Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 11


        Ο χρόνος κυλούσε γοργά. Όσο δεν εμφανιζόταν ο πατέρας της ένιωθε την απελπισία να καταλαμβάνει όλο της το κορμί. Ήξερε πως είχε κάνει το σωστό, αλλά φοβόταν τις επιπτώσεις της απόφασής της. Μπορεί να έσωζε το βασίλειο των ανθρώπων και κατ’ επέκταση τον Έσω Κόσμο, αλλά σε αντάλλαγμα θα παντρευόταν έναν άνδρα τον οποίο δεν αγαπούσε καθόλου, αντίθετα τον σιχαινόταν. Αν δεν είχε κάνει την εμφάνισή του το καταραμένο σπαθί, ο Αιματοβαμμένος θα κυλούσε καλύτερα η ζωή της, πιο ευχάριστα.
        Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε. Ο Λύριος εμφανίστηκε.  Φορούσε ένα αλυσιδωτό θώρακα στο στήθος, ενώ στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα ολόχρυσο σκήπτρο. Στα καστανά μαλλιά του κεφαλιού όπου είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους οι άσπρες τρίχες των γηρατειών  υπήρχε η βασιλική κορώνα. Ο Λύριος πάντα ήταν επιβλητικός. Ήξερε να τραβά τα βλέμματα πάνω του μονομιάς. Αυτό έκανε και τώρα. Απευθύνθηκε στην κόρη του εκστομίζοντας ένα βιτριολικό σχόλιο.
        Εκείνη γνωρίζοντας τον πατέρα της έκανε ότι δεν άκουσε το σχόλιο. Δεν είχε άλλωστε ιδιαίτερη σημασία. Τα γαλάζια μάτια της που θύμιζαν τη θάλασσα πριν την καταιγίδα κοίταξαν τον κρατερό βασιλιά. Ξέσπασε σε κλάματα. Έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά του.
        Ο γηραιότερος είχε ακούσει την απόφαση της κόρης του με έκπληξη. Μπορούσε να αντιληφθεί ότι η Νέξ δεν θα παντρευόταν ποτέ έναν τέτοιο άνθρωπο εξαιτίας της εκπαίδευσης και των καταβολών που είχε κληρονομήσει. Η περιέργεια τον ώθησε να σπάσει τη νεκρική σιωπή.
        «Κόρη μου, γιατί δέχτηκες να αρραβωνιαστείς με αυτό το τέρας τον Ριχάρδο. Ελπίζω να μην τον ερωτεύτηκες, γιατί δεν είναι σωστός άνθρωπος ούτε αυτός ούτε και η οικογένειά του. Όσα σου είπε είναι αλήθεια, αλλά λησμόνησε να αναφέρει το γεγονός ότι αυτοί που έσπασαν πρώτοι τη συμφωνία που είχε γίνει όντως υπό το βάρος πρωτάκουστων υποσχέσεων, καθώς στράφηκαν εναντίον μου στον πόλεμο. Ξέρεις, ένα μειονέκτημα των ανθρώπων είναι η απληστία. Αυτή μαζί με την ματαιοδοξία πρέπει να οδήγησε την οικογένεια του Ριχάρδου στην απόφαση να βοηθήσουν τους εχθρούς μου να με εκθρονίσουν. Ποτέ δεν τους τιμώρησα, γιατί όπως γνωρίζεις δεν κρατάω κακίες………»
         «Είχε τον Αιματοβαμμένο πατέρα», είπε η Νέξ διακόπτοντας τον Λύριο.
           Στον ήχο του ονόματος, ο βασιλιάς έμεινε εμβρόντητος. Όλοι οι ευυπόληπτοι πολίτες του Βασιλείου γνώριζαν το θρύλο του σπαθιού. Μπορούσε να αφανίσει όλο τον Έσω Κόσμο αν έπεφτε στα χέρια ενός τρελού. Ένα σπαθί που ρούφαγε αίμα, ένα σπαθί που ρούφαγε ψυχές, ένα τέρας.
            «Που είναι;», ρώτησε ελπίζοντας να είχε η κόρη του την οξυδέρκεια να αρπάξει το σπαθί προτού διαδοθούν τα νέα για την επανεμφάνιση του Αιματοβαμμένου.
           «Εκεί είναι πατέρα», είπε η πριγκίπισσα δείχνοντας το κρεβάτι.
           Ο Λύριος αντίκρισε το σπαθί και αλαφιασμένος έτρεξε και το έπιασε στα χέρια του. Κραδαίνοντας το σπαθί η Νέξ παρατήρησε κάτι αλλόκοτο πάνω στον πατέρα της. Τα μάτια του προς στιγμή άλλαξαν χρώμα, έγιναν κόκκινα, ενώ ένιωσα πως ολόκληρο το δωμάτιο είχε πλημμυριστεί ξαφνικά από τη  μυρωδιά του θανάτου, μια μυρωδιά τόσο οικεία για τους παλαιότερους, μα τόσο αλλόκοτη και αποκρουστική για εκείνη.
            Έβγαλε το σπαθί που είχε στη θήκη του και το αντικατέστησε με τον Αιματοβαμμένο. Το παλιό του σπαθί αφέθηκε με ευλάβεια πάνω στο κρεβάτι της πανέμορφης κοπέλας.
            «Το σπαθί αυτό δεν είναι ασφαλή ούτε στα δικά μου χέρια. Αύριο, μετά τους αρραβώνες σου θα φύγω για να καταστρέψω για πάντα αυτό το σπαθί. Όσο θα λείπω, εσύ θα είσαι η βασίλισσα μαζί με τον μελλοντικό σου άνδρα», είπε ο βασιλιάς αγκαλιάζοντας τη μονάκριβη κόρη του.
          «Έκανες την καλύτερη επιλογή, η μητέρα σου θα ήταν περήφανη. Λυπάμαι, που δεν μπορώ να σε βοηθήσω να αποφύγεις τον αρραβώνα», ακούστηκε η μελαγχολική φωνή του άνδρα καθώς έκλεινε τη δρύινη πόρτα του δωματίου της πριγκίπισσας…………

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου