Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 12


          Λίγο πιο μακριά μια άλλη συντροφιά βρισκόταν σε απόγνωση λόγω της αναπάντεχης τροπής που είχαν πάρει τα πράγματα. Είχαν μάθει σχετικά εύκολα για τους αρραβώνες της Νέξ. Η πριγκίπισσα θα αρραβωνιαζόταν τον Ριχάρδο, γιατί ήθελε το σπαθί που κρατούσε εκείνος. Κανένας στην αυλή δεν ήταν σε θέση να πει τι το ιδιαίτερο είχε το σπαθί, αλλά η Λέριαλ και οι σύντροφοί της είχαν αντιληφθεί ότι το σπαθί έκρυβε κάποια καταχθόνια δύναμη. Έπρεπε, πας η θυσία να μάθουν τι είχε διαδραματιστεί στο παλάτι.
          Ο Ιάκωβος βρισκόταν ακόμα στο σκοτάδι σχετικά με το σχέδιο της οργάνωσης των Σκιών. Γνώριζε πως μια αναπάντεχη αλλαγή των σχεδίων μπορούσε κάλλιστα να τον οδηγήσει στον Κάτω Κόσμο. Κοίταξε τι Λέριαλ που είχε μεταμορφωθεί στην πριγκίπισσα Νέξ και μίλησε.
          «Τι θα κάνουμε;», ρώτησε χαμηλόφωνα.
          Η γυναίκα πλησίασε τον γελωτοποιό. Κοιτώντας τον γλυκό με τα γαλάζια μάτια της Νέξ τον φίλησε στο στόμα. Ένιωσε τα χείλη της γυναίκας, ήταν καυτά, σαρκώδη. Μόλις ένιωσε το σώμα της να ακουμπά πάνω στο δικό της μια πρωτόγνωρη ευδαιμονία τον κατέκλυσε. Είχε καιρό να νιώσει κάτι παρόμοιο. Είχε καιρό να γευτεί το φιλί μιας γυναίκας. Τώρα, μάλιστα γευόταν το φιλί της ομορφότερης γυναίκας στον Έσω Κόσμο. Όμως, ο γελωτοποιός είχε λησμονήσει ότι η συγκεκριμένη γυναίκα δεν ήταν η Νέξ παρά η επαγγελματίας δολοφόνος που άκουγε στο όνομα Λέριαλ.
            Η Λέριαλ φιλώντας τον άνδρα ένιωσε κι αυτή μια παράξενη ευτυχία, Της άρεσε η μυρωδιά του Ιάκωβου, αλλά είχε μάθει να ελέγχει τα συναισθήματά της. Έτσι, όπως ήταν ένα με τον άνδρα τράβηξε το στιλέτο που έκρυβε στο δεξιό της μπούτι. Το έμπηξε στη καρδιά του Ιάκωβου.
             Τα μάτια του γούρλωσαν. Το στόμα του άνοιξε, από μέσα πετάχτηκαν σταγόνες αίματος που βρήκαν τη γυναίκα στο πρόσωπο και συγκεκριμένα, στα σαρκώδη χείλη της. Το κεφάλι του πήγε να πέσει, αλλά τελευταία στιγμή το συγκράτησε. Τα χέρια του έπιασαν τη γυναίκα.
             «Τα λέμε στην κόλαση», της ψιθύρισε αγκομαχώντας ο ετοιμοθάνατος κι ύστερα έπεσε στο έδαφος.
             Η αρχόντισσα των σκιών έγλυψε το αίμα που είχε κολλήσει στα χείλη της, ήταν θεσπέσιο. Στράφηκε στον μάγο που είχε ακολουθήσει τη συντροφιά των δύο ατόμων μετά από παράκλησή της. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι τα μάγια θα κρατούσαν όσο έπρεπε.
             «Δεν περίμενα να κρατούσαν να σου πω την αλήθεια», είπε η Λέριαλ κοιτάζοντας επίμονα το μάγο.
             «Εγώ σε είχε διαβεβαιώσει κυρά μου. Τα μάγια μου είναι τόσο δυνατά που θα κρατήσουν για πάντα. Μόνο εγώ έχω πια τις απαραίτητες μαγικές δυνάμεις για να σπάσω το ξόρκι όποτε βέβαια θελήσεις. Αν είχες πάει σε κάποιον άλλον κομπογιαννίτη δεν θα μπορούσε να φιλήσεις τον άνδρα αυτόν χωρίς να αποκαλυφθείς»
             «Το ξέρω, και γι’ αυτό ήρθα σε εσένα μέγα Μάγιστρε. Ορίστε, η αμοιβή σου», είπε εκείνη δείχνοντας το πτώμα του γελωτοποιού που κουδούνιζε εξαιτίας της φορεσιάς και του αέρας.
          «Δεν νομίζω πως θα μου δώσεις μόνο αυτόν. Θέλω και χρήματα»
          Η Λέριαλ, πέταξε ένα πουγκί στο μάγο και τον βοήθησε να φορτώσει το πτώμα στο άλογό του.
          «Θυμήσου τα λόγια μου γυναίκα, πρέπει να δράσεις απόψε», είπε η μυστηριώδης φιγούρα με τον μανδύα που κάλυπτε εντελώς το πρόσωπό του καθώς άφηνε μόνη την Λέριαλ μέσα στο σκοτάδι.
           Ακούγοντας τα λόγια του συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να δράσει γρηγορότερα, εφόσον σε λιγότερο από δέκα ώρες θα γινόντουσαν οι αρραβώνες του ζευγαριού. Η πριγκίπισσα έπρεπε να πεθάνει απόψε…………..      

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου