Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 22


         Το δολοφονικό μάτι του μυστηριώδη άνδρα βρήκε το στόχο του. Θα τον πετύχαινε στο λαιμό. Η αιμορραγία που θα προκαλούσε θα τον σκότωσε σύντομα.
        Οι μυς του χεριού συσπάστηκαν καθώς πετούσαν το κουζινομάχαιρο. Το δολοφονικό όμως όπλο προς έκπληξη όλων λίγο πριν αγγίξει το δέρμα σταμάτησε στον αέρα. Το μαχαίρι έπαψε να κινείται, αιωρούνταν!
       Όλοι στο μαγαζί έβγαλαν με μιας ένα επιφώνημα θαυμασμού συγχρονισμένοι σαν χορωδία. Ένας τύπος που φορούσε κασκέτο σηκώθηκε από τη θέση του. Τα χέρια του συμβόλιζαν ένα τρίγωνο, ενώ οι μυς ολόκληρου του σώματος έδειχναν να καταβάλουν υπερδύναμη προσπάθεια για να διατηρήσουν μάλλον στον αέρα το φονικό εργαλείο. Ο πρώην οδηγός του κάρου προχώρησε με απόλυτη προσήλωση εστιάζοντας στον άνδρα που είχε το θράσος να πάρει την πριγκίπισσα μακριά από το πανδοχείο.
       Μια λεπτή, ξερακιανή γυναίκα με γαμψή μύτη ζήτησε από τον ξωτικό με το κασκέτο να  ηρεμήσει. Κάθε φορά που τσακώνονταν οι πελάτες το μαγαζί θύμιζε ρημαγμένο τόπο. Ειδικά αυτή την εβδομάδα που είχαν συμβεί τουλάχιστον τέσσερις καυγάδες. Όσοι δούλευαν στο μέρος είχαν μπουχτίσει από τις φασαρίες. Άσε που ο ιδιοκτήτης σκεφτόταν να πουλήσει το μαγαζί γιατί είχε όλη αυτή την παρακμή αυτής της γωνιάς του Έσω Κόσμου.
      «Η κοπέλα είναι δικιά μου», ακούστηκε η φωνή του ξωτικού.
      «Δεν ανήκω σε κανέναν», είπε η Νέξ με απόλυτη ηρεμία.
      «Θα έρθεις μαζί μου αλλιώς θα κάνω πράγματα που δεν θέλω. Μπορεί να φαίνομαι καλός και πράος, αλλά είμαι κάτι ή μάλλον ένα πλάσμα που μπορεί να σε κάνει μέσα σε δεύτερα μια χαψιά», είπε ο ξωτικός  με μια καινούργια πιο μπάσα φωνή.
         Όταν ειπώθηκαν αυτές οι κουβέντες, η πλειοψηφία των πελατών ξεκίνησε να εγκαταλείπει το μαγαζί με φρενήρης ρυθμούς. Πολλοί ποδοπατούσαν τις γυναίκες που είχαν μαζί τους σεξουαλικές περιπτύξεις, αλλά και τους ίδιους τους τους εαυτούς!
         Ο χαμηλός φωτισμός του μαγαζιού καθώς και η άπνοια μαζί με την κάπνα του χώρου έκαναν την φυγή τόσο δύσκολη ώστε η γυναίκα με τη γαμψή μύτη να πέσει πάνω στον ξωτικό. Εκείνος φάνηκε αρχικά να μην ενοχλείτε. Μολαταύτα καθώς η γυναίκα τρομαγμένη προσπερνούσε την Νέξ και τον Ασημόκαρδο για να ανοίξει την κεντρική πόρτα του μαγαζιού το κουζινομάχαιρο καρφώθηκε στο λαιμό της. Μερικές σταγόνες αίματος πιτσίλισαν την πριγκίπισσα και τον μυστηριώδη άνδρα στο πρόσωπο.
         «Δυσάρεστη εικόνα», είπε ο δολοφόνος κοιτάζοντας φαινομενικά με οίκτο τη γυναίκα που είχε θανατώσει.
         Η κόρη του Λύριου ξαφνικά πέρασε το πτώμα μ’ ένα σάλτο και τράβηξε την πόρτα. Οι μεντεσέδες της πόρτας έτριξαν κι εκείνη άνοιξε. Βγήκε έξω βιαστικά συνοδευόμενη από τον Ασημόκαρδο.
        «Που πάμε;», ρώτησε η μελλοντική βασίλισσα του Βόρειου βασιλείου.
        Ο σύντροφός της δεν μίλησε. Απλά σήκωσε το χέρι του δείχνοντας προς το στάβλο.
        Η γη σείστηκε μανιωδώς. Οι δύο συνοδοιπόροι έχασαν το βήμα τους κι έπεσαν κάτω στο χώμα. Το πέσιμο προκάλεσε πόνο, μα δεν έδωσαν την παραμικρή σημασία, γιατί πίσω τους δεν υπήρχε πια το πανδοχείο του Γερόλυκου παρά συντρίμμια. Μια γιγαντιαία σκιά στεκόταν πάνω από τα χαλάσματα.
        «Ήρθε το τέλος σας», είπε η σατανική φωνή που άνηκε στον πρώην οδηγό του κάρου............ 

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου