Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

H ονειροπαγίδα

«Πρόσεχε, θα πατήσεις το παιδί», φώναξε μια γυναίκα στα αριστερά της Μαρίας.
Η Μαρία την άκουσε και αμέσως στράφηκε προς αυτήν πατώντας παράλληλα το γκάζι στο παλαιικό της αυτοκίνητο. Το αμάξι βρήκε πάνω σε κάποιο αντικείμενο, άκουσε το θόρυβο της σύγκρουσης. Ωστόσο, με σχετική ευκολία το παλαιικό αμάξι της Μαρίας συνέχισε την πορεία του.
Οι φωνές έγιναν δυνατότερες, ενώ οι στριγκλιές διαπερνούσαν τα τύμπανα των περαστικών. Σε ελάχιστο χρόνο, στο σημείο όπου η γυναίκα είχε περάσει το φανάρι με κόκκινο είχε συναντηθεί μια πλημμυρίδα ανθρώπων. Κάποιοι ήταν νέοι, άλλοι γέροι και κάποιοι μεσήλικες, όλοι κοίταζαν με τρόμο το αγόρι που κείτονταν νεκρό στη διάβαση πεζών της οδού Καποδίστρια.
Η Μαρία κοίταξε για λίγο τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, για να ρίξει μια ματιά στη διάβαση. Όλο αυτό το πλήθος είχε παρακινήσει την περιέργειά της. Σταμάτησε λοιπόν το αμάξι στη μέση του δρόμου, αφού άλλωστε για κάποιο ανεξήγητο λόγο είχε διακοπεί η κυκλοφορία και κατευθύνθηκε προς το ανθρώπινο μπουλούκι.
«Συγγνώμη κύριε, τι συμβαίνει;», ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε έναν μεσόκοπο άνδρα.
Εκείνος της έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα λέγοντάς της ότι κάποιος οδηγός είχε πατήσει ένα μικρό αγοράκι. Το αγοράκι φαινόταν να μην ανασαίνει και περίμεναν έναν γιατρό να τους ανακοινώσει την τραγωδία, καθώς όλοι ήταν σίγουροι ότι το αγοράκι είχε αφήσει την τελευταία του πνοή.
Όταν άκουσε τα λόγια του ανθρώπου ένιωσε το σώμα της να καταρρέει. Τα χέρια της έτρεμαν, ενώ τα πόδια της έδειχναν να μην είναι σε θέση να κρατήσουν άλλο το κορμί της. Μάλιστα, το χρώμα του προσώπου της είχε γίνει κάτασπρο, ενώ ο τρόμος και η απελπισία είχαν φωλιάσει για τα καλά μέσα στη ψυχή της.
Έντρομη άρχισε να σπρώχνει τον κόσμο με βία. Ποθούσε να φτάσει στο αγόρι που είχε σκοτώσει, να του ζητήσει συγγνώμη για το μοιραίο της σφάλμα. Ο κόσμος την κοιτούσε παράξενα, έκανε σαν μανιακή. Η δύναμή της έκανε έναν κύριο μεγάλης ηλικίας να πέσει κάτω με βρόντο. Εκείνος ήθελε να την κατσαδιάσει, αλλά φαντάστηκε πως η γυναίκα αυτή πρέπει να ήταν η μητέρα του αγοριού, αλλιώς γιατί να έτρεχε έτσι αλαφιασμένα να αντικρίσει το πρόσωπο ενός αγνώστου;
Η Μαρία τελικά, μετά από γιγάντια προσπάθεια, κατάφερε να αντικρίσει το πρόσωπο του παιδιού που είχε δολοφονήσει. Το προσωπάκι του ήταν άθικτο, αλλά το δεξί του χέρι είχε πατηθεί από τα ελαστικά του αμαξιού της και είχε γίνει ένα με την άσφαλτο. Εκτός από αυτό το τραύμα, η γυναίκα δεν παρατήρησε τίποτα αξιοπερίεργο και βάλθηκε να πιστεύει πως το παιδί ήταν ακόμη ζωντανό.
Οι ευχάριστες σκέψεις της άφησαν μονομιάς το νου, όταν στο πλήθος εμφανίστηκε ο εφημερεύων γιατρός της περιοχής. Αλαφιασμένος έφτασε στο αγόρι. Η φόνισσα στάθηκε δίπλα του κρατώντας το κεφαλάκι του παιδιού. Ξαφνιάστηκε απ’ αυτή την αντίδραση, μα δεν μίλησε. Είχε δει πολλούς συγγενείς να αντιδρούν έτσι κι ακόμα χειρότερα όταν ένας από τους αγαπημένους τους άφηνε αυτόν τον κόσμο για τον επόμενο.
«Λυπάμαι κυρία μου, αλλά το παιδί είναι νεκρό», είπε ο γιατρός κοιτάζοντας τη γυναίκα που νόμιζε για μάνα του παιδιού.
Η υπάλληλος της τράπεζας κοίταξε το γιατρό με δακρυσμένα μάτια. Προσπάθησε να του μιλήσει, μα αντί για λέξεις, από το στόμα της έβγαιναν ακαταλαβίστικοι ήχοι. Ο γιατρός αγκάλιασε την γυναίκα λέγοντάς της ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί, γιατί το παιδί της είχε πάει σ’ ένα καλύτερο κόσμο. Εκείνη όμως συνέχισε να τον κοιτάζει κλαίγοντας με αναφιλητά. Πέντε λεπτά, αν θυμάμαι καλά, κράτησε το παραλήρημα με τους δυσνόητους ήχους μέχρι η ιδιωτική υπάλληλος να καταφέρει να πει αυτό που ήθελε.
«Δεν είμαι η μάνα του. Εγώ είμαι αυτή που το πάτησε», είπε η γυναίκα ύστερα από μεγάλη προσπάθεια και αμέσως στο πλήθος απλώθηκε μια νεκρική σιγή.
Το σφύριγμα του ξυπνητηριού ξύπνησε απότομα την Μαρία από τον εφιάλτη. Έβλεπε το ίδιο όνειρο για τουλάχιστον τέσσερις μέρες. Δεν μπορούσε να ησυχάσει καθόλου. Κάθε φορά που πλησίαζε μια διάβαση πεζών καθυστερούσε τόσο πολύ να την διαβεί ώστε οι οδηγοί κορνάριζαν και την καταριόντουσαν. «Μακάρι να τελείωνε το όνειρο», ευχόταν πολλάκις κάθε μέρα. Ο θεός όμως δεν την άφηνε να ησυχάσει.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι, ενώ ο κρύος ιδρώτας συνέχιζε να τρέχει ακόμα. Το κρεβάτι της ήταν μουσκεμένο. Πάνω ακριβώς από το προσκέφαλό της υπήρχε μία ονειροπαγίδα, δώρο του φίλου της. Από τότε που την είχε τοποθετήσει πάνω από το μαξιλάρι είχε ξεκινήσει ο εφιάλτης. Ίσως αυτό το ινδιάνικο κατασκεύασμα να μην σε προστάτευε τελικά από τα κακά όνειρα. Αν και βέβαια, το συγκεκριμένο κατασκεύασμα δεν έκρυβε κανένα είδους μαγείας μέσα του, εφόσον θα πρέπει να είχε κατασκευαστεί σε κάποιο εργοστάσιο στην Κίνα. Άλλωστε, όλα αυτό τον καιρό από εκεί προέρχονταν.
Έφτασε στην τουαλέτα του σπιτιού. Έριξε κάμποσο νερό στο πρόσωπό της και βάλθηκε να καλλωπίζει το πρόσωπό της όταν αντιλήφθηκε ότι οι μαύροι κύκλοι της αϋπνίας δεν εξαφανίζονταν με το μέικ άπ. «Παράξενα πράγματα, πολύ παράξενα», μουρμούρισε. Ντύθηκε, γιατί ήταν κιόλας ώρα να ξεκινήσει για τη δουλειά της και βγήκε έξω από το διαμέρισμα της πολυκατοικίας.
Όταν βγήκε στο δρόμο άργησε λίγο να βρει το αυτοκίνητό της, είχε λησμονήσει το μέρος όπου είχε παρκαριστεί χτες τα μεσάνυχτα. Τελικά, μπήκε μέσα και πάτησε το γκάζι. Η μηχανή πήρε μπρος μ’ ένα αγκομαχητό, ενώ παράλληλα η εξάτμιση έβγαλε μπόλικο μαύρο καπνό, τόσο που θύμισε προς στιγμήν φουγάρο πλοίου.
Σε κάθε διάβαση όπως και τις προηγούμενες μέρες σταματούσε κοιτάζοντας εξονυχιστικά το δρόμο γύρω της. Ούτε εκείνη τη φορά συνέβη βέβαια το περιστατικό του ονείρου. Έτσι, έφτασε στην τράπεζα με ευχάριστη διάθεση, αφού είχε αποφευχθεί το μοιραίο.
Διαβαίνοντας την γυάλινη πόρτα της τράπεζας ήρθε αντιμέτωπη με μια ευχάριστη έκπληξη. Ο Διευθυντής την καλωσόρισε και της εκμυστηρεύτηκε εμπιστευτικά ότι ήταν η υπάλληλος του μήνα. Δεν μπορείς να καταλάβεις το ευχάριστο εκείνο συναίσθημα που έντυσε από την κορυφή ως τα νύχια την Μαρία. Εδώ και τρεις μήνες προσπαθούσε με όλη της τη δύναμη να κερδίσει αυτό τον τίτλο. Είχε μοχθήσει, είχε παλέψει και  τελικά είχε κερδίσει. Από τη χαρά της μάλιστα αγκάλιασε το διευθυντή.
Ο Μιχάλης, ο διευθυντής, την συγχάρηκε, μα βλέποντας τους μαύρους κύκλους στα μάτια της της έδωσε αμέσως ρεπό παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της υπαλλήλου. Η Μαρία μην μπορώντας να φέρει αντίρρηση τον διαβεβαίωσε ότι μετά από δύο ώρες δουλειάς θα πήγαινε στο σπίτι της.
Το δίωρο πέρασε, μα εκείνη παρέμενε ακόμα στο πόστο της. Ο διευθυντής περνώντας να επιθεωρήσει τους υπαλλήλους εκνευρίστηκε με την Μαρία και απαίτησε από εκείνη να επιστρέψει σπίτι της για να ξεκουραστεί. Τελικά, εκείνη μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησε για το σπίτι της.
Στον δρόμο, δεν ήταν προσεχτική όπως συνήθως. Η κούραση την είχε καταβάλλει. Περίμενε ανυπόμονα τη στιγμή που θα ξάπλωνε στο κρεβάτι της. Αυτές ήταν οι σκέψεις της όταν ακούστηκε η φωνή της γυναίκας όπως ακριβώς στο όνειρο: «Πρόσεχε, θα πατήσεις το παιδί», φώναξε κάποια στα αριστερά της οδηγού. Η ιδιωτική υπάλληλος πάτησε άμεσα το φρένο. Το αυτοκίνητο σταμάτησε μονομιάς. Η οδηγός εξέτασε εξονυχιστικά το δρόμο, αλλά στη διάβαση δεν υπήρχε κανένα παιδί.
«Τι φωνάζεις κυρά μου χωρίς λόγο;», φώναξε εκνευρισμένη πατώντας το γκάζι για να συνεχίσει τη πορεία της.
Τα κουρασμένα μάτια της μάλλον δεν αντιλήφθηκαν το παιδί που είχε περάσει τη διάβαση σαν σίφουνας, γιατί διαφορετικά η νεαρή γυναίκα δεν θα μίλαγε απότομα στον πεζό. Τα γρήγορα αντανακλαστικά της την είχαν σώσει από έναν σκοτωμό.
Το πάπλωμα του κρεβατιού την χαλάρωσε. Τα σεντόνια κάλυψαν το καλλίγραμμο σώμα της. Όταν όμως κοίταξε ψηλά το ταβάνι και αντίκρισε την ονειροπαγίδα σηκώθηκε και αρπάζοντάς την με βία την πέταξε στο σκουπιδοτενεκέ του δωματίου. Έπειτα τυλίχτηκε με τα σεντόνια. «Άλλωστε δεν έκανε και τίποτα», σκέφτηκε η Μαρία καθώς ο Μορφέας την μετέφερε στον κόσμο των ονείρων.
Είχε ξεχάσει να ευχαριστήσει την ονειροπαγίδα, αλλά δεν ήταν ούτε η πρώτη μα ούτε και η τελευταία. Άλλωστε, δεν έχουν μάθει όλοι οι άνθρωποι να ευχαριστούν τους ευεργέτες τους.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Από το περιοδικό chimeres τεύχος 24http://chimeres.info/zine/24/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου