Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 34


        Ο Κόλλοκαρ έβγαλε έναν ήχο ειρωνείας καθώς ο μέγας Γκραήλ πλησίαζε τα θύματα. Η ιδιοσυγκρασία του τον έκανε βαθιά μέσα του να χαρεί για την εμφάνιση του δράκου. Πάντα ήθελε να εντυπωσιάζει τον ξένο. Πάντα ήθελε να έχει ηγετικό ρόλο, να είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού.
       «Ακολουθήστε με», φώναξε στους συντρόφους του.
       Χωρίς να βιάζεται βάδισε περίπου είκοσι βήματα κι ύστερα έσκυψε στο χώμα. Με τα χέρια του ψηλάφιζε το έδαφος. Η προσήλωση του στο ψάξιμο φανέρωνε πως κάτι κρυμμένο υπήρχε εκεί. Ο κρότος που ακούστηκε επιβεβαίωσε αυτή την άποψη. Μια σκοτεινή τρύπα φάνηκε στο χώμα. Ήταν τόσο μεγάλη ώστε να χωρά ο Κόλλοκαρ μέσα. Βέβαια, έπρεπε να μαζευτεί λίγο για να εισχωρήσει γρήγορα μέσα της.
       Το άνοιγμα της τρύπας όπως ανέφερα παραπάνω δεν τρόμαξε την πριγκίπισσα του Βόρειου βασιλείου και τον πρώην ιππότη, γιατί εμφανίστηκε από το πουθενά σαν μάνα εξ ουρανού. Θα τους έσωνε τις ζωές, καθώς η αδυναμία τους σε μια μάχη με το θρυλικό δράκο ήταν ολοφάνερη. Έτσι, φοβούμενη την συμπλοκή χώθηκαν σβέλτα μέσα στο καταφύγιο. Τελευταίος διάβηκε την πύλη ο κρατερός πολεμιστής με το διπλό τσεκούρι.
       Κατάρες στην γλώσσα των δράκων ακούστηκαν σαν έκλεισε ερμητικά η πύλη πίσω τους. Οι φωνές δεν συμβάδιζαν με το χαρακτήρα ενός δράκου, αλλά τι μπορεί να πει κάποιος για τον Γκραήλ τον κυβερνήτη της Γής που κυνηγούσε τόσα χρόνια τον πολεμιστή; Σίγουρα η αδυναμία του να τον ξεκοιλιάσει είχε γεμίσει με θυμό και μίσος την ευγενική του καρδιά, γιατί οφείλεις να γνωρίζεις πως οι καρδιές των δράκων παραμένουν αγνές σαν του νηπίου. Το μοναδικό μειονέκτημα με το οποίο είναι προικισμένοι από τα γεννοφάσκια τους μπορεί να εντοπιστεί στην υπέρμετρη φιλαργυρία τους.
      Η πύρινη λαίλαπα που ξέσπασε σαν οχετός στο έδαφος τράνταξε το καταφύγιο του Κόλλακαρ και χάρισε απλόχερα στο φόντο της νύχτας το άλικο χρώμα. Το δέρμα του μάλιστα έλαμψε για λίγο στους φόντους του μενεξεδιού χρώματος. Ο Γκραήλ έφυγε άπραγος, μα το δέρμα του λαμπύριζε στο σκότος σαν να ήταν πυγολαμπίδα. Ύστερα από δεύτερα τα τεράστια φτερά του τον έκαναν να χαθεί στον ορίζοντα.
      «Έφυγε», ανακοίνωσε στους επισκέπτες ο πολεμιστής. 
      Η ανακούφιση αναδείχθηκε με γλαφυρότητα στα πρόσωπα των δύο. Είχαν γλιτώσει για μια ακόμα φορά από του χάρου τα δόντια. Κάπου εκεί στο βασίλειο του Ερέβους θα είχε σταματήσει το  ακόνισμα του δρεπανιού γιατί σήμερα δεν θα το χρησιμοποιούσε.
      Ο Ασημόκαρδος ευχαρίστησε από τα βάθη της ψυχής του τον πολεμιστή που του είχε σώσει τους δύο μήνες της ζωής του. Χωρίς να κοιτάξει τους δύο ανθρώπους, εκεί μέσα στο σκοτάδι έκλεισε τα μάτια του ελπίζοντας ο ύπνο να ενεργήσει θεραπευτικά για τους πονεμένους μυς του κορμιού του.
      «Πόσο καιρό βρίσκεσαι εδώ;», ρώτησε η κοπέλα ευγενικά.
      «Τόσο που δεν μπορώ να θυμηθώ», απήντησε ο άνδρας μελαγχολικά.
      «Όνειρα γλυκά», ευχήθηκε η κοπέλα καθώς έπεφτε για να ιάσει τις πληγές της.
      Ο Πολεμιστής δεν κοιμήθηκε. Παρέμεινε ξύπνιος. Αγνάντευε τον κόσμο της οροσειράς Λόριφ. Όλα φάνταζαν ιδανικότερα απόψε………

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου