Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 23


        Η κατάμαυρη σκιά με τα ολοστρόγγυλα μάτια εξαφανίστηκε τόσο γρήγορα που οι δύο εμβρόντητοι ήρωές μας πίστεψαν πως το πλάσμα ήταν ένα δημιούργημα της φαντασίας τους. Κι όμως, το πλάσμα ήταν τόσο φοβερό. Εκείνα τα κόκκινα μάτια πέταγαν σπίθες. Το σώμα του πέρα από το γιγαντιαίο μέγεθος ήταν τρομερά ευλύγιστο, αφού έπαιρνε διαρκώς διάφορες μορφές. Μόνο τα χέρια παρέμεναν μακρόστενα.
       «Στο στάβλο γρήγορα», φώναξε ο Ασημόκαρδος τρομοκρατημένος. Παρά τα πολλά ταξίδια του έβλεπε ίσως για πρώτη και τελευταία φορά ένα δαίμονα τόσο επικίνδυνο όσο ο ξωτικός με το κασκέτο.
       Η δρύινη πόρτα του στάβλου άνοιξε διάπλατα. Στο εσωτερικό του δεν είχε μείνει κανένα άλογο, ούτε κι εκείνο που μετακίνησε πριν από ώρες το κάρο με τα πτώματα. Μόνο σε μια σκοτεινή γωνία φαινόταν να είναι κάτι κουλουριασμένο.
      «Κάτι δεν πάει καλά εδώ», ψιθύρισε η Νέξ.
       Και μάλλον είχε δίκιο, γιατί ο στάβλος δεν χρησιμοποιούνταν εδώ και καιρό καθώς ιστοί από αράχνες κρεμόντουσαν σχεδόν από όλο το χώρο. Η σκόνη από την άλλη ερέθιζε τα ρουθούνια των δύο. Παράλληλα το πάτωμα έτριζε, ενώ η μούχλα κυριαρχούσε κι αυτή μέσα σ’ αυτό το καταστραμμένο χώρο.
       Τα βήματά τους ακούγονταν ολοκάθαρα. Το κουλουριασμένο πλάσμα ακούγοντας τον ήχο που δυνάμωνε καθώς το πλησίαζαν σηκώθηκε άμεσα και τους επιτέθηκε.
       Τα σουβλερά δόντια του πλάσματος μέσα στο σκοτάδι φάνταζαν εξαιρετικά τρομαχτικά. Έκαναν τους δύο να τρέξουν μανιωδώς για να ξεφύγουν. Βέβαια, πέρα από το πλάσμα που τους κυνηγούσε είχαν λησμονήσει και τον γιγαντιαίο δαίμονα που επιζητούσε να συνθλίψει την κοπέλα που είχε το θράσος να φύγει χωρίς να πάρει την άδειά του.
       Το σκοτάδι έξω από την πόρτα του στάβλου ήταν μοναδικό για τους κυνηγημένους. Πίστευαν πως αν πέρναγαν την πόρτα, τότε το πλάσμα που μάλλον ήταν το άλογο του κάρου, γιατί ακουγόταν ο ήχος από τις οπλές όση ώρα τους κυνηγούσε, θα τους άφηνε να φύγουν μακριά για άλλες ίσως και ακόμα επικινδυνότερες περιπέτειες.
       Ωστόσο, οι θετικές τους σκέψεις σταμάτησαν βίαια, καθώς στην έξοδο του στάβλου, κάτω από το αχνό φως των αστεριών φάνηκε ο δαίμονας που είχε διαλύσει το πανδοχείο. Τη φορά αυτή ήταν διαφορετικός. Τα μάτια του ήταν πάλι κόκκινα, αλλά είχε το μέγεθος ενός κανονικού ανθρώπου. Τα χέρια του ίσως να ήταν μεγαλύτερα από την προηγούμενη φορά. Επιπλέον, κοσμούνταν από μεγάλα γαμψά νύχια, τα οποία ήταν έτοιμα να  ξεσκίσουν τη σάρκα τους.
      Η εμφάνισή του έκανε τον άνδρα και τη γυναίκα να σταματήσουν για λίγο το τρέξιμο. Ένα δίλημμα είχε εμφανιστεί στα μυαλά των δύο. Ή θα πέθαιναν από τα σουβλερά δόντια του καταραμένου αλόγου είτε από τα κοφτερά νύχια του δαίμονα.
     «Πρέπει να πολεμήσουμε», είπε η Νέξ στον Ασημόκαρδο ελπίζοντας η φωνή της σε συνδυασμό με ένα ζεστό άγγιγμα των χεριών του να τον κάνει να αναθαρρήσει και να πολεμήσει μέχρι θανάτου μαζί της.
       Ο Ασημόκαρδος ένιωσε ξανά μια εσωτερική δύναμη μέσα στο σώμα του που του επέτρεπε να επιτεθεί στο δαίμονα ελπίζοντας πως θα καταφέρουν τουλάχιστον να τον αιφνιδιάσουν και να ξεφύγουν.
       Δυστυχώς, ήταν μια πρόχειρη και απελπισμένη κίνηση που θα είχε μοιραία αποτελέσματα.........


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου