Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 17


                 Είχαν φτάσει σε μια χαράδρα, όταν το φεγγάρι ανέβηκε πάνω στον ουρανό. Η Νέξ εδώ και ώρα κοίταγε το τοπίο τριγύρω της χωρίς να μιλάει. Ένιωθε πως έπρεπε με κάποιο τρόπο να εγκαταλείψει το κάρο με την έντονη δυσοσμία. Κάποια δύναμη όμως βαθιά μέσα της απαγόρευε  να πηδήξει κάτω από την άμαξα. Η λογική άλλωστε έλεγε ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν. Ποτέ της μέχρι τώρα δεν είχε βγει έξω από τα περίχωρα του Βόρειου Βασιλείου. Πως θα προχωρούσε μόνη της μέσα στο σκοτάδι στην οροσειρά Λόριφ που την έζωναν αρχέγονοι μύθοι τόσο τρομαχτικοί που ακόμα και ο πατέρας της είχε φοβηθεί να την εξερευνήσει με σκοπό να εξολοθρεύσει τους κλέφτες, τα τελώνια και γενικότερα τα όργανα του κακού που ζούσαν για χρόνια στην οροσειρά σκορπίζοντας το φόβο σε όποιον διαβάτη είχε το θράσος να πατήσει το πόδι του. Η μόνη οργάνωση που είχε αφανιστεί από τον Λύριο ήταν η οργάνωση των Σκιών.
                    Ο ξωτικός με το κασκέτο σταμάτησε απότομα το κάρο. Η Νέξ μην μπορώντας να προβλέψει τη στάση σκόνταψε. Το πρόσωπό της βρέθηκε να κοιτάζει κατάματα έναν νεαρό ιππότη χωρίς μάτια. Μάλλον κάποιο όρνιο είχε φροντίσει να ρουφήξει τις κόρες των ματιών του πριν ο ξωτικός τον πάρει για μεταφορά. Ο οδηγός λοιπόν, έπιασε το άτι από τα γκέμια και αργά αλλά σταθερά το κατεύθυνε μέσα στο σκοτάδι.
                   «Δεν έχεις καμιά δάδα;», ρώτησε η γυναίκα με ολοφάνερη δυσαρέσκεια.
                   «Μην φωνάζεις. Δεν πρέπει να ανάβουμε το βράδυ στην συγκεκριμένη οροσειρά φωτιά. Εκεί έξω υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι. Όποιος δεν είναι προσεχτικός και έξυπνος δεν ξαναβλέπει το φως της μέρας αν κάνει έστω κι ένα μικρό λαθάκι. Οι καιροί είναι δύσκολοι ή μάλλον οι καιροί ήταν πάντα δύσκολοι. Οι σκληροί  μέσα σ’ αυτή την χαλεπή περίοδο επιβιώνουν, ενώ οι αδύναμοι αφανίζονται είτε εξουσιάζονται από άλλους. Εγώ, μπορεί να σου φανεί παράξενο, μα δεν εξουσιάζομαι από κανένα. Είμαι, ένας έμπορος που κάνει με σύνεση τη συγκεκριμένη δουλειά για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Ναι, ακόμα και την δήθεν ευμάρεια του Έσω Κόσμου την ίδια δουλειά έκανα. Αυτή τη διαδρομή που βλέπεις, την έχω περπατήσει μυριάδες φορές μαζί με τη γέρικη φοράδα μου. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, η συγκεκριμένη οροσειρά, το συγκεκριμένο μονοπάτι δεν άλλαξε καθόλου», είπε ο άνδρας κάνοντας νόημα να μείνει όσο πιο ήσυχα μπορούσε.
                      Το κάρο έστριψε με δεξιοτεχνία. Η μπροστινή ρόδα που κοίταζε προς το απόλυτο σκοτάδι έμεινε για λίγο στο αέρα. Ύστερα, όταν πήραν τη στροφή πάτησε πάλι σε στερεό έδαφος. Ωστόσο, βρήκε μια πέτρα. Χτυπώντας την έπεσε στη χαράδρα. Ο ξωτικός γύρισε ταραγμένος προς την γυναίκα. Τα γαλάζια μάτια του θύμιζαν θαλασσοταραχή. Ανέβηκε άμεσα στη θέση του και μαστίγωσε με το καμουτσίκι του το άλογο.
                       «Τρέξεεεεεεεεεεεεεεε», φώναξε ο αμαξάς παρακαλώντας από μέσα του η γέρικη φοράδα να τρέξει με όλη της τη δύναμη γλιτώνοντάς τους από το βέβαιο θάνατο.
                    Η Νέξ παρακολουθούσε την αντίδραση του άνδρα με εύλογη απορία. Πραγματικά, αδυνατούσε να αντιληφθεί γιατί ο οδηγός είχε πεθάνει από το φόβο του. Οι σκέψεις της διακόπηκαν βίαια λόγω των ανατριχιαστικών κραυγών που ακούγονταν να έρχονται από το σημείο που λίγο πιο πριν είχε πέσει η πέτρα.
                   Οι κραυγές πλησίαζαν. Ακούγονταν οργισμένες. Μακάρι ο μεγαλοδύναμος να τους βοηθούσε αυτή τη φορά, γιατί πραγματικά τον χρειάζονταν………..    

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 
                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου