Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 16


                Κεφάλαιο Δεύτερο: Κυνηγητό μες στα Όρη

                  Το τράνταγμα του κάρου έκανε την γυναίκα να ανοίξει τα μάτια της. Οι όρε των ματιών με δυσκολία διέκριναν τον οδηγό του κάρου. Τα αυτιά του ήταν μεγάλα και μυτερά, ενώ το κεφάλι του κοσμούσε ένα πράσινο κασκέτο. Ο ξωτικός έδειχνε να μην διάζεται να φτάσει στον προορισμό του. Ήταν χαλαρός, σφύριζε και τραγουδούσε περιχαρής. Το άλογο του φαινόταν γέρικο και ταλαιπωρημένο. Έπρεπε να είχε διαβεί το συγκεκριμένο πέρασμα αρκετές φορές, γιατί έδειχνε να απολαμβάνει την διαδρομή παρόλο που κουβαλούσε ένα αρκετά δυσάρεστο φορτίο.
                   Η Νέξ μύρισε μια έντονη μυρωδιά που θύμιζε σαπίλα. Κοιτάζοντας γύρω της συνειδητοποίησε πως βρισκόταν σ’ ένα κάρο που μετέφερε πτώματα. Το στομάχι της ανακατεύτηκε, αλλά κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μην ξεράσει, καθώς ένα μαντήλι της φίμωνε το στόμα.
                   Οι αναταράξεις την δυσκόλεψαν να φτάσει το ξωτικό με το κασκέτο. Οι ρόδες χτύπαγαν συνεχώς σε πέτρες και η Νέξ έπεφτε μπρούμυτα στο κάρο. Τελικά, κατάφερε μετά από ώρα να φτάσει το ξωτικό. Τον σκούντηξε, καθώς ήθελε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί.
                  Ο ξωτικός όταν ένιωσε τα κρύα γυναικεία της χέρια να ακουμπούν τον ώμο του σταμάτησε αμέσως το κάρο. Το άλογο χλιμίντρισε, αλλά σταμάτησε σχεδόν αμέσως την πορεία του.
                  «Τι θες και με ενοχλείς;», ρώτησε ο ξωτικός με δυσαρέσκεια.
                  Η Νέξ προσπάθησε να μιλήσει, μα το φίμωτρο στο στόμα την άφησε να βγάλει μόνο κάποιους παράξενους βρυχηθμούς.
                  «Α, ναι το ξέχασα», είπε ο οδηγός λύνοντας το μαντήλι από στόμα της.
                 «Που πηγαίνουμε και τι έγινε όση ώρα είμαι λιπόθυμη;», ρώτησε η πριγκίπισσα ελπίζοντας ο οδηγός να την λυπηθεί και να της εξιστορήσει τα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα όση ώρα ήταν αναίσθητη.
                 «Μπα, δεν ξέρω πολλά. Απλά με σταμάτησαν στο δρόμο και μου είπαν να σε πάρω μαζί μου με το αζημίωτο φυσικά. Εγώ συμφώνησα να σε πάρω μαζί μου στο κάρο και ξεκίνησα το ταξίδι μου για το δυτικό βασίλειο»
                 «Γιατί βρισκόμαστε ανάμεσα στα βουνά;»
                 «Είμαστε στην οροσειρά Λόριφ αγαπητή δεσποσύνη. Σε παρακαλώ, ρίξε κάτι επάνω σου, γιατί δεν επιθυμώ να σε βλέπω γυμνή. Όχι ότι δεν μου αρέσει κιόλας, αλλά με σκανδαλίζεις και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Να, εκεί στην άκρη δίπλα στο ακέφαλο αγόρι έχει κάποια ρούχα που νομίζω ότι θα σου κάνουν», είπε ο ξωτικός δείχνοντας στην πριγκίπισσα το μέρος που εννοούσε.
                 Η Νέξ, πλησίασε το αγόρι και έπιασε τα ρούχα, τα οποία  απέπνεε μια έντονη μυρωδιά που  έφερνε αναγούλα. Τα κοίταξε καλά και απευθύνθηκε ξανά στον οδηγό.
                 «Δεν έχεις να μου δώσεις άλλα ρούχα, αυτά βρωμάνε. Δεν μπορώ να τα φορέσω», είπε η γυναίκα δείχνοντας έντονη δυσαρέσκεια.
                 «Αυτά είναι προς το παρόν. Αργότερα ίσως βρούμε κάποια καλύτερα. Προς το παρόν δεν έχω να σου κάποια άλλα. Κοίταξε, σε λίγη ώρα θα κοιμηθούμε σ’ ένα πανδοχείο. Εκεί σίγουρα θα μας βοηθήσουν», είπε ο ξωτικός με το κασκέτο διατάζοντας το γέρικο άλογο να ξεκινήσει ξανά την πορεία του.
                  Η Νέξ μην μπορώντας να κάνει αλλιώς έβαλε τα ρούχα. Κάθισε δίπλα στα πτώματα και περίμενε να φτάσουν στο πανδοχείο………..
                    
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 
                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου