Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 28


Σκέφτηκε να της μιλούσε για την καταγωγή του, να της έλεγε την αλήθεια για το ποιος ήταν και τι είχε διαπράξει όλα αυτά τα χρόνια. Ωστόσο, γνώριζε καλά ότι αν εκείνη μάθαινε τι είχε κάνει θα παρέμενε μόνος του ξανά. Θα περιφερόταν μοναχός περιμένοντας κάποια στιγμή το πνεύμα της συμφωνίας να επιστρέψει και να κόψει το νήμα της ζωής του. Ο φόβος για τα λάθη του παρελθόντος πάντα απότρεπε τον πρώην ιππότη να φανερώσει τις σκέψεις, τα πάθη που είχαν σημαδέψει ανεξίτηλα μια πολυτάραχη ζωή.
      «Πάμε να φύγουμε επιτέλους», είπε ο Ασημόκαρδος πικραμένα.
       Η Λέριαλ διάβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας. Ολόκληρο το βασίλειο χειροκροτούσε την μελλοντική βασίλισσα και τον αγαπημένο της αρραβωνιαστικό. Το δαντελωτό άσπρο φόρεμα που θύμιζε λιγάκι νυφικό τόνιζε τα σώμα της. Είχε φτιαχτεί μοναχά για την συγκεκριμένη περίπτωση από τους καλύτερους ράφτες των τεσσάρων βασιλείων.
       Ο Ριχάρδος κοίταζε εκστασιασμένος την γυναίκα. Οι σκέψεις του ήταν πονηρές και αφελείς. Βλέποντας την Νέξ να τον πλησιάζει φαντάστηκε τον εαυτό του στο θρόνου του Λύριου. Μετά τον αρραβώνα θα ερχόταν και ο γάμος. Θα παντρευόταν την ομορφότερη γυναίκα ολόκληρης της υφηλίου. Είχε καταφέρει κάτι αδιανόητο. Ο πατέρας του θα ήταν σίγουρα περήφανος.
       Δίπλα ακριβώς από τον μεγαλόπρεπο βασιλιά στεκόταν ένας γέροντας. Τα άσπρα γένια του έφταναν μέχρι το πάτωμα. Το χρώμα των ματιών του είχε ξεθωριάσει εδώ και καιρό, ενώ η καμπούρα του τον έκανε να παραμένει για όλη τη διάρκεια της μέρας σκυφτός. Ο Ασπρογένης όπως είχε μετονομαστεί από του κατοίκους του βασιλείου είχε χάσει πια τις μαγικές του δυνάμεις. Απλά, ο Λύριος τον κρατούσε στο πλευρό του σαν σύμβουλό του. Εξάλλου, τα παλιά τα χρόνια όταν ο Έσω Κόσμος ήταν ακόμα ανάστατος ο μάγος είχε συντροφεύσει το βασιλιά σε τόσες πολλές μάχες. Μονάχος του είχε κατατροπώσει δύο δράκους και κάμποσους χιλιάδες στρατιώτες, σύμφωνα πάντοτε με τις λαϊκές ρίμες. Τώρα ήταν απλά μια σκιά του εαυτού του που έδινε κάπου-κάπου κάποιες χρήσιμες συμβουλές.
       Οι ιαχές του λαού δυνάμωσαν όταν η Λέριαλ έπιασε το χέρι του αρραβωνιαστικού της. Εκείνος μην μπορώντας να συγκρατηθεί προσπάθησε να φιλήσει την πριγκίπισσα που τον απέφυγε με τρόπο ώστε να μην γίνει αντιληπτό ότι δεν ήθελε τον Ριχάρδο.
       Ο Λύριος κοιτάζοντας τον αντικαταστάτη του θρόνου έβγαλε μια σιγανή κραυγή πόνου. Αν δεν είχαν ανάγκη να εξαφανίζουν τον Αιματοβαμμένο θα τον είχε στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια. Όχι μόνο ήταν βλάκας, αλλά ήταν κι άξεστος. Θα καταπίεζε για πάντα την μονάκριβή του κόρη, το μπουμπούκι του.
        Ο Ασπρογένης συνειδητοποιώντας την κακή ψυχολογική κατάσταση του φίλου τον κοίταξε και του είπε τα εξής: «Άσπρος Γενάρης, νηστικός ο μεροκαματιάρης». Ο Λύριος κοίταξε τον σεβάσμιο γέροντα απορημένος και του είπε ότι αυτή η παροιμία δεν ήταν και πολύ χρήσιμη εκείνη τη στιγμή. Ο γηραιός μάγος κατσούφιασε και αμίλητος παρακολούθησε την υπόλοιπη τελετή.
        Οι αρραβώνες τελείωσαν. Η Λέριαλ με τον Ριχάρδο έφυγαν όπως και ο υπόλοιπος όχλος. Στην εκκλησία παρέμεινε μοναχά ο μάγος, ο οποίος κοιτώντας το ζευγάρι που εγκατέλειπε το χώρο είπε τα εξής: «Της ελιάς το φύλλο κι αν χαθεί, πάλι δε θα ξαναβρεθεί.». Δεν είχε ιδέα τι σήμαινε αυτή η παροιμία, αλλά δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία για εκείνον, καθώς πίστευε πως είχε πει κάτι πραγματικά σοφό. Κι ίσως να είχε δίκιο……….

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου