Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 8


     Μετά από λίγο οι υπηρέτες της πριγκίπισσας εμφανίστηκαν ξανά. Στα χέρια τους πέρα από τη βαμβακερή πετσέτα κρατούσαν και μία ολόχρυση χτένα. Η μέλλουσα βασίλισσα όταν στέγνωσε αφέθηκε στα επιδέξια χέρια του ενός ευνούχος, ο οποίος πήρε την χτένα για να περιποιηθεί τα κατάξανθα μαλλιά της κοπέλας που θύμισαν πολύτιμο χρυσάφι.
     Το δωμάτιο κάθε άλλο παρά φτωχικό ήταν. Πολλά έπιπλα είχαν δημιουργηθεί από χρυσό, ενώ άλλα από άργυρο. Βέβαια, κοσμούνταν κιόλας από πετράδια. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν πολύτιμοι λίθοι από τα πέρατα του κόσμου, δείγμα της δύναμης του βασιλείου των ανθρώπων έναντι των υπολοίπων. Τα μπλε σμαράγδια με τα ροζ ρουμπίνια θάμπωναν πάντοτε κάθε άτομο που επισκεπτόταν το δωμάτιο. Μπορεί να είχαν γίνει συνήθεια για τους ανθρώπους του παλατιού, όμως κάποτε όλα αυτά δεν υπήρχαν. Στο μακρινό παρελθόν η πλειοψηφία των επίπλων είχαν κατασκευαστεί από ξύλο. Ακόμα και τα πιατικά ήταν ξύλινα. Τώρα, τα μόνα έπιπλα που έβλεπε το μάτι του επισκέπτη ήταν εβένινα, απαλά, φτιαγμένα με τέχνη. Το ξύλο κέδρου, άλλωστε χρησιμοποιούταν αποκλειστικά από το παλάτι.
      Η Νέξ, άνοιξε την ντουλάπα. Χάζεψε κάμποσο τα φορέματά της ώσπου να επιλέξει ένα φόρεμα ραμμένο κι αυτό από το καλύτερο μετάξι του Έσω Κόσμου. Με τη βοήθεια του ευνούχου το φόρεσε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Της άρεσε το φόρεμα, πίστευε πως το κόκκινο ταίριαζε με τα χρώματά της. «Κάτι μου λείπει όμως», σκέφτηκε από μέσα της η πριγκιποπούλα. Έτσι, άνοιξε μια μπιζουτιέρα και έβγαλε από μέσα δύο σκουλαρίκια κι ένα περιδέραιο. Τα φόρεσε, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη για πολλοστή φορά. Το θέαμα ήταν ευχάριστο τόσο για εκείνη όσο και για οποιοδήποτε άνδρα θα είχε ποτέ τη τύχη να την αντικρίσει ντυμένη με αυτό τον τρόπο. Το κόκκινο φόρεμά της αναδείκνυε το καλλίγραμμο σώμα με τους σμιλευτούς γλουτούς της, ενώ το περιδέραιο τόνιζε τον λαιμό της. Ήταν σίγουρα μαγευτική αγαπητέ αναγνώστη.
      Οι υπηρέτες πιάνοντας τα χέρια της ζήτησαν να βιαστεί, καθώς είχαν φτάσει εδώ και ώρα οι γαλαζοαίματοι για να διεκδικήσουν το χέρι της. Τους ακολούθησε αφού πρώτα διέταξε να της φορέσουν την τιάρα που φανέρωνε τη θέση της στο παλάτι, αν και ήταν γνωστό σε όλο τον Έσω Κόσμο για την ομορφιά που απέπνεε η κόρη του Λύριου.
      Οι πόρτες της αίθουσας του θρόνου άνοιξαν για την πριγκίπισσα. Με το σήμα της, άνοιξε η μεγάλη δρύινη πόρτα υποδοχής του παλατιού περιμένοντας να υποδεχτεί μια πλημμυρίδα από γαμπρούς. Σε λίγο θα έμπαιναν στο δωμάτιο πρίγκιπες, μαρκήσιοι και δούκες που θα έταζαν βαρύγδουπες υποσχέσεις για να κερδίσουν τη δεσποσύνη. Ωστόσο η όλη διαδικασία έκρυβε και ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, τη θέληση της ίδιας της πριγκίπισσας. Ο Λύριος, είχε ιδιαίτερη αδυναμία σε εκείνη, με αποτέλεσμα να της έχει δώσει την απόλυτη ελευθερία να επιλέξει το γαμπρό που ήθελε, φτάνει μόνο να γινόταν αυτό μέσα σε ένα χρόνο και δύο μήνες. Η Νέξ, όπως καταλάβατε, δεν ήθελε να επιλέξει έναν άγνωστο για άνδρα της, γι’ αυτό έβαζε σε όλους όσους την επισκέπτονταν αδύνατες αποστολές με αποτέλεσμα οι μελλοντικοί βασιλιάδες του Βόρειου βασιλείου να αφήσουν την αίθουσα του θρόνου σκυθρωποί, απελπισμένοι καταριόντας την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να κάνουν αυτό το μακρύ ταξίδι. Στο τέλος βέβαια, έφευγαν ευχαριστημένοι, γιατί τουλάχιστον είχαν κοιτάξει την πριγκίπισσα, είχαν φτάσει τόσο κοντά της που ήταν σαν να είχαν γευτεί τα σαρκώδη χείλια της και να είχαν αγγίξει το θεόπνευστο κορμί της. Όλα αυτά βέβαια, είχαν συμβεί μονάχα στη φαντασία τους.
      «Κόμης Ριχάρδος, στις διαταγές σας αφέντρα μου», είπε ένας άνδρας καθώς έμπαινε στην αίθουσα. Αυτός ο άνδρας δεν ήταν κάποιος ασήμαντος όπως οι προηγούμενοι γαλαζοαίματοι. Η παρουσία του στην αίθουσα γέμισε φόβο τους φρουρούς του παλατιού. Στη Νέξ, φάνηκε γνώριμος, μα δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού τον ήξερε. Ένα ήταν σίγουρο, δεν είχε έρθει για καλό στην αίθουσα του θρόνου……

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου