Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 20


              Μια καλλίγραμμη κοπέλα που πρέπει να είχε ενηλικιωθεί πρόσφατα, καθώς στο νεανικό της πρόσωπο εξακολουθούσαν να υπάρχουν τα εφηβικά σημάδια εναπόθεσε στο τραπεζάκι τα δύο παγωμένα ποτήρια. Χαιρετώντας εγκάρδια τον ξωτικό και κοιτώντας με εξαίρετο δέος την πριγκίπισσα του Βόρειου βασιλείου κατευθύνθηκε για πολλοστή φορά στο μπαρ του παρακμιακού πανδοχείου.
                Η δεσπόζουσα παρουσία της Νέξ είχε τραβήξει όλα τα βλέμματα τόσο του ανδρικού όσο και του γυναικείου πληθυσμού. Η ομορφιά της ήταν απλά μαγευτική, ενώ οι καμπύλες της φάνταζαν σαν παράδεισος για όλους εκείνους τους άνδρες που είχαν λησμονήσει εδώ και καιρό πως είναι μια εξέχουσα θηλυκή παρουσία. Κανείς δεν έδειχνε να συνειδητοποιεί την ιδιότητα της νεαρής γυναίκας. Όλοι πίστευαν πως ήταν απλά ένα έπαθλο ή μάλλον ένα πολύτιμο φορτίο που μετέφερε ο ξωτικός για λογαριασμό κάποιου πλούσιου έναντι μιας πλουσιοπάροχης αμοιβής.
               «Που πάμε;», ρώτησε η πριγκίπισσα τον συνοδό της.
               Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και καθάρισε τους αφρούς της μπύρας από το στόμα του. Σκεφτόταν να πει την αλήθεια στην γυναίκα. Όμως από την άλλη ήταν ένας έμπορος και μπορούσε με μια σειρά από έξυπνες κινήσεις να εκμεταλλευτεί την παρουσία της ώστε να επωμιστεί μια σειρά από οφέλη. Η κοπέλα ήταν ένα ακατέργαστο διαμάντι.
              «Όπου μας βγάλει ο δρόμος φίλτατη», απήντησε εκείνος με ένα τεράστιο χαμόγελο που τόνιζε τα κοφτερά του δόντια.
              «Θα μου απαντήσεις;», ρώτησε ξανά η γυναίκα.
              «Δεν πρόκειται να σου πω που ακριβώς πηγαίνουμε, γιατί δεν γνωρίζω ούτε εγώ ο ίδιος», είπε ο οδηγός του κάρου εμφανώς εκνευρισμένος.
              Η κοπέλα ήθελε να σηκωθεί και να χτυπήσει δυνατά το χαμογελαστό πρόσωπο του τύπου που την είχε οδηγήσει μέσα σ’ αυτό το καταραμένο παρακμιακό μέρος που μύριζε νέφτι. Θα μπορούσε να φύγει, μα γνώριζε πολύ καλά πως θα χανόταν μέσα στην οροσειρά του Λόριφ. Ο τύπος που παρήγγειλε μια δεύτερη μπύρα και καθόταν απέναντι της είχε μεγάλα σχέδια για εκείνην. Μπορεί να μην είχε ομολογήσει τα προφανή, μα στο πρόσωπό του διέκρινες μια απληστία ενός κολασμένου ανθρώπου. Βρισκόταν σ’ ένα μέρος ακολάστων ανθρώπων. Εδώ, δεν υπήρχαν κανόνες ήθους ούτε κανένας φραγμός. Ο καθένας προσπαθούσε να επιβιώσει.
             Σηκώθηκε, επιδιώκοντας να αναδείξει εναργέστερα τα κάλλη που της είχε δώσει απλόχερα ο θεός. Πλησίασε το κέντρο του πανδοχείου. Εκεί, κάτω από τον πολυέλαιο, ο θεός να τον κάνει σταμάτησε απότομα. Επεξεργάστηκε τους θαμώνες του μαγαζιού. Όλοι είχαν συντροφιά  εκτός από έναν νεαρό άνδρα που καθόταν στον πάγκο απ’ όπου έφερναν οι σερβιτόρες τα ποτά. Προχώρησε προς το μέρος του.
            Ένας γεμάτος κύριος μάλιστα με λιγδιασμένα χέρια ενοχλήθηκε τόσο από τη κοπέλα που του φανέρωνε τα ζουμερά της στήθια που την χαστούκισε και την έριξε κάτω στο πάτωμα με βία. Εκείνη κλαίγοντας άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού και έφυγε χτυπώντας την πόρτα.
           Ο νεαρός άνδρας έδειχνε να μην ενδιαφέρετε από το βόμβο που είχε προκληθεί συνέχιζε να μιλάει με τον ιδιοκτήτη. Όλοι τον κοίταζαν, καθώς η Νέξ προχωρούσε αργά και καμαρωτά προς το μέρος εκείνου του άνδρα που είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά σήμερα. Ήταν ψηλός, λιγνός, ρωμαλέος με μαύρα μαλλιά. Το ύφος του όπως και όλη του η συμπεριφορά ήταν μυστηριακή.
           «Ποιος είσαι;», ρώτησε η γυναίκα
          «Ασημόκαρδος είναι το επώνυμό μου. Το μικρό μου όνομα το αποκαλύπτω μόνο σε φίλους», είπε κοιτώντας επιθετικά την πριγκίπισσα.
          Αυτός ο άνδρας μάλλον ήταν ο κατάλληλος για να την βοηθήσει να απομακρυνθεί τόσο από το πανδοχείο όσο και από την οροσειρά Λόριφ…….
                    

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου