Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 21


           «Που πηγαίνεις;», ρώτησε η κοπέλα παρακαλώντας μέσα της ο άνδρας να έδινε την απάντηση που επιθυμούσε.
         Ο Ασημόκαρδος ζύγισε καλά την κοπέλα. Ο τρόπος που άρθρωνε το λόγο της, η ομορφιά της και γενικότερα το παρουσιαστικό της τον έκανε να αντιληφθεί άμεσα πως προερχόταν από αριστοκρατική γενιά. Ο Ασημόκαρδος παρά το γεγονός ότι είχε συναντήσει στις ποικίλες περιπλανήσεις του στον Έσω κόσμο διάφορες θεσπέσιες παρουσίες δεν μπόρεσε να μην γοητευτεί από το παρουσιαστικό της νεαρής γυναίκας. Μπορεί τα ρούχα που φορούσε να μύριζαν αφόρητα, μπορεί η ίδια να ήταν βρώμικη από την κορυφή ως τα νύχια, μα αυτή η θηλυκότητα της τον έκανε απλά να θέλει να γνωρίσει περισσότερο αυτή την αριστοκράτισσα που είχε ξεπέσει από τα σαλόνια της καθώς πρέπει κοινωνίας σ’ αυτό το καταραμένο μέρος.
        «Αν θες να μιλήσουμε θα πρέπει να με ακολουθήσεις έξω από αυτό εδώ το μέρος που παραφυλάει ο διάβολος σε κάθε γωνία», είπε ο μυστηριώδης άνδρας κοιτάζοντας με δολοφονικό βλέμμα τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες που σύχναζαν από τα γεννοφάσκια τους στο πανδοχείο του Γερόλυκου.
          Η Νέξ χωρίς να χρονοτριβήσει ακολούθησε τον Ασημόκαρδο. Η κίνηση της γυναίκας πυροδότησε πολλά επικριτικά σχόλια τόσο προς το πρόσωπό της όσο και προς το πρόσωπο και την τιμή του ξωτικού με το κασκέτο. Πολλές γυναίκες παρατήρησαν με ανακούφιση τη νεαρή σειρήνα να διαβαίνει μαζί με τον τωρινό συνοδό της την πόρτα, ενώ οι άνδρες κοιτούσαν άγρια τον Ασημόκαρδο και καταριόντουσαν τους θεούς που είχαν αποτραβήξει βίαια αυτή την οπτασία που είχε φέρει για λίγο μια μαγεία και μια πρωτόγνωρη έκσταση στο μαγαζί.
        Μια κραυγή απόγνωσης ενός παχουλού άνδρα έκανε το πλήθος για μια στιγμή να αποτραβηχτεί από το ευχάριστο θέαμα της νεαρής πριγκίπισσας και να παρατηρήσει με διαύγεια τον κύριο εκείνον που είχε το θράσος ή αν θέλετε την τόλμη να μαγνητίσει τα βλέμματα. Συνειδητοποιώντας το αποτέλεσμα της πράξης του παρέμεινε ασάλευτος για δεύτερα με τα σαγόνια του προσώπου να ανοιγοκλείνουν προσπαθώντας να πει μια κουβέντα, για να δικαιολογήσει την ταραγμένη του κραυγή. Βέβαια, οι περισσότεροι, όσοι τουλάχιστον δεν είχαν καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ είχαν την ικανότητα να συμπονέσουν τον παχουλό άνδρα που μπροστά την απώλεια της είχε ξεπεταχτεί φυσικά αυτή η κραυγή από τα έγκατα της μίζερης ψυχής του.
         Μπορεί να είχαν συμβιβαστεί όλη με την άποψη ότι η γυναίκα θα έφευγε όσο ξαφνικά εμφανίστηκε, αλλά κανένας τους δεν μπορούσε να μην δυσαρεστηθεί που τα χείλη του δεν είχαν αγγίξει τα δικά της ή τουλάχιστον κάποιο μέρος του σώματός της.
        Μια καρέκλα από ένα γωνιακό τραπέζι έπεσε με βρόντο μπροστά στην ετοιμόρροπη πόρτα του μαγαζιού.
        Ο Ασημόκαρδος είχε τα χέρια του στο πόμολο και ετοιμαζόταν να το γυρίσει, όταν τα θραύσματα της καρέκλας του θαμώνα έσκισαν ελαφρά το δέρμα του αριστερού χεριού. Πόνο δεν ένιωσε, αλλά οργή για τον άνθρωπο που τόσο ανόητα είχε βάλλει την ίδια του τη ζωή σε κίνδυνο. Κάποτε δεν θα σκότωνε τον άνδρα. Κάποτε θα τον άφηνε να φύγει γιατί ήταν ιππότης. Ωστόσο οι καιροί είχαν αλλάξει βίαια. Εκείνος, βρισκόταν στον πάτο του βαρελιού και προσπαθούσε να αναρριχηθεί ξανά προς τα πάνω. Ακόμα μια κακή πράξη όμως δεν πείραζε. Θα βυθιζόταν βαθύτερα μέσα στο σκοτάδι, αλλά θα έβγαινε ξανά στο φως. Τα τελευταία χρόνια είχε κάνει σατανικές πράξεις. Ένας ακόμα φόνος δεν ήταν απολύτως τίποτα ή μάλλον θα ήταν απλά ένα βοτσαλάκι μέσα στον μεγάλο γαλάζιο ωκεανό.
        Το χέρι μηχανικά έπιασε ένα φονικό εργαλείο που είχε την τύχη να έχει ο Ασημόκαρδος πάνω. Το κουζινομάχαιρο θα έκανε άνετα τη δουλειά του. Σίγουρα δεν ήταν τόσο φονικό, αλλά στα χέρια του όλα τα εργαλεία φάνταζαν επικίνδυνα. Ακόμα και ένα κουζινομάχαιρο ενός ετοιμόρροπου πανδοχείου....................  


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου