Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ- σελίδα 24


       Ο τρομαχτικός δαίμονας άμεσα άλλαξε μορφή τυλίγοντας τον άνδρα. Τα μακρόστενα τέρατα του τέρατος έσφιγγαν μανιωδώς τον λαιμό του, ενώ το μαύρο σώμα του είχε τυλίξει τα πλευρά και ασκούσε σ’ αυτά πρωτοφανή δύναμη. Ήθελε βλέπετε να κάνει το θύμα του να υποφέρει. Η χαρά του πόνου που ζωγραφιζόταν με ενάργεια στο πρόσωπο του ετοιμοθάνατου ήταν το ναρκωτικό του. Ο ξωτικός δαίμονας ήταν εθισμένος στον πόνο και στον τρόμο, τρεφόταν μ’ αυτόν.
      Το πρόβλημα δεν ήταν βέβαια μόνο η ανικανότητα του Ασημόκαρδου να πολεμήσει, αλλά και το γεγονός ότι το παραμορφωμένο άλογο ζύγιαζε τους δύο. Η Νέξ μπορούσε με ευκολία να αντικρύσει τα δόντια αυτά που μάλλον είχαν κομματιάσει πολλά σώματα. Το αξιοπερίεργο στην εμφάνιση του τερατόμορφου ζώου ήταν ότι μέσα από τα ρουθούνια του και από τα αυτιά του ξεπετάγονταν μεγάλες μαύρες αράχνες. Τα μικροσκοπικά μάτια τους γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι. Έδιναν μια εμφανώς πιο τρομαχτική πινελιά στο άλογο που πια είχε πλησιάσει τόσο ώστε άνοιξε το στόμα για να γραπώσει την γυναίκα.
      Μια ξύλινη σανίδα που είχε φθαρεί από το χρόνο έδωσε στην γυναίκα την ευκαιρία να αποκρούσει το χτύπημα του ζώου. Τα σαγόνια έκλεισαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το ξύλο είχε σφηνωθεί μέσα στο στόμα. Προς στιγμήν το άλογο με τα θανατηφόρα δόντια είχε πάψει να αποτελεί πρωτεύοντα κίνδυνο. Ήθελε χρόνο για να βγάλει τη ξύλινη σανίδα που το βασάνιζε ολόκληρο.
       Ένας δυνατός ήχος ακούστηκε μέσα στη νύχτα. Συνοδεύτηκε και από ένα ουρλιαχτό. Η πριγκίπισσα γύρισε να κοιτάξει το σύντροφό της. Είχε καταφέρει να ξεμπλεχτεί από τη θανάσιμη λαβή του εχθρού. Ο ιδρώτας είχε κολλήσει πάνω στο σώμα του εξαιτίας της άπνοιας και τον έκανε να λαμπυρίζει. Οι φλέβες των χεριών του προεξείχαν κάπως αλλόκοτα. Οφειλόταν πιθανόν στην υπερπροσπάθεια που είχε καταβάλλει για να ξεφύγει από του χάρου τα δόντια. Το ουρλιαχτό πιθανόν δεν προερχόταν από αυτόν. Κάποιο πλάσμα έξω από το στάβλο είχε ακούσει το θόρυβο που είχαν προκαλέσει οι συρράξεις. Σε λίγο θα βρισκόταν κι αυτό κοντά τους.
         «Πρέπει να φύγουμε γρήγορα», είπε ο άνδρας αγκομαχώντας. Τα λόγια του ακούστηκαν περισσότερο σαν γρύλισμα.
         Η σανίδα που έφραζε το στόμα του αλόγου έσπασε. Μερικά θραύσματα βρήκαν την Νέξ στο αριστερό χέρι. Ένα κομμάτι από το βρώμικο ξύλο κατάφερε να διαπεράσει τη σάρκα της. Δεν ένιωσε πόνο, ήταν συνηθισμένη.
        «Κάνε κάτι!», φώναξε ο Ασημόκαρδος καθώς ο δαίμονας τυλιγόταν για μια ακόμα φορά γύρω από το σώμα του. Αυτή τη φορά ένιωθε πως τα πλευρά του δεν θα άντεχαν την πίεση.
        Η Νέξ δεν είχε άλλη επιλογή. Ήλπιζε να μην έρθει ποτέ αυτή η στιγμή. Ωστόσο, η μοίρα βλέπει τα πράγματα από μια εντελώς διαφορετική γωνία. Σχεδόν πάντα μας φέρνει αντιμέτωπους με τους φόβους μας ή με καταστάσεις που επιθυμούσαμε με όλη μας την καρδιά να μην ζήσουμε ποτέ. Και μάλιστα, δεν το κάνει για να μας δοκιμάσει και να μας κάνει πιο δυνατούς. Όχι, σίγουρα σ’ αυτήν εδώ την ιστορία που αφηγούμαι η γυναίκα αυτή που καθορίζει το πεπρωμένο των όντων θέλει απλά να δει τον άλλον να υποφέρει. Θέλει, να δει τον δοκιμαζόμενο να παίρνει μια φευγαλέα γεύση της κόλασης. Κι αν τύχει και αποτύχει θα φτάσει στο τέλος του μονοπατιού, εκεί όπου θα αποφασιστεί αν θα ζήσει στην κόλαση ή στον παράδεισο.
        Ήθελε αίμα για να καλέσει το πνεύμα η πριγκίπισσα. Έβγαλε το κομμάτι από ξύλο βγάζοντας κάποιους πνιχτούς ήχους. Με το ματωμένο ξύλο σχημάτισε στον αέρα ένα σύμβολο κάνοντας αρχικά έναν κύκλο κι ύστερα δύο παράλληλες κάθετες γραμμές. Το στόμα της εκστόμισε κάποιες αλλόκοτες συλλαβές. Μια κιτρινωπή λάμψη γέμισε τον καταραμένο στάβλο.
        Ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει για λίγο. Η πριγκίπισσα είχε μεταφερθεί στον κόσμο των πνευμάτων ελπίζοντας εκεί να συναντήσει τον παντοδύναμο Εβλίς…..

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  


                       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου