Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 18


                  Δύο ζευγάρια μάτια που λαμπύριζαν στο σκοτάδι έκαναν την εμφάνισή τους, Η Νέξ, μπόρεσε να καταλάβει ότι τα πλάσματα πλησίαζαν ταχύτατα την άμαξα. Ο ξωτικός αδυνατούσε να πιέσει περισσότερο το άτι, καθώς ο δρόμος που διέσχιζαν ήταν κακοτράχαλος. Ένα λάθος αρκούσε για να χαθούν στην άβυσσο του σκοταδιού.
                  «Τι κάνουμε;», ρώτησε η γυναίκα τόσο ήρεμα που ο αμαξάς για κάτι δεύτερα πίστεψε πως τα πλάσματα είχαν πάψει να τους κυνηγάν με λύσσα.
                  «Για όπλο έχω μόνο αυτό το τόξο», είπε ο άνδρας δείχνοντας ένα ξύλινο κακοφτιαγμένο τόξο που κείτονταν δίπλα από ένα κοριτσάκι με πυρόξανθο μαλλί.
                  Χωρίς να πει κουβέντα η πριγκίπισσα του βασιλείου των ανθρώπων γράπωσε το τόξο. Ψάχνοντας στο σκοτάδι βρήκε δύο βέλη. Άμεσα, μηχανικά έπιασε το ένα βέλος και με ευλάβεια το ακούμπησε στο σκοινί του τόξου. Σημάδεψε προσεκτικά. Δεν έπρεπε να αστοχήσει. Η πίεση για λίγο την έκανε να σκεφτεί ξανά την πράξη της και να αλλάξει θέση νομίζοντας πως έτσι θα βελτίωνε τη δεινότητα του χτυπήματος. Έπρεπε να είναι θανάσιμο. Έπρεπε να χτυπήσει ανάμεσα από τα μάτια.
                   Το βέλος έφυγε σφυρίζοντας. Τα δύο πλάσματα για κλάσματα του δευτερολέπτου έμειναν ακίνητα. Παρακολουθούσαν την πορεία του φονικού όπλου. Για λίγο το θύμα πίστεψε πως θα αστοχούσε η τοξοβόλος. Για λίγο αισθάνθηκε πως θα την γλίτωνε κι αυτή τη φορά. Καρφώθηκε ανάμεσα στα δυο μπιρμπιλωτά μάτια του αριστερού πλάσματος. Εκείνο ούρλιαξε με μανία. Ο φίλος του βλέποντας τον θάνατο να είναι έτοιμος να οδηγήσει και τον ίδιο σε άλλα άγνωστα μονοπάτια μακριά από την οροσειρά του Λόριφ αποφάσισε πως έπρεπε να κινηθεί γρηγορότερα. Ασυναίσθητα μεγάλωσε τον διασκελισμών των ποδιών του και σαν καλοκουρδισμένη μηχανή άρχισε να φτάσει σε σημείο αναπνοής από τον αιμοβόρο εχθρό.
                     Η τοξοβόλος αντίκρισε για πρώτη φορά το φριχτό πρόσωπο του εχθρού. Οι αμυδρές ακτίνες του φεγγαριού φανέρωναν τόσο το παραμορφωμένο πρόσωπο που έμοιαζε με αγριογούρουνο όσο και το κατάμαυρο τριχωτό σώμα με την ουρά που θύμιζε λύκο. Το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο κι από μέσα έτρεχε ένα παχύρευστο πρασινωπό υγρό.
                     «Τι είναι αυτό;», ρώτησε εμφανώς πιο τρομοκρατημένα από πριν τον συνοδοιπόρο.
                     «Τέρας της φύσης. Ο χρόνος κυλάει χωρίς να νοιάζεται για τα προβλήματα που προκαλεί. Με το πέρασμά του τα πάντα αλλάζουν. Οι πληγές επουλώνονται, τα παιδιά μεγαλώνουν και η φύση γεννάει νέα τερατουργήματα φροντίζοντας να ισοσταθμίζει τον αριθμό των αποθανόντων. Ο δρόμος είναι επικίνδυνος, γι’ αυτό οφείλουμε να προσέχουμε διαρκώς», ανέφερε ο ξωτικός με παρρησία. Τόσα χρόνια μέσα σ’ αυτά τα καταραμένα όρη είχε μάθει πολλά για τη ζωή.
                      Η Νέξ ζύγισε τον κινούμενο στόχο. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν δυσκολότερα. Το βέλος τραβήχτηκε δυνατά από το ξύλινο πάτωμα του κάρου. Ήταν το τελευταίο που είχε στη διάθεσή της. Έπρεπε να χτυπήσει το τέρας στο ίδιο σημείο με το προηγούμενο. Κρύος ιδρώτας έλουζε το κορμί της. Είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για τις δυνατότητές της. Όμως, έπρεπε να το κάνει.
                       Το δεύτερο βέλος έφυγε σφυρίζοντας ξανά. Δυστυχώς, δεν βρήκε το πλάσμα ανάμεσα στα μάτια, αλλά στην δεξιά κόρα. Το τέρας δεν ούρλιαξε δυνατά. Τρέκλισε για λίγο και παραπατώντας έπεσε στην άβυσσο. Η Νέξ είχε καταφέρει να διώξει την απειλή.
                       Το κάρο χαμήλωσε ταχύτητα. Η λουσμένη από τον ιδρώτα γυναίκα έστρεψε το βλέμμα προς τα μπροστά. Μέσα στα βράχια ήταν χτισμένο ένα μεγάλο, ετοιμόρροπο κτίριο.
                       «Φτάσαμε στο πανδοχείο», αναφώνησε ο ξωτικός ……………
                   
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου