Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η βάρδος Νέξ-σελίδα 26


    Η επιστροφή της στο στάβλο δίπλα από το κατεδαφισμένο πανδοχείο του Γερόλυκου συνοδεύτηκε από απόλυτη επιτυχία. Το σώμα της ήταν άθικτο, ενώ ο Ασημόκαρδος βρισκόταν κι αυτός δίπλα της ελεύθερος από την περίτεχνη λαβή του δαίμονα. Παράλληλα, τα δύο πλάσματα του σκότους που τους καταδίωκαν για να τους αφανίσουν είχαν εξαφανιστεί. Η συμφωνία με το υπέρτατο πνεύμα είχε επιτύχει.
    «Που πήγαν οι δαίμονες;», ρώτησε ο άνδρας αγκομαχώντας από την τιτάνια προσπάθεια που είχε καταβάλλει για να απελευθερωθεί από την μαύρη σιλουέτα που είχε βαλθεί να τον στραγγαλίσει.
    «Αυτοί χάθηκαν πια. Δεν πρόκειται να μας ενοχλήσουν ξανά», είπε η πριγκίπισσα εμφανώς εξουθενωμένη από το ταξίδι στην χώρα των πνευμάτων.
    «Θα πρέπει να φύγουμε από εδώ γρήγορα, γιατί η οροσειρά Λόριφ όπως αντιλήφθηκες είναι άντρο τεράτων, κλεφτών και ποικίλλων άλλων λωποδυτών. Μπορεί να μην θέλεις να πεις τι έκανες όταν σχημάτισες εκείνο τον κύκλο στον αέρα με τις παράλληλες γραμμές, αλλά δεν μου βγάζεις από το μυαλό τη σκέψη πως εσύ είσαι η υπεύθυνη για τη φυγή των πλασμάτων»
    «Περίπου», είπε λακωνικά η μελλοντική βασίλισσα του Βόρειου Βασιλείου.
    «Εγώ, πάντως σ’ ευχαριστώ, γιατί μου έσωσες τη ζωή.»
      Η Νέξ ευχαρίστησε τον άνδρα και του θύμισε ξανά που είχαν βρεθεί. Έπρεπε να εγκαταλείψουν το στάβλο που παραλίγο να γίνει η τελευταία τους κατοικία. Βγήκε πρώτη έξω στο σκοτάδι.
     Ο Ασημόκαρδος ακολούθησε κατά πόδας την πανέμορφη γυναίκα. Όταν όμως εκείνη βγήκε έξω από τη στέγη του ξύλινου στάβλου κάτω από το φως των αστεριών του φάνηκε πως η ζωντάνια του προσώπου της πριγκίπισσας είχε χαθεί. Η ομορφιά της εξακολουθούσε να είναι μοναδική, αλλά το πρόσωπό της είχε αλλάξει. Είχε γίνει χλωμότερο. Θα έλεγες μάλιστα ότι η γενικότερη συμπεριφορά της είχε αλλάξει. Ήταν σαν να είχε χάσει ένα κομμάτι της ψυχής της.
    «Ποιο είναι το πρόβλημα;», ρώτησε απότομα εκείνη τον αρένα κοιτάζοντάς τον απειλητικά. Είχε συνειδητοποιήσει πως ο Ασημόκαρδος την φοβόταν ή τουλάχιστον ήταν κάπως επιφυλακτικός μαζί της.
    «Εκείνο το ξόρκι που έκανες που σε πήγε;», ρώτησε την Νέξ επιθετικά.
    «Δεν σε αφορά. Η δουλειά μας είναι ξεφύγουμε από αυτό το καταραμένο μέρος προτού πεθάνουμε κι εμείς όπως τόσοι άλλοι», απήντησε ψυχρά.
    «Κοίταξε, για να φύγεις από το συγκεκριμένο τόπο με χρειάζεσαι. Έχω διασχίσει πάμπολλες φορές αυτό το μονοπάτι. Εσύ είσαι καινούργια. Όποιες δυνάμεις κι αν κατέχεις αγαπητή κόρη του Λύριου δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να φτάσεις στο τέλος του μονοπατιού χωρίς να χάσεις κάτι πολύτιμο είτε αυτό είναι η ζωή σου είτε η ίδια σου η ψυχή», είπε ο μυστηριώδης άνδρας χαμογελώντας πλατιά.
    Η Νέξ ακούγοντας τα λόγια του συνοδοιπόρου δεν μπόρεσε να μην απορήσει με το γεγονός ότι ο τύπος που καθόταν στον πάγκο του πανδοχείου είχε καταλάβει εξαρχής ποια ήταν. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος μάλλον δεν ήταν ένας συνηθισμένος κόπανος σαν όλους αυτούς που κυκλοφορούσαν στα όρη του Λόριφ. Μπορεί να ήταν επικινδυνότερος απ’ ότι φάνταζε.
   Εκεί μέσα στο σκοτάδι, είδε ξανά εκείνη την χαράδρα που έχασκε από κάτω τους. Γιατί να μην πέταγε τον άνδρα στο άγνωστο; Θα εξαφανιζόταν μια για πάντα από τη ζωή της κι από τον Έσω Κόσμο.
   Αυτές οι σκέψεις ήταν πονηρές, καταχθόνιες και σε καμιά περίπτωση δεν ταίριαζαν στην πριγκίπισσα του βασιλείου των ανθρώπων. Η αλήθεια που εμφανίστηκε αναπάντεχα ήταν πικρή. Η Νέξ μαζί με το κομμάτι της καρδιάς της είχε χάσει κάτι αδιανόητο. Είχε ξεκινήσει να χάνει τον εαυτό της………..


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου