Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 32


          Συρσίματα ακούστηκαν μέσα στο σκοτάδι. Οι δύο συνοδοιπόροι αντάλλαξαν ματιές αγωνίες. Ο ήχος φάνηκε γνώριμος. Η Νέξ άρπαξε το πριονωτό σπαθί του πεθαμένου ιππότη κι ετοιμάστηκε για μάχη. Το ίδιο έκανε και ο Ασημόκαρδος.
           Μέσα από το σκοτάδι εμφανίστηκε μια ορδή από εκείνους τους γουρουνόμορφους λύκους. Οι λύκοι χωρίς να περιμένουν όρμησαν πάνω στους ανθρώπους.
           Όσο κι αν πολεμούσαν όλο και περισσότεροι εμφανίζονταν για να βοηθήσουν την αγέλη τους. Το απαράμιλλο θάρρος των δύο δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα τέρατα. Μπορεί να είχαν σκοτώσει τουλάχιστον έξι λύκους, αλλά πως γινόταν να σφαγιάσουν όλους αυτούς;
          Ένας λύκος δάγκωσε την Νέξ στο γοφό. Με το πριονωτό σπαθί έκοψε άμεσα το κεφάλι του τέρατος άμεσα, ωστόσο το δάγκωμα την είχε πληγώσει άσχημα. Φρέσκο αίμα ανέβλυζε από την πληγή. Το αίμα τράβηξε όλη την αγέλη πάνω της. Ο Ασημόκαρδος κοίταζε παραξενεμένος. Δεν μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά την γυναίκα. Μέσα στον ορυμαγδό της μάχης εμφανίστηκε από το πουθενά ένα κόκκινο βέλος και χτύπησε κατάστηθα τον γουρουνόμορφο λύκο που πήγε να δαγκώσει την πριγκίπισσα. Ο Ασημόκαρδος έψαξε να βρει ποιος είχε πετάξει το κόκκινο βέλος. Κανένας δεν φαινόταν πουθενά.
            Το βέλος σάστισε την ορδή των τεράτων λίγο. Έτσι ο πρώην ιππότης βρήκε την ευκαιρία να αρπάξει την γυναίκα και να τρέξουν να ξεφύγουν. Έτρεχαν σε φρενήρης ρυθμούς, αλλά οι διώκτες τους πλησίαζαν όλο και περισσότερο.
            «Τι θα κάνουμε;», ρώτησε η κοπέλα ξέπνοη.
            «Δεν ξέρω», ακούστηκε φοβισμένος.
            «Πρέπει να πηδήξουμε στο κενό. Τουλάχιστον υπάρχει μια μηδαμινή περίπτωση να σωθούμε»
            Ο Ασημόκαρδος αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα στη μάχη και στην πτώση στο κενό. Και οι δύο επιλογές ήταν σίγουρα παράλογες. Έπρεπε να υπήρχε μια καλύτερη επιλογή. Είχε ακόμα δύο μήνες ζωή κι ήθελε να τους ζήσει.
             «Πάμε», φώναξε η Νέξ καθώς τραβούσε τον πρώην ιππότη να πέσουν στο κενό. Εκείνος παρέμεινε ακίνητος, θα θυσιαζόταν για να σωθεί η γυναίκα. Άλλωστε, αυτός θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς σε δύο μήνες, ενώ η Νέξ είχε χρόνια να ζήσει. Συγχρόνως, η μελλοντική βασίλισσα του Βόρειου βασιλείου είχε θυσιαστεί ήδη μια φορά για να σωθούν, τότε στο στάβλο. Είχε πληρώσει ένα πολύ βαρύ τίμημα. Άρπαξε το πριονωτό σπαθί και ρίχτηκε στην μάχη.
            «Πάρε το σημειωματάριο και τρέχα να σωθείς. Η ζωή σου αξίζει περισσότερο από τη δική μου. Χάρηκα που σε γνώρισα πριγκίπισσα», φώναξε καθώς πέταγε το σημειωματάριο του νεκρού στρατιώτη στην γυναίκα.
             Η Νέξ έπιασε το σημειωματάριο και φώναξε με πάθος στο σύντροφό της:                «Δεν πρόκειται να σε αφήσω να πεθάνεις»
            «Μην ανησυχείς δεν πρόκειται να πεθάνεις κανένας από τους δύο σας», ακούστηκε μια ανδρική φωνή πίσω από την πριγκίπισσα.
           Μέσα από το σκότος φανερώθηκε ένας ψηλός άνδρας που κρατούσε στα γυμνασμένα του χέρια ένα τσεκούρι με διπλό πελέκι. Χωρίς να διστάσει όρμησε στα τέρατα βγάζοντας βρυχηθμούς που παρέπεμπαν σε αρκούδα. Γενικότερα, θα έλεγα ότι όλη η κορμοστασιά του θύμιζε αυτό το ρωμαλέο ζώο.
            Σε ελάχιστα λεπτά αφάνισε όλους τους διώκτες. Αυτός ο ξένος είχε καταφέρει κάτι εξωπραγματικό. Είχε σώσει τους δύο από βέβαιο θάνατο…….. 

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου