα ίσως να ήταν η μοναδική τους ευκαιρία για να επιτύχουν το στόχο τους. Έπρεπε να μάθουν όσα γνώριζε, συνήθειες των ανθρώπων της αυλής, μυστικούς διαδρόμους και βέβαια το πρόγραμμα του Λύριου. Εκείνος όμως, θα έπρεπε να παραμείνει μέσα στο σκοτάδι την πλάνης και της άγνοιας. Ήταν πράγματι σημαντικός για όλους τους. Ωστόσο όφειλαν να μην τον κάνουν κι αυτόν κοινωνό της αλήθειας, καθώς θα αποκτούσε άμεσα περισσότερες απαιτήσεις, περισσότερα προνόμια. Μπορεί ακόμα να έπαιρνε τις δικές του θέσεις. Όχι, αυτό σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να συμβεί. Είχε περάσει πολλά για να δημιουργήσει εκ νέου την οργάνωση των Σκιών. Αν τα θαλάσσωνε τώρα, ίσως να σήμαινε και το τέλος της οργάνωσης.
       Κοίταξε τον άνθρωπο μέσα από τις σκιές, μίλησε ψυχρά, είπε λόγια που θα έκαναν κάθε κοινό θνητό να έχει εφιάλτες για το υπόλοιπο της ζωής του. Του είπε να μιλήσει αληθινά, να εκφράσει τις προθέσεις του, και βέβαια, να διαβεβαιώσει την οργάνωση ότι τα λεγόμενά του δεν επιδέχονταν καμία αμφισβήτηση. Αν δεν έπραττε αναλόγως, τότε θα βρισκόταν αντιμέτωπος εφόρου ζωής με τους δολοφόνους των Σκιών, πράγμα που σήμαινε ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεφύγει από μια οργάνωση που κάθε φόνος έπρεπε να επιτευχθεί είτε έμενα μόνο ένας δολοφόνος είτε ακόμα και αν τους έπαιρνε πενήντα χρόνια για να σκοτώσουν. Η δέσμευση, το συμβόλαιο όπως το ονόμαζαν εκείνοι οφειλόταν να τηρείται πάντοτε.
        Ο Ιάκωβος σηκώθηκε όρθιος. Μπορεί να αδυνατούσε να δει πρόσωπα, μπορεί να έτρεχε λίγο αίμα από το στόμα, μπορεί ακόμα να έτρεμε από το φόβο, μα γνώριζε άριστα ότι όταν κάνεις μία συμφωνία με τέτοιους ανθρώπους, με ανθρώπους βγαλμένους από το βασίλειο του σατανά, δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, όταν άρχιζε ο χορός θα χόρευες αναγκαστικά μαζί τους.
        «Ορκίζομαι να πω την αλήθεια, και μόνο αυτή», είπε βαριανασαίνοντας, καθώς το κεφάλι του βούιζε και δεν μπορούσε να σκεφτεί νηφάλια εξαιτίας του.
        «Συνέχισε. Μίλα γρήγορα, αλλιώς….», δεν τελείωσε τη φράση της, γιατί ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο μια σπαραχτική κραυγή ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου, κάπως έτσι την αντιλήφθηκε τουλάχιστον.
        «Προτού όμως μιλήσω, οφείλουμε να συζητήσουμε το θέμα της ανταμοιβής μου. Για να μιλήσω θα πρέπει να μου πείτε τι ακριβώς προσφέρετε», είπε ο γελωτοποιός με παρρησία και θάρρος.
       «Νομίζω πως γνωρίζεις ήδη την ανταμοιβή σου, την θέση του συμβούλου του βασιλιά του Δυτικού βασιλείου», είπε αυτή τη φορά μια αντρική φωνή.
       «Ωραία, άρα θα σας δώσω αυτά», είπε ο ακόλουθος του Λύριου βγάζοντας από τη στολή του κάποια χαρτιά.
        Ένα χέρι, από το σκοτάδι απλώθηκε. Τα άρπαξε και ξεκίνησε μάλλον να τα ξεφυλλίζει.
       «Δεν μας καλύπτουν», ακούστηκε μια αλλόκοτη γυναικεία φωνή που θύμισε φίδι.
       «Ναι, δεν μας καλύπτουν», ακούστηκαν και δεκάδες άλλες φωνές, τόσες που ο δύσμοιρος Ιάκωβος αντιλήφθηκε που ακριβώς βρισκόταν. Ήταν στην οροσειρά Λόριφ, στο κρησφύγετο της οργάνωσης των δολοφόνων. Βρισκόταν στη σπηλιά των Χιλίων Φωνών. Ξεροκατάπιε, τα πράγματα ήταν δυσκολότερα απ’ ότι είχε φανταστεί………

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 3


      «Ξύπνησες βλέπω», ακούστηκε μια τραχιά φωνή, καθώς ο Ιάκωβος έπιανε το κεφάλι του.
      Ο πόνος τον έκανε αρχικά να παραπατήσει. Χρειάστηκε να συγκεντρωθεί τελικά αρκετά για να καταφέρει να σταθεί στα πόδια του. Επεξεργάστηκε το χώρο όπου είχε βρεθεί κοιμισμένος. Το σκοτάδι κάλυπτε σχεδόν όλο το δωμάτιο. Το μοναδικό πράγμα που διέκρινε έστω κάπως αχνά ήταν ένας καλόγερος. Πάνω του είχαν κρεμαστεί τρία παλτά. Τα δύο ήταν καφέ, ενώ το άλλο κατάμαυρο.
     «Ποιος είναι;», ρώτησε ο γελωτοποιός φροντίζοντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του.
      Ένας αχνός θόρυβος ακούστηκε από το πίσω μέρος της κεφαλής του. Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, ένιωσε ένα μυτερό αντικείμενο να ακουμπάει την πλάτη του. Μια λάθος κίνηση μπορούσα πια να αποβεί μοιραία. Έκανε να κουνήσει το κεφάλι του, μα ένιωσε το αιχμηρό αντικείμενο να πιέζει με μεγαλύτερη ένταση την πλάτη του.
    «Μην κουνηθείς, γιατί τότε δεν θα διστάσω να σε τρυπήσω με το μαχαίρι. Νομίζω όμως ότι αρχικά θα έπρεπε να συστηθούμε. Μπορεί να με έχεις ακούσει με πολλά ονόματα, καθώς οι λαϊκές ρίμες κάνουν συχνή αναφορά στο πρόσωπό μου. Για να αντιληφθείς επί τόπου ποια είμαι θα σου συστηθώ με το πιο γνωστό μου όνομα. Είμαι η Λέριαλ, η δολοφόνος με τα χίλια πρόσωπα», είπε η γλυκιά, μα συνάμα τρομαχτική φωνή.
       Ο Ιάκωβος είχε ακουστά τη Λέριαλ. Για την ακρίβεια δεν υπήρχε ζωντανό όν στον Έσω Κόσμο που να μην είχε ακούσει του θρύλους για την οργάνωση των Σκιών, την αραιότερη οργάνωση των δολοφόνων στον Έσω Κόσμο. Η Λέριαλ ήταν η αρχηγός της ομάδας. Οι φήμες έλεγαν ότι το αρχηγείο τους βρισκόταν κάπου στην οροσειρά του Λόριφ που περιτριγύριζε όλο το Βόρειο βασίλειο. 
         Η οργάνωση των Σκιών είχε χαθεί εδώ και περίπου σαράντα χρόνια. Όλη πίστευαν ότι είχε εξαφανιστεί χάρις τις εκστρατείες του Λύριου στην οροσειρά του Λόριφ μετά την ατυχή απόπειρα δολοφονίας του από την οργάνωση, αφού πρώτα είχαν σκοτώσει τον νάνο βασιλιά του Ανατολικού βασιλείου. Η Λέριαλ μάλιστα είχε καεί στην πυρρά στο κέντρο της οδού που ένωνε τα τέσσερα βασίλεια. Μπορεί να είχε πεθάνει η αρχηγός τους, αλλά πολλά μέλη της οργάνωσης είχαν καταφέρει να καταφύγουν τόσο στο Λόριφ όσο και στις οροσειρές του Ράντολφ-Ράντι, που βρίσκονταν στο Ανατολικό βασίλειο.
         Ο καημένος ο Ιάκωβος δεν είχε φανταστεί ούτε στα πιο τρελά του όνειρα ότι συμφωνώντας να εκθρονίσει από το θρόνο τον Λύριο θα έπρεπε να συνεργαστεί με ανθρώπους τόσο ποταπούς και επικίνδυνους, που μάλιστα κινιόνταν στο απόλυτο σκοτάδι σαν τα φίδια περιμένοντας την ιδανική στιγμή για να θανατώσουν με ένα μόνο χτύπημα τον εχθρό.
       «Τι ξέρεις για τον βασιλιά;», ρώτησε ξανά η γυναίκα εντονότερα από πριν.
       «Ξέρω πολλά πράγματα. Αρκετά θα έλεγα ώστε να μπορώ να σου ζητήσω να χαλαρώσεις για λίγο την ένταση του μαχαιριού, γιατί έχει αρχίσει και γίνεται ενοχλητικό».
    Η γυναίκα ξεκίνησε να γελάει χαιρέκακα. Το γέλιο της θύμιζε κόασμα βατράχου. Ήταν τόσο σατανικό που έκανε τις τρίχες του κορμιού του Ιάκωβου να τεντωθούν. Κρύος ιδρώτας έσταζε πλέον από το πρόσωπό του. Το μαχαίρι τον πονούσε. Έκανε να κινηθεί και τότε το ελάχιστο φως του δωματίου έσβησε μονομιάς. Ο γελωτοποιός βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο έδαφος……….

Συνεχίζεται

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 2


Πρώτος απ’ όλους ήταν ο γελωτοποιός του παλατιού, που θεωρούσε πως το παλάτι δεν τον σεβόταν όσο έπρεπε. Πίστευε πως ο Λύριος ήταν υποχρεωμένος απέναντί του, εφόσον τον είχε σώσει αμέτρητες φορές από τη βαριά κατάθλιψη. Καταγόμενος κιόλας από αρχοντική γενιά από το βασίλειο της Δύσης δεν άργησε να συμμαχήσει μαζί με τους εχθρούς του Λύριου ώστε να επιτύχει την έξωση του κρατερού βασιλιά.
        Έτσι, μια νύχτα που το ολόγιομο φεγγάρι δέσποζε στο ουρανό εγκατέλειψε το παλάτι. Θα πήγαινε στο πανδοχείο της κοιμισμένης αρκούδας, όπου θα έβρισκε σύμφωνα με το σχέδιο πράκτορες των ημίαιμων ξωτικών. Είχε λάβει ένα γράμμα πριν από μια εβδομάδα διευκρινίζοντάς του ότι αν στρεφόταν εναντίον του βασιλιά θα κέρδιζε τη θέση του συμβούλου του βασιλιά Μπογκάρντ. Θα εξουσίαζε τα ημίαιμα ξωτικά, και γιατί όχι, θα μπορούσε όταν πέρναγε ο καιρός να μηχανορραφήσει κατά του βασιλιά κερδίζοντας τελικά το θρόνο. Κοντολογίς, ο Ιάκωβος ο γελωτοποιός ήταν εκ φύσεως αρχομανής.
         Το άλογο του Ιάκωβου ήταν μια φοράδα που του είχε δωρίσει προσωπικά ο ίδιος ο Λύριος. Ήταν ένα άλογο εξαιρετικό, ίσως και ένα από τα γρηγορότερα του βασιλείου. Ο Ιάκωβος μπορεί να πίστευε ότι ο  κρατερός άρχοντας δεν του φερόταν γενικότερα σωστά, μα αν ρωτούσατε τον κόσμο θα σας έλεγε ότι είχε αποκτήσει πολλά προνόμια για γελωτοποιός. Μια φοράδα, ένα τριώροφο σπίτι στο κέντρο της αγοράς και βέβαια, τον σεβασμό όλων των κατοίκων του Βόρειου βασιλείου. Όμως, η πλεονεξία ενός ανθρώπου μπορεί να μην έχει όρια.
         Η φοράδα σταμάτησε απ’ έξω από τη δρύινη πόρτα του πανδοχείου. Το καπέλο που φορούσε εξακολουθούσε να κουνιέται προκαλώντας ένα αχνό κουδούνισμα. Το υπόλοιπο του σώμα είχε φροντίσει να το καλύψει μ’ ένα κατάμαυρο μανδύα. Ξέρετε, και η υπόλοιπη στολή που κοσμούσε το σώμα του είχε πάνω μικρά κουδουνάκια. Ο μανδύας λοιπόν, όχι μόνο κάλυβε τα χαρακτηριστικά του σώματός του, μα περιόριζε συνάμα κάπως τον ήχο.  
           Ο Ιάκωβος έστριψε το πόμολο της πόρτας του πανδοχείου. Αμέσως, τον χτύπησε στο πρόσωπο ένα μείγμα αέρος από σκόρδο, αλκοόλ και καπνό. Μάλιστα, στην αρχή κόντεψε να λιποθυμήσει, μα έπρεπε να μείνει όρθιος. Είχε μια δουλειά να φέρει εις πέρας. Θα εκθρόνιζε το Λύριο μαζί με την πανέμορφη κόρη του. Θα έπαιρνε τη θέση του συμβούλου, κι έπειτα του ιδίου του βασιλιά.
          Κοίταξε το χώρο ερευνητικά. Υποτίθεται ότι θα έβρισκε μέσα τέσσερις μυστικούς πράκτορες με εξαιρετικές δολοφονικές ικανότητες. Αυτοί θα αναλάμβαναν τη δολοφονία του Λύριου. Όσο όμως κι αν έψαχνε το χώρο τα μάτια του αδυνατούσαν να εντοπίσουν τους ημίαιμους δολοφόνους.
           Απογοητευμένος όπως ήταν κάθισε σ’ ένα γωνιακό τραπέζι ολομόναχος. Λογικά, οι πράκτορες θα τον έβρισκαν σύντομα, και δεν είχε άδικο. Παρήγγειλε μία κρύα μπύρα, γιατί το ταξίδι τον είχε εξουθενώσει.
           Η σερβιτόρος σε κλάσματα του δευτερολέπτου έφερε τη μπύρα.  Την έφερε τόσο γρήγορα στον πελάτη που ο καθένας θα αντιλαμβανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μολαταύτα, ο Ιάκωβος στεκόταν ατάραχος στο τραπέζι περιμένοντας τη συντροφιά του. Ίσως η σιγουριά του ότι τίποτα κακό δεν θα συνέβαινε να προερχόταν από το συγκερασμό της υπέρμετρης αισιοδοξίας και της απληστίας που διέκρινε τον γελωτοποιό.
       Καθώς έπινε τη μπύρα τα βλέφαρα του ανθρώπου άρχισαν σιγά-σιγά να κλείνουν. Η μπύρα έπρεπε να περιείχε ένα είδος υπνωτικού. Ο Ιάκωβος αντιλήφθηκε το υπνωτικό όταν πια  ήταν πάρα πολύ αργά. Ο Μορφέας οδήγησε τον γελωτοποιό του βασιλείου του Βορρά στον κόσμο των ονείρων. Εκεί όπου όλα είναι πιθανά. Σε εκείνον τον κόσμο ήταν σχεδόν βέβαιο ότι είχε γίνει ουκ ολίγες φορές βασιλιάς………  

Συνεχίζεται

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

H Βάρδος Νέξ


Εισαγωγή

         Αυτές τις τελευταίες μέρες στριφογυρίζει διαρκώς στο νου μου μια ιστορία που διαδραματίζεται στο Μεσαίωνα. Κεντρικός ήρωας θέλω να είναι διακαώς μία βάρδος που ονομάζεται Νέξ. Μπορεί να ακουστεί λιγάκι τρελό, μα σε διαβεβαιώνω αγαπητέ αναγνώστη, ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί μου έχει γίνει έμμονη ιδέα η ίδια όσο και η ιστορία της. Μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι ανέκαθεν ήμουν λάτρης των Μεσαιωνικών ιστοριών. Ίσως, είναι εκείνη η μαγεία του παρελθόντος που εξάπτει τη φαντασία μου οδηγώντας την σε παράξενα μονοπάτια. Άλλωστε ποιος μπορεί να ξεχάσει το έπος του άρχοντα των δαχτυλιδιών που αποτέλεσε το εφαλτήριο για τη διάδοση παρόμοιων ιστοριών;
         Σήμερα λοιπόν, πήρα την απόφαση να ξεκινήσω τη συγγραφή της ιστορίας της βάρδου. Κάθε μέρα λοιπόν, σε αυτόν τον ιστότοπο θα αναρτάτε μια σελίδα της ιστορίας. Στόχος μου είναι να έχει τελειώσει ακριβώς σε ένα χρόνο, δηλαδή θα τελειώσει στις 8/8/2013. Θεωρώ πως είναι κάπως παράτολμο αυτό που πρόκειται να κάνω, μα σου υπόσχομαι ότι θα βάλλω τα δυνατά μου για να φέρω εις πέρας το στόχο μου δημιουργώντας εν τέλει ένα ευανάγνωστο μυθιστόρημα.
         Ελπίζω να τα καταφέρω.

                                    Κεφάλαιο Πρώτο: Η Απαγωγή

          Τα παλιά τα χρόνια, όταν στον κόσμο υπήρχαν ακόμα δράκοι, μονόκεροι, ξωτικά, καλικάντζαροι και οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ακόμη την ύπαρξη του μπαρουτιού, ζούσε μία πριγκίπισσα που ονομαζόταν Νέξ. Ήταν η κόρη του Λύριου, του άρχοντα του βόρειου βασιλείου.
         Ο Λύριος όπως και η μονάκριβη κόρη του ήταν αξιαγάπητοι στο λαό, κατείχαν ιδιαίτερες δυνάμεις που σύμφωνα με τις φήμες που είχαν διαδοθεί στα τέσσερα βασίλεια, προέρχονταν από τις απόκρυφες τέχνες.
        Όμως, ο Βασιλιάς όσο αξιαγάπητος ήταν στον λαό, άλλο τόσο μισητός ήταν στους εχθρούς του. Κατά τη βασιλεία του είχε καταφέρει να φέρει την ειρήνη σε όλο τον  Έσω Κόσμο. Ακόμα και το βασίλειο της δύσης είχε συμβιβαστεί με τις αποφάσεις του κρατερού βασιλιά, καθώς φρονούσε ότι ένας πόλεμος θα σύντριβε την αυτοκρατορία των ημίαιμων  ξωτικών. Ο Λύριος, το βασίλειο του βορά, το βασίλειο των ανθρώπων είχε αναγνωριστεί από όλο τον Έσω κόσμο ως ο ρυθμιστής των πραγμάτων.
         Ο χρόνος πέρναγε, η πριγκίπισσα Νέξ μεγάλωνε γρήγορα. Όλο το βασίλειο μίλαγε για την ομορφιά της. Οι βάρδοι μαζί με τους τελάληδες της εποχής διατυμπάνιζαν τα κάλλη της προσκαλώντας παράλληλα κάθε άνδρα που σεβόταν τον εαυτό του να έρθει στο παλάτι των Βασιλιάδων για να διεκδικήσει την κοπέλα, που την ομορφιά της ζήλευε κάθε θηλυκιά ύπαρξη των τεσσάρων βασιλειών.
        Έτσι, πλήθος κόσμου συνέρρεε στο παλάτι ελπίζοντας ότι οι θεοί θα τους ευσπλαχνιστούν βοηθώντας τους να αποκτήσουν την πριγκίπισσα και κατ’ επέκταση την κυριαρχία του βασιλείου, καθώς ο βασιλιάς αν και νέος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας που όπως πίστευε η κοινή γνώμη θα τον οδηγούσαν σύντομα στον άλλο κόσμο. 
       Ωστόσο, η εμμονή του Λύριου να δει την κόρη του να ντύνεται νύφη, έδωσε την ευκαιρία σε όλους τους εχθρούς του βασιλείου του Βορρά να μηχανορραφούν εποφθαλμιώντας την κατάκτηση του θρόνου που θα πυροδοτούσε ένα νέο πόλεμο για την κυριαρχία στον Έσω Κόσμο…..........

Συνεχίζεται

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Θρύλοι,για την Άλωση της Πόλης.


Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς.
Ο λαοφιλέστερος θρύλος έχει να κάνει με το τελευταίο αυτοκράτορα που μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια. Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί. Οι ώρες αναμονής τον “μαρμάρωσαν”. Είναι γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε. Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη.

Ο παπάς της Αγίας Σοφίας.
Ένας άλλος θρύλος ιδιαίτερα αγαπητός είναι ο θρύλος του παπά της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση λέει ότι την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στην εκκλησία, ο παπάς διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Σε εκείνο το σημείο που κρύφτηκε ενώ υπήρχε μία πόρτα, “ως δια μαγείας” η πόρτα έγινε τοίχος τον οποίο κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να σπάσει από τότε. Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Έλληνες μάστορες τους οποίους έφερναν για αυτό το σκοπό δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν τον τοίχο. Ο θρύλος καταλήγει ότι όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει ελληνική εκκλησία, τότε ο παπάς θα βγει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.
Η κρύπτη της Αγίας Σοφίας
Eνα «μυστικό» δωμάτιο στην Aγία Σοφία της Kωνσταντινούπολης αποκαλύπτεται τώρα ως «θυρανοίξια» του κρυφού ιερού όπου είχε καταφύγει στις 29 Mαΐου 1453 ο βυζαντινός ιερέας για να συνεχίσει τη θεία λειτουργία που είχε διακοπεί στον κύριο Nαό της Aγίας Σοφίας. H ανακάλυψη οφείλεται στον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Bιέννης Πολυχρόνης Eνεπεκίδης. Tο ξεχασμένο δωμάτιο εντοπίστηκε όταν η νέα διευθύντρια του Mουσείου της Aγίας Σοφίας Zαλέ Nτεντέογλου ρώτησε αν υπάρχει χώρος που να μην έχει ανοιχτεί και διέταξε να παραβιάσουν την κλειδαριά του συγκεκριμένου χώρου, αφού δεν υπήρχε κλειδί της πόρτας. Aποκαλύφθηκε τότε πως το δωμάτιο που δεν είχε ανοιχτεί από το 1968, υπήρξε εργαστήρι του Γκάσπαρο Φοσάτι (1809 – 1883), ο οποίος ακολουθώντας την εντολή του Σουλτάνου, αναστήλωσε πλήρως το μνημείο στη διάρκεια της περιόδου 1847 – 1849. H έρευνα του καθηγητή Πολυχρόνη Eνεπεκίδη καταδεικνύει ότι ο Φοσάτι είχε απλώς μετατρέψει επιδέξια σε γραφείο του την κρύπτη που του είχαν υποδείξει οι Eλληνες φίλοι του στην Πόλη. H κρύπτη, μία από τις πολλές του μεγάλου ναού, ήταν το κρυφό εκείνο ιερό όπου συνεχίστηκε από τον ιερέα η διακοπείσα ιεροτελεστία, και όταν τελείωσε έκλεισε η πόρτα της κρύπτης και θα άνοιγε, κατά την παράδοση, όταν και πάλι Eλληνες θα ήταν οι ιερείς και το εκκλησίασμα.