Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 7


      Τα μάτια του Ιάκωβου άνοιξαν ύστερα από αρκετή ώρα. Ένιωθε πόνο στο κεφάλι του. Η παρουσία του στη σπηλιά του είχε απλόχερα δωρίσει μυριάδες χτυπήματα. Προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις που πάλλοντα μέσα στο νου. Θυμόταν ότι είχε συμφωνήσει με την οργάνωση κι ύστερα τα πάντα είχαν σκοτεινιάσει με μιας.
      Κοίταξε ψηλά των ουρανό. Είχε βγει από τη σπηλιά των Χιλίων φωνών, καθώς από πάνω του βρισκόντουσαν τόσο τα άστρα όσο και το φεγγάρι κρυμμένο πίσω από μερικά σύννεφα. Τα χέρια του ήταν δεμένα κι ο ίδιος μεταφερόταν σαν μπόγος πάνω σε μια φοράδα. Μπορεί να μην την έβλεπε, αλλά άκουγε το ποδοπάτημα των αλόγων. Μάλλον δύο ήταν. Κάλπαζαν γρήγορα, περνούσαν ρυάκια και πουρνάρια. Δεν ακολουθούσαν τον κεντρικό δρόμο, καθώς τα άλογα αρκετές φορές πήγαιναν σιγανότερα για να μην τραυματιστούν από το βραχώδες ύπαιθρο. Άλλωστε, έτσι ήταν όλοι οι δρόμοι εκτός από τον κεντρικό στο Βασίλειο του Βορρά. Τους θερινούς μήνες το κλίμα ήταν δροσερό, ενώ ο χειμώνας κρύος και επικίνδυνος.
       Το ορεινό υπέδαφος, σύμφωνα με όλες τις διηγήσεις των σοφών των τεσσάρων βασιλείων, ήταν το μεγαλύτερο όπλο των ανθρώπων. Το χειμώνα κανείς δεν μπορούσε να κάνει επίθεση στο Βόρειο βασίλειο, γιατί ο χειμώνας εξασθενούσε τα στρατεύματα καθιστώντας τα ανίκανα να επιβιώσουν, πόσο μάλλον να συνεχίσουν την επέλασή τους. Συγχρόνως, η οροσειρά του Λόριφ κάλυπτε όλη τη χώρα αφήνοντας μόνο ένα πέρασμα στους εχθρούς. Κοντολογίς, η περιοχή του βασιλείου του Λύριου ήταν μια κοιλάδα.
      Εδώ, θα ήθελα να αναφέρω, ότι στην οροσειρά του Λόριφ υπήρχαν πολλά μυστικά περάσματα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου είτε κλείστηκαν από τους ανθρώπους είτε αποτέλεσαν καταφύγιο αδίστακτων ληστών, όπως το θρυλικό φρούριο του Έλιριφ στα βορειοδυτικά της οροσειράς.
      «Που πάμε;», ακούστηκε η φωνή του γελωτοποιού μέσα στην απόλυτη σιωπή που είχε επιβάλλει το σκοτάδι.
       Δεν περίμενε να πάρει απάντηση. Θεωρούσε πως τον μετέφεραν απλά σε κάποιο άλλο λημέρι, εφόσον είχε ανακαλύψει το προηγούμενο. Ωστόσο, έκανε λάθος, γιατί ακούστηκε μια φωνή τόσο οικεία που τον έκανε να μείνει για κάμποσο αποσβολωμένος.
      «Στο παλάτι», είπε η φωνή που ταίριαζε απόλυτα με την πριγκίπισσα Νέξ.
      «Ποια είσαι;», ρώτησε ο Ιάκωβος εμφανώς ταραγμένος.
      «Όλα στην ώρα τους», αρκέστηκε να απαντήσει η φωνή της πριγκιποπούλας.
      Ο άνδρας που άνηκε στην αυλή του παλατιού δεν θέλησε να πει τίποτα παραπάνω. Οι κακουχίες της μέρας τον έκαναν να κλείσει τα μάτια του και να αφεθεί στον κόσμο των ονείρων.
      Η Νέξ βρισκόταν στο παλάτι εκείνο το βράδυ. Οι υπηρέτες είχαν ετοιμάσει το ζεστό νερό και είχαν γεμίσει την χρυσή μπανιέρα της. Έλουζε το θεόπνευστο κορμί της με το σαπούνι που είχαν φτιάξει ειδικά για εκείνη, για να μένει εκθαμβωτική και ποθητή από τον ανδρικό πληθυσμό. Τα μαλλιά της λούζονταν με αιθέρια έλαια που δεν υπήρχαν σε κανένα από τα άλλα τρία βασίλεια.
      Όταν  ένιωσε καθαρή και όμορφη, βγήκε έξω από τη μπανιέρα και φώναξε τους δύο ευνούχους να φέρουν μια μεταξωτή πετσέτα. Εκείνοι την εναπόθεσαν στο πάτωμα. Η Νέξ, την πάτησε, σκούπισε τα πόδια της και φώναξε να της φέρουν άλλη μία πετσέτα. Οι ευνούχοι που την πρόσεχαν, γιατί μόνο αυτοί μπορούσαν να αντισταθούν στα κάλλη της άφησαν με μιας το χώρο...........

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου