Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 50


             Όσο αναφέρθηκαν είναι πράγματι αλήθεια με μια δόση υπερβολής βέβαια όπως άλλωστε είναι κάθε ιστορία των θρύλων. Ωστόσο, ο θρύλος ποτέ δεν ολοκληρώθηκε γιατί κανείς δεν θέλησε να μετατρέψει τον ήρωα Γκραήλ σ’ ένα αδηφάγο τέρας που από την υπεροψία οδηγήθηκε σε άσκοπες σφαγές και κατ’ επέκταση στη θεία δίκη και στον εκπεσμό από τον παράδεισο.
            Η Μεγάλη Μάχη του Έσω Κόσμου ξεκίνησε ύστερα από το διάβημα του μονοπατιού των ψυχών. Όπως γνωρίζεις, εκείνη η μάχη ήταν ίσως και η σημαντικότερη μάχη όλων των εποχών. Μπορεί να σου ακούγεται υπερβολικό, μα αυτή η νίκη είχε τεράστια σημασία για την ύπαρξη του κόσμου. Ναι, είχε μεγαλύτερη δύναμη ακόμα και από την μάχη που κέρδισε ο πατέρας σου.
            Εκεί που όλα φάνταζαν να είχαν χαθεί για τις δυνάμεις του καλού εμφανίστηκε μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου ένας ρασοφόρος μεσήλικας. Χωρίς να ξέρει κανείς το λόγο, τα τελώνια και οι δαίμονες αποτραβήχτηκαν μεμιάς από τον άνδρα. Τα στρατεύματα του καλού αναθάρρησαν. Στο πρόσωπο του μοναχού Ιωάννη είδαν έναν χαρισματικό ηγέτη και ίσως κάποιο κάτι περισσότερο, έναν από μηχανής θεό.
            Ο ουρανός άνοιξε διάπλατα. Οι καυτές αχτίδες του ηλίου χτύπησαν τα πρόσωπα όλων των στρατιωτών. Φάνηκε τα βρώμικα από το ξεραμένο αίμα πρόσωπα. Το φως ενόχλησε τα μάτια. Είχαν συνηθίσει να βρίσκονται στα σκοτάδια. Είχαν συνηθίσει να ηττούνται από το Κακό. Όλα όμως θα άλλαζαν όλα εκείνη τη μέρα εξαιτίας  του δράκοντα.
             Τα ράσα σκίστηκαν. Φτερά τέρατος φύτρωσαν από την πλάτη του. Το πρόσωπο παραμορφώθηκε εντελώς. Θύμιζε ερπετό. Τα χέρια μεταμορφώθηκαν κι αυτά σε πόδια, ενώ από το κεφάλι ξεπρόβαλλαν κέρατα. Ο μοναχός Γκραήλ είχε μεταμορφωθεί επιτέλους σε δράκο.
              Οι στρατιές του εχθρούς αντικρίζοντας το δράκο έβγαλαν ιαχές δέους και πολλοί ξεκίνησαν να τρέχουν αλαφιασμένα για να ξεφύγουν από τον επερχόμενο θάνατο. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, η πλάστιγγα είχε γίνει υπέρ του καλού ξανά.
              Οι απελπισμένοι στρατιώτες ένιωσαν να ξεφεύγουν από το σκότος της πλάνης και του φόβου. Οι ηλιαχτίδες και ο δράκος έδιωξαν το φόβο από τις καρδιές. Αναπτέρωσαν το καταρρακωμένο ηθικό των ανδρών και αλαλάζοντας επιτέθηκαν στον εχθρό.  Αυτή τη φορά ήταν σίγουροι ότι ο πόλεμος θα τελείωνε.
             Ο Κάτω Κόσμος είχε αναστατωθεί από την εμφάνιση του κυβερνήτη της γης. Αυτός ίσως να ήταν το μοναδικό άτομο που θα μπορούσε να ματαιώσει τα σχέδιά τους για παντοτινή κυριαρχία σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου. Λέγεται μάλιστα ότι ο Κέρβερος λυπήθηκε τόσο με την εμφάνιση του Γκραήλ ώστε όλη τη νύχτα έκλαιγε με αναφιλητά. Ο μέγας θεός Πάνας από την άλλη είχε αποσυρθεί από τις σαρκικές ηδονές και παρακολουθούσε τα γεγονότα τρομοκρατημένος. Τέλος, η Λίλιθ μάλωνε με το σύζυγό της για τη φαινομενική αποτυχία του σχεδίου τους.
             Από την άλλη μεριά, στο βασίλειο των ουρανών επικρατούσε η εγκράτεια καθώς γνώριζαν ότι τίποτα δεν είχε κριθεί ακόμα. Μονάχα μερικά Χερουβίμ έδειχναν να μην συμμερίζονται τις απόψεις των ανώτερων του κι είχαν αρχίσει να απαγγέλνουν χαρούμενες ψαλμωδίες. Ο φύλακας της πόρτας του παραδείσου έκανε το σταυρό του, γιατί μάλλον ήταν ο μοναδικός που είχε νιώσει την καταιγίδα να έρχεται.
            Ο κυβερνήτης της γης κατατρόπωσε ταχύτατα τα δαιμόνια. Κάποιες δυνάμεις του Κακού κατάφεραν να αποφύγουν τις φλόγες και να σωθούν, ενώ άλλοι πέθαναν από τους πρωτοφανούς σεισμούς που δημιούργησε ο δράκος. Το αντίπαλο στρατόπεδο παρέμεινε άθικτο. Περίπου πέντε άτομα σκοτώθηκαν μονάχα αφότου εμφανίστηκε ο μοναχός Ιωάννης.
            Όταν η μάχη τελείωσε όλοι οι στρατιώτες μηχανικά προσκύνησαν τον Γκραήλ. Εκείνος έδειχνε να απολαμβάνει την θεοποίησή του και αυτό ήταν το καίριο σφάλμα του…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 49


            «Επειδή κουράστηκα να αφηγούμαι τόσο αναλυτικά την ιστορία του κρατερού Γκραήλ σύμφωνα πάντοτε με τους θρύλους θα φτάσω σύντομα στο τέλος, γιατί αγαπητέ Κόλλοκαρ ότι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε πιστεύω», είπε η Νέξ καθώς περπατούσε ολόγυρα από τον πολεμιστή.
            «Οι δυνάμεις του καλού, δηλαδή οι άγγελοι και τα Χερουβίμ προίκισαν τον μοναχό με την ικανότητα να μεταλλάσσεται όποτε εκείνος ήθελε σε δράκοντα και συγχρόνως του εξήγησαν ότι φτάνοντας πια στο τέλος του μονοπατιού των ψυχών είχε εξαγνιστεί και είχε συγχωρεθεί για τις αμαρτίες του. Φτάνοντας στην περιοχή με τα φλάμπουρα απέκτησε τον τίτλο του κυβερνήτη της γης. Πλέον μπορούσε να μετακινήσει οποιοδήποτε βουνό ήθελε. Παράλληλα, μπορούσε να δημιουργήσει σεισμούς, κατολισθήσεις κ.ο.κ. Κοντολογίς, ο άνδρας είχε γίνει πράγματι ο κυβερνήτης της γης. Βέβαια, η δύναμη αυτή που παρεχόταν από το βασίλειο των ουρανών έπρεπε να δεθεί με παντοτινούς όρκους πίστης. Αυτοί οι όρκοι θα ήταν τόσο βαριοί ώστε αν σπάζονταν από τον Γκραήλ, τότε να υπήρχε μία φρικώδης θεία τιμωρία.
              Αν λοιπόν ο Γκραήλ έσπαγε τον όρκο, τότε θα παρέμενε για πάντα δράκοντας. Κανείς ποτέ βέβαια δεν έμαθε γιατί ο μοναχός Ιωάννης μετατράπηκε μετά από κάποιο διάστημα σε δράκοντας. Πολλοί λόγιοι ισχυρίζονται ότι ήταν ανόητος και έσπασε τον όρκο. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι η εξουσία τον διέφθειρε με αποτέλεσμα να αποζητάει πλούτη, δόξα και υστεροφημία.
           Εγώ, Κόλλοκαρ, πιστεύω πως ο Γκαρήλ ποτέ δεν περπάτησε στο μονοπάτι των ψυχών. Όλα αυτά που λέγονται είναι απλά παραμύθια που σκοπό έχουν να συνετίσουν τους πάντες και κυρίως τα μικρά παιδάκια ώστε να ακούν τους γονείς τους και να μην φέρνουν ποτέ αντίδραση ή να μην επιχειρούν επικίνδυνα παιχνίδια. Ο Γκραήλ ήταν πάντοτε ένας δράκοντας, απλά με το πέρασμα του χρόνου αποτρελάθηκε και αποφάσισε να στοιχειώσει την οροσειρά του Λόριφ με απώτερο στόχο να ικανοποιήσει την μεγαλομανία που θέριευσε στα ενδότερα της ψυχής», είπε η μελλοντική βασίλισσα του βασιλείου του Βορρά καθώς σταμάταγε ύστερα από ώρα να μιλά.
           Ο έξυπνος πολεμιστής τόση ώρα παρατηρούσε την γυναίκα. Η πριγκίπισσα φανέρωνε με την πάροδο του χρόνου κάποια πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά που θύμιζαν αρκετά τον πατέρα της. Ήταν έξυπνη, πανέμορφη και γνώριζε πολλά για τον Έσω Κόσμο. Βέβαια, δεν γνώριζε την πραγματικότητα σχετικά με τον κυβερνήτη της γης. Ο Κόλλοκαρ περίμενε πως δεν θα την γνώριζε. Οι ευγενείς συνήθως διάβαζαν βιβλία και δεν ασχολιόντουσαν με τις προφορικές παραδόσεις. Το βιβλίο πάντοτε θεωρούταν πολύ πιο αξιόπιστο από τις προφορικές διηγήσεις.
         «Εγώ γνωρίζω γιατί ο συγκεκριμένος άνθρωπος μεταμορφώθηκε για πάντα σε δράκοντα», είπε ο πολεμιστής δίνοντας στη φωνή του ιδιαίτερη χροιά.
          Το καλοσχηματισμένο πρόσωπο της μελλοντικής βασίλισσας παρέμεινε ανοιχτό. Δεν είχε φανταστεί πως θα μάθαινε κάποια στιγμή την πραγματικότητα σχετικά με το θρύλο του κυβερνήτη της γης.
          «Πες μου, σε παρακαλώ», είπε η γυναίκα κοιτάζοντας παιχνιδιάρικα το συνομιλητή της.
          «Έτσι κι αλλιώς θα στην έλεγα αγαπητή κόρη του Λύριου. Νομίζω πως έχει έρθει να μάθεις την αλήθεια γι’ αυτήν την αλλόκοτη ιστορία. Πριν όμως αρχίσω την εξιστόρηση θα ήθελα να σου πω ότι δεν θέλω να με διακόψεις. Επίσης, θέλω να με ακούσεις με προσοχή, γιατί η συγκεκριμένη ιστορία έχει παραμείνει εδώ και αιώνες κρυμμένη…..

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 48


          «Μην τα παρατάς Γκραήλ. Αν τα παρατήσεις τώρα, τότε ποτέ δεν θα καταφέρεις να εκπληρώσεις το πεπρωμένο σου», είπε ο γέροντας καθώς ακούμπαγε με στοργή τις πληγές πάνω στο ανθρώπινο σώμα.
           Ο πληγωμένος μοναχός άνοιξε τα βλέφαρα με δυσκολία. Μόρφασε, μα συνάμα χάρηκε για την εμφάνιση του γέροντα, γιατί πίστευε πως εκείνος θα μπορούσε να τον βοηθήσει με κάποιο τρόπο.
          «Βοήθεια», ακούστηκε η φωνή του τόσο σιγανά που παραλίγο ο γέροντας να μην την ακούσει.
          «Μην τα παρατάς Γκραήλ, γιατί εκεί είναι το τέλος. Τα φλάμπουρα συμβολίζουν το τέλος και την εκπλήρωση του πεπρωμένου σου. Σαν φτάσεις εκί όλα θα αλλάξουν», είπε ο γέροντας με ζέση.
           Ο άνδρας που κείτονταν στο χιόνι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μπορέσει να ξεφύγει από το χάροντα που είχε βαλθεί να τον σκοτώσει. Προσπαθούσε να νικήσει γιατί ήθελε να αγγίξει τα κόκκινα φλάμπουρα. Ένιωθε πως όταν τα ακουμπούσε θα αποκτούσε απόλυτη ευδαιμονία για το υπόλοιπο της ζωής του. Παρά τις προσπάθειές του  παρέμενε μέσα στον πάγο. Είχε αρχίσει κιόλας να τρέμει σύγκορμος εξαιτίας του ρίγους.
           Ο γέροντας βλέποντας την τραγική κατάσταση του μοναχού Ιωάννη σκέφτηκε να γιατρεύσει τις πληγές από το σώμα. Τελευταία στιγμή όμως οι θύμισες των απέτρεψαν. Δεν έπρεπε να επέμβει τόσο πολύ. Ο Γκραήλ ήταν υποχρεωμένος να τα βγάλει πέρα μόνος του. Αν επέμβαινε περισσότερο ο ζωομάγος, τότε τον περίμενε η θεία τιμωρία.
           «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω παραπάνω παλικάρι μου. Μονάχα μπορώ να σου πω ότι πιστεύω σε εσένα. Πριν φύγω θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μην τα παρατήσεις. Δεν πρέπει να τα παρατήσεις. Είσαι κοντά Γκραήλ. Βρίσκεσαι κάτω από τη βρύση και περιμένεις απλά να στάξει το νερό για να δροσιστείς», είπε για τελευταία φορά ο ζωομάγος καθώς μεταμορφωνόταν σε κορυδαλλό και χανόταν στον ορίζοντα.
            Τα χέρια του ετοιμοθάνατου σήκωσαν το σώμα. Ήθελε να ουρλιάξει, αλλά συγκρατήθηκε. Προχώρησε αργά προς τα φλάμπουρα αισθανόμενος πως τελικά θα έβγαινε νικητής απ’ αυτή τη μάχη. Το μονοπάτι των ψυχών θα τελείωνε σε ελάχιστα λεπτά.
            Δίπλα στο μοναχό Ιωάννη πετούσαν δρακόμυγες. Με τα φώτα που έβγαζαν από τα οπίσθιά τους σχημάτιζαν παράξενα σύμβολα, τα οποία κανένας θνητός και καμία θεότητα δεν είχε δει από την απαρχή του κόσμου. Ο Γκραήλ ήταν  ο πρώτος που θα ολοκλήρωνε το περπάτημα.
            Κάπου εκεί, κάτω, στο βασίλειο της κολάσεως όλες οι θεότητες είχαν χάσει πια κάθε σημάδι χαράς. Είχαν τρομοκρατηθεί γιατί ο άνδρας θα γινόταν αυτό που είχε αποφασίσει ο Δημιουργός. Δεν είχαν μπορέσει να ματαιώσουν την πορεία του.
            Κάπου  εκεί, πάνω,  στο βασίλειο των ουρανών τα Χερουβίμ είχαν αρχίσει να τραγουδάνε μελωδίες χαρούμενες, γιατί ο δούλος του θεού θα τους έκανε περήφανους. Ο Μεγαλοδύναμος είχε για πολλοστή φορά νικήσει τις δυνάμεις του κακού.     
             Ο άνδρας έφτασε στο μέρος όπου υπήρχαν οι κόκκινες σημαίες. Εκεί δεν υπήρχε τίποτα παρά ένας κύκλος από χαλίκια στο κέντρο ανάμεσα από τις υφασμάτινες σημαίες. Τον πλησίασε και έπεσε μέσα με πάταγο.
             Ο ουρανός άνοιξε στα δύο. Η ομίχλη που έπνιγε το μέρος χάθηκε απότομα. Από τα ουράνια κατέβηκαν άγγελοι για να συγχαρούν τον άνδρα και να τον γιατρέψουν. Ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Γκραήλ»….

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 47


           Μετά από υπέρτατη προσπάθεια ο Ιωάννης έφτασε στην απαρχή του χειμερινού τοπίου. Το παγωμένο χιόνι έγινε ύδωρ μέσα σε δεύτερα. Η θερμότητα του  δράκοντα δημιούργησε μια ιδιόμορφη λίμνη. Το μεγάλο στόμα του δράκου άνοιξε και ήπιε όσο νερό μπορούσε. Ήθελε να υγροποιήσει τα ξηρά του χείλη. Ήθελε να νιώσει ξανά τη σπίθα της ζωής να ανάβει μέσα στο σώμα.
           Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας έκανε τον μοναχό να νιώθει έντονο πόνο και ίσως να αύξησε και τα αρνητικά συναισθήματα που πάλλονταν μέσα στο κορμί του. Έψαχνε με φούρια να βρει έναν τρόπο να ζεσταθεί.
           Τα μάτια του κάπου στον ορίζοντα είδαν κάτι φλάμπουρα μ’ έναν κόκκινο δράκοντα πάνω τους. Εκείνη η ομήγυρη ήταν η βοήθεια που αναζητούσε. Για να φτάσει όμως μέχρι εκεί θα έπρεπε να διανύσει ακόμα μεγαλύτερη απόσταση από πριν.
           Μια παράτολμη ιδέα γεννήθηκε μέσα στο νου του απελπισμένου άνδρα. Πίστεψε πως θα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε άνθρωπος. Αν γινόταν άνθρωπος ίσως κατάφερνε να αντέξει περισσότερη ώρα κάτω τις πολικές θερμοκρασίες.
          Μεταμορφώθηκε σε άνδρας. Τα εγκαύματα που είχε αποκτήσει στο κορμί του από την καυτή άμμο φαίνονταν εναργέστερα. Συγχρόνως, τα πόδια του είχαν βουλιάξει μέσα στο χιόνι. Με τεράστια δυσκολία μπορούσε να περπατήσει. Ο τρόμος μαζί με την απογοήτευση, το αδιέξοδο και την απελπισία δημιούργησαν ένα επικίνδυνο συνονθύλευμα που απειλούσε τη ζωή του άνδρα, γιατί όσο καθυστερούσε έχανε περισσότερες πολύτιμες δυνάμεις. Εκτός αυτού, ο παγετός εισχωρούσε μέσα στη ψυχή και αύξανε το σκοτάδι. Κοντολογίς, έτρεφε τον κακό εαυτό του Γκραήλ. Η μεγαλύτερη δοκιμασία για τη ψυχή είχε αρχίσει.
            Το αριστερό του πόδι θρυλείται ότι τον ενοχλούσε τόσο ώστε να μην μπορεί να το πατήσει καθόλου. Περπατούσε κουτσαίνοντας. Πολλές φορές έπεφτε και το χιόνι κατάβρεχε το πρόσωπο. Το δέρμα είχε πάρει ένα κοκκινωπό χρώμα. Σίγουρα, μετά από τα εγκαύματα θα δημιουργούνταν και κρυοπαγήματα. Ο κρατερός γκραήλ είχε πέσει σε δυσμένεια. Ο μέγας θεός Πάνας που τον έβλεπε από τον Κάτω Κόμσο γελούσε δυνατά και κατηγορούσε με απαράμιλλη συχνότητα την αδυναμία του ώστε να αποτελειώσει εκείνος τον άνδρα.
           Βρήκε σ’ έναν βράχο που δεν φαινόταν. Οίμωζε καθώς έπεφτε στο έδαφος. Το χιόνι σταμάτησε κάπως την πτώση. Ο μοναχός Ιωάννης δεν τραυματίστηκε, μα ένιωσε το τη θερμοκρασία του σώματος να πέφτει δραματικά. Τουρτούριζε και καταριόταν την ώρα και την στιγμή που είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τον γέροντα στο μονοπάτι των ψυχών. Οι φιλοδοξίες που έτρεφε από μωρό μαζί με τον διακαή πόθο της υστεροφημίας τον είχαν οδηγήσει στη συμφωνία. Τώρα, που βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση ήλπιζε να μην είχε συμφωνήσει ποτέ και ίσως μάλιστα να μην υπήρχε κιόλας.
           Τα χρυσοκόκκινα φλάμπουρα φαίνονταν όμως κοντύτερα. Άπλωσε τα χέρια του γιατί σχεδόν μπορούσε να τα αγγίξει. Ο κόκκινος δράκοντας που ανέμιζε στο ύφασμα βρισκόταν μπροστά του. Τα δάχτυλα της παλάμης έκλεισαν με δύναμη. «Γιατί δεν πιάνω το ύφασμα;», σκέφτηκε. Η απάντηση ήταν απλούστατη. Η ανέχεια μαζί με τις κακουχίες είχαν ξεγελάσει το μυαλό. Ο άνδρας έβλεπε παραισθήσεις. Τα φλάμπουρα και το χωριό βρισκόταν μακρύτερα.
           Γύρισε ανάσκελα και φοβήθηκε πως αυτή η κίνηση θα αποτελούσε το κύκνειο άσμα του. Ωστόσο, δίπλα του εμφανίστηκε ο κορυδαλλός, εκείνο το πουλί που εξακολουθούσε να τον συντροφεύει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Το κοίταξε στα μάτια. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πως το πουλί στην πραγματικότητα ήταν ένας άνθρωπος ή καλύτερα ένας ζωομάγος.
          Ο κορυδαλλός πέταξε ψηλά, τα φτερά εξαφανίστηκαν. Τα δύο μικρά του πόδια έγιναν μεγάλα και η μύτη και τα φτερά χάθηκαν. Μπροστά του στεκόταν ο γέροντας που τον είχε οδηγήσει στο μονοπάτι των ψυχών…….

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 46


        Καθώς αιωρούνταν πάνω από τον ερημότοπο  έβλεπε ολοκάθαρα την κατάντια της μεριάς αυτού του τόπου. Πέρα από το γεγονός ότι δεν έβλεπε κανένα ζωντανό οργανισμό υπήρχε και το άλλο σημαντικό πρόβλημα ότι κάθε γούρνα με νερό είχε βρωμίσει εντελώς με αποτέλεσμα να μην ήταν πόσιμο. Ίσως, μάλιστα αυτός να ήταν και ο λόγος για τον οποίο κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν είχε καταφέρει ποτέ να περιδιαβεί το μονοπάτι των ψυχών.
          Τα κρατερά φτερά του ογκώδους ερπετού είχαν αρχίσει να κουράζονται. Ίσως, έπρεπε να κατέβει στο έδαφος και να συνεχίσει με τα πόδια. Ωστόσο, τον προβλημάτιζε το γεγονός ότι στο ν ορίζοντα δεν κακοφαινόταν κανένα σημάδι πολιτισμού ή τουλάχιστον κάποια αλλαγή του τοπίου. Η καρδιά του σκίρτησε από το φόβο της αποτυχίας.
           Το ένα φτερό σταμάτησε να κουνιέται. Οι μυς από τον πόνο και την υπερπροσπάθεια δεν άντεξαν. Ο Γκραήλ αφέθηκε να πέφτει στο κενό. Βρήκε το έδαφος. Ο γδούπος που έβγαλε ακούστηκε σε ολόκληρη την πλάση. Ο ίδιος ο μοναχός Ιωάννης ένιωσε αφόρητο πόνο να τρυπά το πετσί του.
           Η καυτή άμμος έκαψε λιγάκι τα μάτια του. Για πρώτη φορά αφότου είχε μεταμορφωθεί σε δράκοντα ένιωσε αυτή την απαράμιλλη ζέστη. Κοίταξε ολόγυρα σε μια προσπάθεια να βρει μια σανίδα σωτηρίας. Αυτό που συνειδητοποίησε κοιτάζοντας   το τοπίο κάθε άλλο παρά θετικό δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
           Η αλήθεια που εμφανίστηκε επιτέλους μπροστά στα μάτια του τον συντάραξε ολόκληρο. Ακόμα και σαν δράκος δεν είχε διανύσει μεγάλη απόσταση. Ουσιαστικά είχε προχωρήσει το πολύ δύο με τρία χιλιόμετρα. Η αφόρητη ζέστη είχε δημιουργήσει παραισθήσεις και κυρίως μια έντονη ψευδαίσθηση ότι είχε διανύσει τεράστια απόσταση.
           Η άμμος μπορεί να τον πείραζε, μα την άφηνε να τρίβεται πάνω στο δέρμα του καθώς δεν τον ενδιέφερε. Πίστευε πως το τέλος είχε έρθει επιτέλους. Θρυλείται ότι είχε σκεφτεί μάλιστα να αυτοκτονήσει. Ο ισχυρός μοναχός είχε φτάσει ξανά μπροστά στην άβυσσο και αυτή τη φορά φαινόταν να έχει πάρει τη λάθος απόφαση. Αν χανότανε μέσα στο σκοτάδι του αγνώστου ίσως να εύρισκε επιτέλους την γαλήνη που αναζητούσε.
            Τότε ήταν, που ο κορυδαλλός στάθηκε για δεύτερη φορά στον ώμο του. Ήταν πραγματικά αλλόκοτο πως το πουλί αυτό ζούσε σ’ αυτόν τον ερημότοπο. Άνηκε στα θαύματα του Δημιουργού.
            Με το ακούμπημα του κορυδαλλού ο άνδρας ένιωσε πάλι δύναμη και θέληση να τον κατακλύζουν. Με τα τέσσερα δυνατά του πόδια σήκωσε το ογκώδες κορμί του. Στον ορίζοντα τώρα που έβλεπε καλύτερα κακοφαίνονταν χιόνια! Αν άντεχε λίγο ακόμα θα έσωνε τον εαυτό του.
            Με τον κορυδαλλό στο πλάι του μπόρεσε εύκολα να αιωρηθεί στον ουρανό. Δεν πετούσε με σιγουριά, μα γνώριζε πως στο τέλος θα έφτανε στα χιόνια που θα τον ανακούφιζαν από τα εγκαύματα. Οι ρίμες λένε ότι τα δάκρυα που έσταζαν από τα μάτια εξανεμίστηκαν και δημιούργησαν ένα σύννεφο βροχής για να δροσίσουν τον άνθρωπο που χαροπάλευε πάνω στον ουρανό.
           Κάπου μακριά, σε κάποιον άλλον κόσμο πάλι πάνω στο μονοπάτι των ψυχών η μάχη μεταξύ του μάγου και της Λίλιθ συνεχιζόταν και θα συνεχιζόταν μέχρι την αιωνιότητα, καθώς ο μοναχός Ιωάννης είχε ξεγελαστεί από την απεικόνιση των ψευδαισθήσεων. Πράγματι φάνταζαν αληθινές, μα άνηκαν όντως στην πραγματικότητα ή απλά ήταν ένα ταξίδι στον κόσμο της ψυχής, ένα ταξίδι σ’ ένα μονοπάτι ανάμεσα σε διάφορους κινδύνους. Αν έβγαινες από εκεί μέσα ζωντανός γινόσουνα απλά κάτι ανώτερο ή μήπως όχι;……


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
               

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 45


       Ο δράκος που αργότερα θα ονομαζόταν ο κυβερνήτης της γης έπεσε με φόρα πάνω στο γίγαντα. Ο γίγαντας έχασε μονομιάς την ισορροπία του. Η κόμπρα απελευθερώθηκε από την Λίλιθ. Χωρίς να χρονοτριβήσει στράφηκε εναντίον της. Όσο βρισκόταν πεσμένη στο έδαφος μπορούσε να της επιφέρει θανάσιμο χτύπημα.
         Η κόμπρα σήκωσε το γυαλιστερό της δέρμα. Αν παρατηρούσες προσεχτικά, θα έβλεπες το πρόσωπο του γίγαντα να αντικατοπτρίζεται με ενάργεια στο γλοιώδες δέρμα του ζώου. Παρακινημένος λοιπόν από μια ανώτερη δύναμη που ποθούσε υο θάνατο, ο μέγας Ερίκθο έμπηξε τα δηλητηριώδη δόντια του στο μπούτι. Το δηλητήριο πέρασε μέσα στον ιστό του οργανισμού της Λίλιθ. Το αίμα θα έπηζε και εκείνη θα έχανε επιτέλους τη ζωή της.
        Ο Γκραήλ κοίταζε την μονομαχία. Πίστεψε πως η δουλειά του είχε τελειώσει. Το υποσυνείδητο τον διέταζε να προχωρήσει παραπέρα στο μονοπάτι των ψυχών. Η συγκεκριμένη μάχη δεν τον αφορούσε πια,
        Συνεπαρμένος απ’ αυτή την αίσθηση συγκέντρωσε κάθε δύναμη που υπήρχε στο σώμα του ώστε να γίνει ξανά άνθρωπος. Μπορούσε να παραμείνει δράκος, μα φοβόταν πως αν παρέτεινε την χρονική διάρκεια της μεταμόρφωσης, τότε θα παρέμενε για πάντα ένα τέρας.
        Με την άκρη των ματιών αναζήτησε τον γέροντα. Είχε εξαφανιστεί. Τώρα πια, έπρεπε να συνεχίσει μονάχος τη διαδρομή. Μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο. Ο μοναχός Ιωάννης εγκατέλειψε την κόμπρα και τον γίγαντα. Η δουλειά του σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου είχε τελειώσει.
        Βγήκε έξω από το άλσος και αφέθηκε στον Μορφέα ώστε να παρασυρθεί στον κόσμο της γαλήνης, της ευδαιμονίας και των ονείρων. Σ’ εκείνον τον κόσμο τα πάντα φάνταζαν δυνατά.
      »Ένας κορυδαλλός έκατσε στον ώμο του άνδρα. Ο κρατερός Γκραήλ σηκώθηκε. Πίσω του το δάσος είχε χαθεί. Παράλληλα, μπροστά του ανοιγόταν ένας ερημότοπος. Μέχρι εκεί που έβλεπε δεν υπήρχε κανένας ζωντανός οργανισμός καθώς και κανένα ίχνος νερού. Η φιλοπεριέργεια που έκρυβε μέσα του τον εξίταρε. Ήθελε πολύ να εξερευνήσει τον ερημότοπο. Ωστόσο, πρυτάνευσε η λογική και αποφάσισε πως θα ήταν εξαιρετικά ανόητο να ξοδέψει τις πολύτιμες δυνάμεις του στην εξερεύνηση.
       Ξεκίνησε να περπατά αισιόδοξα. Μπορεί να ήταν τόσο παμβρώμικος ώστε τα ρυπαρά του χέρια να έχουν μαυρίσει και να βρωμάνε απαίσια, μα ήλπιζε πως αργά ή γρήγορα θα κατάφερνε να πλύνει τον εαυτό του. Για τον Γκραήλ το πλύσιμο αποτελούσε ιεροτελεστία καθώς συμβόλιζε την κάθαρση του σώματος από τις αμαρτίες.
       Προχώρησε χιλιόμετρα κάτω από τον καυτό ήλιο. Στο δέρμα του υπήρχαν έκδηλα εγκαύματα. Πολλοί θα ισχυρίζονταν ότι ένας άνθρωπος με τέτοια εγκαύματα θα πέθαινε σύντομα. Ο ίδιος όμως είτε δεν αντιλαμβανόταν την τραγική του κατάσταση είτε είχε αποκτήσει δείγματα ναρκισσισμού ύστερα από τον ορυμαγδό της μάχης με την πανίσχυρη Λίλιθ. Σύμφωνα με τις λαϊκές ρίμες, μονάχα ο κορυδαλλός που τον είχε ξυπνήσει εξακολουθούσε να βρίσκεται στον ερημότοπο.
       Γόγγυξε,  έπεσε στα τέσσερα πάνω στην καυτή άμμο. Ατμοί βγήκαν από το μέρος όπου είχε ακουμπήσει το δέρμα του. Ένιωσε να λιώνει. Ένιωσε να λιώνει. Ένιωσε να πεθαίνει. Έχωσε μέσα στην άμμο τα κατάμαυρα χέρια του. Ζήτησε βοήθεια από τον δημιουργό. Τότε ήταν που μεταμορφώθηκε πάλι σε δράκοντα.
       Από την πλάτη του ξεφύτρωσαν οι φτερούγες, ενώ το υπόλοιπο σώμα απέκτησε λέπια. Έπαψε πια να νιώθει τη ζέστη. Το γιγαντιαίο ερπετό είχε απελευθερώσει το σώμα του μοναχού Ιωάννη από τον πόνο.
        Τα φτερά του κουνήθηκαν ρυθμικά. Ο δράκοντας σηκώθηκε στον ουρανό. Θα έφτανε γρηγορότερα στον προορισμό του μ’ αυτή τη μορφή…..

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η τσαγιέρα ΤΟΥ ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ


μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ
Ήμουν μια περήφανη τσαγιέρα. Περήφανη για την πορσελάνινη καταγωγή μου, για το υψηλό στόμιο μου, για το μεγάλο χερούλι μου.
Παντού είχα κάτι. Και μπρος και πίσω. Μπροστά είχα το στόμιο, πίσω το χερούλι μου. Μου άρεσε να μιλάω γι’ αυτό. Αλλά δεν μιλούσα για το καπάκι μου. Αυτό είχε σπάσει και το είχανε καρφώσει. Ήταν ένα ελάττωμα. Και κανείς δεν λέει τα ελαττώματα του- μόνο τα ελαττώματα των άλλων. Ε, φυσικά,τα κύπελλα, οι κανάτες, τα μπολ, όλο το τραπέζι είχε βουήξει για το καπάκι μου. Διαρκώς. Για το στόμιο και το χερούλι κουβέντα. Το ένιωθα, το ήξερα καλά.
Τους ξέρω. Ξέρω το ελάττωμα μου, το παραδέχομαι. Είμαι πιο μετριοπαθής απ’ τους άλλους, πιο ταπεινή. Όλοι έχουμε ελαττώματα. Όμως, έχουμε και ταλέντα. Το κύπελλο έχει χερούλι, το μπολ έχει καπάκι, εγώ έχω και τα δύο. Και φυσικά αυτό που δε θα αποκτήσουν ποτέ εκείνα είναι το στόμιο. Αυτό με έκανε βασίλισσα του τραπεζιού. Το μπολ της κρέμας και οι κανάτες της ζάχαρης, βέβαια, έχουν το προνόμιο να είναι υπηρέτες της νοστιμιάς. Όμως εγώ είμαι η κυρίως γεύση. Σκορπάω στον διψασμένο κόσμο την ευλογία. Στο εσωτερικό μου, στο βραστό μου νερό, ευωδιάζει το μοσχομυρωδάτο κινέζικο φύλλο μου.
Αυτά έλεγα όταν ήμουν νέα και ατρόμητη. Στεκόμουν καμαρωτή στο στρωμένο τραπέζι. Με άγγιζε το πιο χαριτωμένο χέρι. Όμως και το πιο χαριτωμένο χέρι καμιά φορά είναι αδέξιο, μια μέρα, έπεσα κάτω, το χερούλι μου κομμάτια, το στόμιο μου θρύψαλα. Για το καπάκι ούτε λόγος – αρκετά ειπώθηκαν. Έμεινα λιπόθυμη στο πάτωμα, το βραστό νερό μου σκόρπισε έξω. Ήταν πολύ άσχημο σπάσιμο. Όμως, το χειρότερο «σπάσιμο» ήταν, ότι εκείνοι γέλασαν με την σπασμένη τσαγιέρα κι όχι με το αδέξιο χέρι που την έσπασε. Δε θα το ξεχάσω ποτέ.
Με είπαν άχρηστη και με πέταξαν σε μια γωνία και την επόμενη μέρα με χάρισαν σε μια ζητιάνα. Έμεινα παραιτημένη, αμίλητη. Και μέσα μου και έξω. Όμως, τότε ήταν που ξεκίνησε το ομορφότερο κομμάτι της ζωής μου. Πριν απ’ αυτό ήμουν κάτι, ύστερα άρχισα να γίνομαι κάτι άλλο.
Παρατημένη γέμισα χώμα. Αυτό για μια τσαγιέρα είναι κάτι σαν τάφος. Όμως μια μέρα, ένας βολβός μπήκε μέσα στο χώμα. Ποιος το έβαλε εκεί; Ήταν αποζημίωση για τα κινέζικα φύλλα, για το βραστό νερό, για το σπασμένο χερούλι, για το στόμιο; Δεν έχω ιδέα. Και ο βολβός έμεινε μέσα στο χώμα μου, έμεινε μέσα μου. Έγινε η ζωντανή καρδιά μου. Δεν είχα ποτέ αισθανθεί ξανά κάτι τέτοιο. Τι σθένος, τι δύναμη, τι παλμός της καρδιάς μου. Και ο βολβός βλάστησε μέσα μου. Το είδα, το γέννησα, ξέχασα τον εαυτό μου μέσα στην μοναξιά του. Τι ευλογία να ξεχνάς τον εαυτό σου για κάποιον άλλο. Για έναν βολβό, που δε με ευχαρίστησε ποτέ, δε με σκεφτότανε καν: οι άλλοι το θαύμαζαν, το επαινούσαν. Ήμουν τόσο χαρούμενη γι’ αυτό – τι όμορφες εποχές.
Μια μέρα άκουσα κάποιους να λένε, «αυτό το λουλούδι αξίζει καλύτερη γλάστρα». Εγώ γλάστρα (σκέφτηκα);Με σπάσανε στα δυο – πόνεσε πολύ – και το λουλούδι μπήκε σε γλάστρα. Κι εμένα με πετάξανε στην αυλή, σα σκουπίδι. Όμως… κι αν εκείνοι με ξέχασαν, γιατί ήμουν άχρηστη, λένε, πια, σ’ εμένα απόμεινε η μνήμη. Δεν ξεχνάω.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ο πεταλούδος ΤΟΥ ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ

μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ


Ένας πεταλούδος ήθελε παντρειά. Φυσικά, ήθελε να πάρει ένα απ’ τα λουλούδια. Τα κοιτούσε. Πόσο κομψά στέκονταν ένα προς ένα, πόσο προσεκτικά κάθονταν πάνω στο κοτσάνι τους. Όπως ένα κορίτσι πριν αρραβωνιαστεί. Ακριβώς. Ήταν όμως τόσα πολλά τα λουλούδια, πως να διαλέξει. Ήταν πάρα πολλά. Ο πεταλούδος μας όμως δεν σκοτίστηκε και πολύ.
Πήγε κατευθείαν στο ασπρολούλουδο. Οι Γάλλοι την λένε Μάργκαριτ. Ξέρουν πως αυτή μπορεί να μαντεύει το μέλλον.
«Μ’ αγαπά; Δεν μ’ αγαπά. Μ’ αγαπά πολύ; Λίγο; Λιγουλάκι; Καθόλου!» ή κάπως έτσι το λένε, καθένας στη γλώσσα του. Έτσι κι ο πεταλούδος ήρθε να ρωτήσει τη Μαργαρίτα. Δεν της έβγαλε κανένα φύλλο, πίστευε θα έρθει μόνο του κι αυτό, χωρίς βία.
«Γλυκιά Μαργαρίτα! της είπε. Απ’ όλα τα λουλούδια, εσύ είσαι το σοφότερο. Εσύ που ξέρεις να προβλέπεις το μέλλον, πες μου κι εμένα; Ποια θα παντρευτώ, αυτήν ή εκείνην! Πες μου, σε παρακαλώ, να πετάξω να κάνω πρόταση γάμου».
Όμως η Μαργαρίτα δεν απάντησε καθόλου. Ρώτησε και δεύτερη φορά, ρώτησε και τρίτη. Κι όταν ο πεταλούδος δεν κατάφερε να της πάρει ούτε λέξη, έγινε καπνός.
Ήρθε η Άνοιξη. «Είστε τόσο ωραίες!” έλεγε ο πεταλούδος: “Περάστε σας προσκαλώ, υπέροχες υποψήφιες γυναίκες μου! Είστε, βέβαια… λιγάκι άγουρες, ακόμα» Όπως όλοι οι νέοι, προτιμούσε κι εκείνος τις μεγαλύτερες.
Ύστερα πέταξε στις ανεμώνες. Ήταν λιγάκι απότομες γι’ αυτόν. Οι βιολέτες πολύ μελαγχολικές , οι τουλίπες πολύ φανταχτερές, ο νάρκισσος πολύ αστός για τα μέτρα του, τα άνθη της φλαμουριάς πολύ κοντά – είχανε και πολλούς συγγενείς.
«Καλά, τα άνθη της μηλιάς είναι φτυστά τριαντάφυλλα… όμως, στέκονται σήμερα, πέφτουν αύριο, πάνε κι αυτά με τον άνεμο. Πολύ εφήμερος γάμος», σκέφτηκε.
«Το μπιζέλι είναι θαυμάσιο, άσπρο και κόκκινο, λεπτό και διάφανο. Είναι και του σπιτιού. Και σαν το κόψεις είναι το ίδιο ωραίο.” Ήταν έτοιμος να την ζητήσει, όταν –την ίδια στιγμή- είδε ένα μαραμένο μπιζέλι μέσα σ’ ένα αυλάκι.
«Ποια… είναι αυτή που είναι πεσμένη μέσα;» ρώτησε.
«Η αδελφή μου», απάντησε το μπιζέλι.
«Έτσι θα γίνεις κι εσύ;» είπε ο πεταλούδος τρομαγμένος κι έγινε καπνός.
Το αγιόκλημα κρεμότανε πάνω στο φράκτη. Υπήρχαν πολλά – είχαν μεγάλα πρόσωπα και γκρίζα χαρακτηριστικά. «Όχι, όχι, δεν είναι ο τύπος μου.»
Ποιος ήταν άραγε ο τύπος του; Ρωτήστε τον ίδιο!
Πέρασε η άνοιξη. Το καλοκαίρι πέρασε, ήρθε το φθινόπωρο. Είχε διανύσει δρόμο ατελείωτο. Τα λουλούδια εμφανίστηκαν πάλι με τα καλά τους φορέματα.”Όμως είναι αλλιώτικα. Τους λείπει η φρέσκια δροσερή μυρωδιά της καρδιάς. Η ευωδιά είναι αυτό που χρειάζεται η καρδιά, βλέπεις δεν υπάρχει πολύ ευωδιά στις ντάλιες και τις δεντρομολόχες.”
Κι έτσι ο πεταλούδος στράφηκε προς τη μέντα.
«Αυτή δεν έχει καθόλου λουλούδι, είναι από μόνο του λουλούδι, αναδίδει ευωδιά από πάνω ως κάτω. Κάθε φύλλο του έχει την ίδια ευωδιά. Αυτή θα πάρω, το αποφάσισα.» Κι έτσι έκανε τελικά την πρόταση του. Όμως η μέντα στεκόταν μπροστά του ακίνητη και άκαμπτη και τελικά του είπε:
«Σε βλέπω σα φίλο. Τίποτα παραπάνω. Είμαι μεγάλη κι είσαι μεγάλος. Μπορούμε να βοηθάμε ο ένας τον άλλο. Αλλά γάμος; Ούτε σκέψη. Θες να γίνουμε ρεζίλι, να λένε πως παντρευτήκανε στα γεράματα;»
Και τελικά ο πεταλούδος δεν παντρεύτηκε κανένα λουλούδι. Είχε ψάξει τόσο πολύ, κανείς δεν το είχε κάνει ποτέ. Κι έτσι έγινε εργένης.
Πέρασε και το φθινόπωρο με βροχή και ψιλόβροχο. Τα κλαδιά της γέρικης ιτιάς τουρτουρίζουν, ο άνεμος τα κάνει να τρίζουν. Δεν είναι να πετάς έξω χωρίς τα χειμωνιάτικα. Ούτε ο πεταλούδος πετούσε έξω. Από τύχη μπήκε σ’ ένα σπίτι και βρήκε ζεστασιά δίπλα στο τζάκι. Είχε καταφέρει να επιζήσει.
“Όμως το να ζει κανείς δεν είναι αρκετό», είπε. «Πρέπει να είσαι ελεύθερος, να λιάζεσαι, να πετάς, να έχεις κι ένα λουλούδι δίπλα σου».
Πέταξε με δύναμη στην απέναντι πλευρά και ξάφνου καρφώθηκε σ’ ένα διακοσμητικό καρφί της κασέλας. Ό, τι χειρότερο μπορούσε να του συμβεί.
«Τώρα στέκομαι κι εγώ πάνω σ’ ένα κοτσάνι, όπως όλα τα λουλούδια», είπε ο πεταλούδος.«Δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Είμαι… κολλημένος»
«Πολύ φτωχή παρηγοριά βρήκες», είπαν οι γλάστρες απ’ το σαλόνι.
«Ποιος τις πιστεύει τις γλάστρες;», σκέφτηκε ο πεταλούδος. «Τόσο κοσμικές που είναι…».
By Hans Christian Andersen
Μετάφραση: Νίκος Δροσάκης

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

O εγωιστής γίγαντας- Oscar Wilde


Κάθε απόγευμα, τα παιδιά συνήθιζαν, γυρνώντας απ’ το σχολείο, να πηγαίνουν και να παίζουν στον κήπο του Γίγαντα.
Ήταν ένας μεγάλος όμορφος κήπος. Εδώ κι εκεί, πάνω στην πράσινη χλόη, έστεκαν λουλούδια όμορφα σαν αστέρια και δώδεκα ροδακινιές, την άνοιξη γέμιζαν με λεπτά ροζ άνθη σα μαργαριτάρια. Και το φθινόπωρο έφερναν πλούσιους καρπούς. Τα πουλιά κάθονταν στα δέντρα και τραγουδούσαν τόσο γλυκά, τα παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι να τ’ ακούσουν.«Τι χαρούμενοι είμαστε εδώ!» Φώναζαν ο ένας στον άλλο.
Μια μέρα, ο Γίγαντας γύρισε. Είχε επισκεφθεί το φίλο του, το δράκο της Κορνουάλης κι είχε μείνει μαζί του επτά χρόνια. Μετά από τα επτά χρόνια, είπε όλα όσα είχε να πει -και δε μιλούσε πολύ- κι αποφάσισε να επιστρέψει στο κάστρο του. Όταν έφτασε, είδε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο.
“Τι κάνετε εδώ;” φώναξε με τραχιά φωνή και τα παιδιά έτρεξαν μακριά.
“Ο κήπος είναι δικός μου» είπε ο Γίγαντας:“Καταλάβετε όλοι, δε θα επιτρέψω σε κανέναν να παίζει εδώ, μόνο εγώ”, είπε, κι έκτισε ένα ψηλό τείχος. Μπροστά του έστησε μία πινακίδα: ΟΙ ΠΑΡΑΒΑΤΕΣ ΘΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥΝ.
Ήταν ένας Γίγαντας πολύ εγωιστής.
Τα καημένα παιδιά δεν είχαν τώρα να παίζουν πουθενά. Προσπάθησαν να παίξουν στο δρόμο, μα ο δρόμος ήταν βρώμικος και γεμάτος πέτρες και δεν τους άρεσε. Συνήθιζαν να περιφέρονται γύρω από τον ψηλό τοίχο, όταν τέλειωναν τα μαθήματα τους και μιλούσαν για τον όμορφο κήπο. «Πόσο χαρούμενοι ήμασταν εκεί!”, έλεγαν ο ένας στον άλλο.
Μετά ήρθε η άνοιξη, ο τόπος γέμισε λουλούδια και πουλιά. Μόνο στον κήπο του Γίγαντα ήταν ακόμη χειμώνας. Τα πουλιά δεν ήθελαν να τραγουδήσουν εκεί, γιατί δεν υπήρχαν παιδιά. Και τα δέντρα ξέχασαν να ανθίσουν εκεί. Μόλις ένα λουλούδι έβγαζε το κεφάλι του έξω από το χορτάρι, έβλεπε την πινακίδα, λυπόταν τόσο πολύ για τα παιδιά που γλιστρούσε πίσω στη γη και κοιμόταν. Οι μόνοι που χάρηκαν ήταν το Χιόνι και η Παγωνιά. «Η άνοιξη τον ξέχασε αυτό τον κήπο», φώναξαν, «κι έτσι θα ζήσουμε εδώ πέρα όλο το χρόνο.” Το Χιόνι σκέπασε το χορτάρι με το φαρδύ λευκό μανδύα του, κι η Παγωνιά έβαψε τα δέντρα ασημένια. Έπειτα κάλεσαν το Βοριά να μείνει μαζί τους, κι εκείνος ήρθε. Ήταν τυλιγμένος με γούνα, βρυχήθηκε όλη την ημέρα για τον κήπο, τινάζοντας τις γλάστρες κάτω.“Υπέροχο μέρος!», είπε, «να μας επισκεφθεί το Χαλάζι.”  Έτσι ήρθε το Χαλάζι. Τρεις ώρες κάθε μέρα ταρακουνούσε την οροφή του κάστρου, ώσπου έσπασε τα πιο πολλά κεραμίδια, κι ύστερα έτρεξε γύρω γύρω στον κήπο όσο πιο γρήγορα μπορούσε να πάει. Ήταν ντυμένο στα γκρι, η αναπνοή του ήταν πάγος.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί η Άνοιξη αργεί τόσο να ‘ρθει», είπε ο Γίγαντας, καθώς καθόταν στο παράθυρο και κοίταζε έξω το κρύο κήπο του. “Μακάρι ν΄αλλάξει ο καιρός.”
Μα η Άνοιξη δεν ήρθε ποτέ εκεί, ούτε το Καλοκαίρι. Το Φθινόπωρο έφερε χρυσούς καρπούς σε κάθε κήπο, αλλά στον κήπο του γίγαντα δεν έφερε κανένα, «είναι τόσο εγωιστής», είπε. Κι έτσι ήταν πάντα Χειμώνας εκεί και ο Βοριάς και το Χαλάζι κι η Παγωνιά και το Χιόνι χόρευαν μέσα στα δέντρα.
Ένα πρωί, ο Γίγαντας ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, όταν άκουσε μία υπέροχη μουσική. Ακουγόταν τόσο γλυκιά στ ‘αυτιά του που σκέφτηκε ότι πρέπει να είναι οι μουσικοί του βασιλιά που περνούσαν. Ήταν ένας μικρός σπίνος που τραγουδούσε έξω από το παράθυρό του, αλλά είχε τόσο καιρό ν’ ακούσει πουλί να τραγουδά στον κήπο του, που του φάνηκε η πιο όμορφη μουσική στον κόσμο. Το χαλάζι σταμάτησε να χορεύει πάνω από το κεφάλι του, ο βοριάς έπαψε βρυχάται, ένα απολαυστικό άρωμα του ήρθε απ’ την ανοιχτή πόρτα.“Νομίζω, η άνοιξη έφτασε επιτέλους», είπε ο Γίγαντας, πήδηξε από το κρεβάτι και κοίταξε έξω.
Τι είδε; Την πιο υπέροχη εικόνα. Μέσα από μια μικρή τρύπα στον τοίχο τα παιδιά είχαν τρυπώσει στον κήπο και κάθονταν στα κλαδιά των δέντρων. Σε κάθε δέντρο είχε σκαρφαλώσει κι ένα παιδί. Και τα δέντρα ήταν τόσο χαρούμενα που τα παιδιά ήταν και πάλι εκεί, που είχαν γεμίζει λουλούδια και κουνούσαν τα χέρια τους πάνω από τα κεφάλια των παιδιών. Τα πουλιά πετούσαν ολόγυρα τιτιβίζοντας χαρούμενα, και τα λουλούδια ανέβαιναν πάνω από το πράσινο χορτάρι και γελούσαν. Ήταν μια υπέροχη σκηνή, μόνο σε μια γωνιά ήταν ακόμη χειμώνας. Στην πιο μακρινή γωνιά του κήπου, εκεί στεκόταν ένα αγοράκι.
Ήταν τόσο μικρό, τα χέρια του δεν έφταναν τα κλαδιά του δέντρου, και γυρνούσε γύρω του κλαίγοντας. Το καημένο δέντρο ήταν ακόμη καλυμμένο με πάγο και χιόνι κι ο βοριάς φυσούσε και βρυχιόταν πάνω του. «Ανέβα! αγοράκι”,έλεγε το δέντρο, λυγίζοντας τα κλαδιά του όσο χαμηλά μπορούσε, μα το αγόρι ήταν πολύ μικρό.
Και η καρδιά του γίγαντα έλιωσε καθώς κοίταξε έξω! “Τι εγωιστής έχω γίνει», είπε:“Τώρα ξέρω η άνοιξη δεν θα έρθει εδώ. Θα βάλω το αγοράκι στην κορφή του δέντρου και μετά θα γκρεμίσω τον τοίχο κι ο κήπος μου θα γίνει πλέον παιδική χαρά.”  Λυπήθηκε πολύ για τις πράξεις του.
Κατέβηκε κάτω, άνοιξε την πόρτα απαλά, βγήκε στον κήπο. Αλλά όταν τον είδαν τα παιδιά, τρόμαξαν πολύ κι έτρεξαν μακριά. Και ήρθε στον κήπο και πάλι χειμώνας. Μόνο το μικρό αγόρι δεν κουνήθηκε, τα μάτια του ήταν τόσο δακρυσμένα που δεν είδε το Γίγαντα. Κι ο Γίγαντας έτρεξε πίσω του και τον πήρε απαλά στο χέρι του και τον σήκωσε πάνω στο δέντρο. Και το δέντρο άνθισε αμέσως και τα πουλιά ήρθαν και τραγούδησαν πάνω, και το αγοράκι άπλωσε τα δυο του χέρια γύρω από το λαιμό του γίγαντα και τον φίλησε. Και τα άλλα παιδιά, όταν είδαν πως ο Γίγαντας δεν ήταν πια κακός, γύρισαν τρέχοντας πίσω και μαζί τους ήρθε η Άνοιξη. “Είναι δικός σας κήπος τώρα, παιδιά», είπε ο Γίγαντας, και πήρε ένα μεγάλο τσεκούρι και γκρέμισε τον τοίχο. Κι όταν οι άνθρωποι πήγαν στην αγορά στις δώδεκα, βρήκαν το γίγαντα παίζει με τα παιδιά στον πιο όμορφο κήπο που είχαν δει ποτέ.
Όλη μέρα έπαιζαν, και το βράδυ πήγαν στο Γίγαντα να τον αποχαιρετήσουν.
«Μα πού είναι μικρός σας φίλος;» είπε: «το αγοράκι που έβαλα στο δέντρο.” Ο Γίγαντας αγαπούσε εκείνο πιο πολύ, γιατί τον είχε φιλήσει.
«Δεν ξέρουμε», απάντησαν τα παιδιά,“έφυγε.”
“Να του πείτε να έρθει εδώ αύριο», είπε ο Γίγαντας. Αλλά τα παιδιά, είπαν, πως δεν ήξεραν πού ζούσε, και πως δεν τον είχαν ξαναδεί ποτέ. Κι ο Γίγαντας στεναχωρήθηκε πολύ.
Κάθε απόγευμα, όταν τέλειωνε  το σχολείο, τα παιδιά έρχονταν κι έπαιζαν με το γίγαντα. Αλλά το μικρό αγόρι που αγαπούσε ο Γίγαντας, δεν φάνηκε ποτέ ξανά. Ο Γίγαντας ήταν πολύ καλός με όλα τα παιδιά, αλλά ήθελε πολύ το μικρό του φίλο, και συχνά μιλούσε γι ‘αυτόν. “Πώς θα ήθελα να τον δω!”, έλεγε.
Τα χρόνια πέρασαν, ο Γίγαντας έγινε γέρος κι αδύναμος. Δε μπορούσε να παίζει πια, κι έτσι κάθισε σε μια μεγάλη πολυθρόνα, έβλεπε τα παιδιά να παίζουν και χαιρόταν τον κήπο του. «Έχω πολλά όμορφα λουλούδια», είπε. “Αλλά τα πιο όμορφα λουλούδια είναι τα παιδιά.”
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό,  καθώς ντυνόταν, κοίταξε έξω από το παράθυρό του. Δε μισούσε το χειμώνα τώρα, γιατί ήξερε ότι ήταν απλώς η άνοιξη κοιμισμένη και τα λουλούδια ξεκουράζονταν.
Ξαφνικά, έτριψε τα μάτια του… κοίταξε, κοίταξε. Η εικόνα ήταν υπέροχη. Στην πιο μακρινή γωνιά του κήπου ένα δέντρο ήταν σκεπασμένο με υπέροχα λευκά άνθη. Τα κλαδιά του ήταν χρυσά,  κι ασημένια φρούτα κρέμονταν. Από κάτω βρισκόταν το αγοράκι που ο Γίγαντας είχε αγαπήσει.
Ο Γίγαντας κατέβηκε χαρούμενος, βγήκε στον κήπο, έτρεξε στη χλόη κι ήρθε κοντά στο παιδί, όμως όταν πλησίασε αρκετά, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από θυμό.
«Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;” Στις παλάμες του παιδιού υπήρχαν σημάδια από καρφιά και στα μικρά του πόδια είχε σημάδια από καρφιά.
«Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» φώναξε ο Γίγαντας. “Πες μου, κι εγώ θα πάρω το μεγάλο σπαθί μου να τον σκοτώσω.”
“Όχι”, απάντησε το παιδί, “αυτές είναι οι πληγές της αγάπης».
“Ποιος είσαι;”, είπε ο Γίγαντας, και ένα περίεργο δέος τον κυρίευσε και γονάτισε μπροστά στο παιδί.
Και το παιδί χαμογέλασε στο γίγαντα και του είπε: “Με άφησες να παίξω στον κήπο σου μία φορά, σήμερα ήρθε η μέρα που θα έρθεις μαζί μου στο δικό μου κήπο, στον Παράδεισο.”
Κι όταν τα παιδιά πήγαν εκεί το απόγευμα, βρήκαν το γίγαντα νεκρό κάτω από το δέντρο, καλυμμένο με λευκά άνθη,.
ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΙΛΝΤ, 1888
The Happy Prince and Other Stories (Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλες ιστορίες)
Μετάφραση: Νίκος Δροσάκης


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 44


           Γεμάτος από έπαρση έδιωξε τον Πάνα από το δάσος. Οι ιαχές που έβγαζε η τραγόμορφη θεότητα έκαναν κάποιους λύκους να αλυχτήσουν. Ο δράκος έβγαλε μερικές πύρινες λαίλαπες προς τη μεριά του ήχου. Ήθελε να τρομάξει τα ζώα ώστε να μην χρειαστεί να καταναλώσει παραπάνω δύναμη, καθώς σε λίγο θα αντιμετώπιζε την πανίσχυρη Λίλιθ.
          Ο σταματημένος χρόνος πήρε ξανά μπρος. Σκηνή παράξενη διαγράφηκε για πρώτη φορά στον Έσω Κόσμο. Τα ακίνητα φυλλώματα των δέντρων κουνήθηκαν. Μερικά μυρμήγκια εγκατέλειψαν την τροφή και κρύφτηκαν στη φωλιά τους. Ακόμα και μερικές κουκουβάγιες αποφάσισαν πως θα ήταν καλύτερο να παραμείνουν κρυμμένες στις φωλιές τους. Βλέπεις Κόλλοκαρ, θρυλείται ότι όλη η πλάση προετοιμαζόταν για μια πρωτόγνωρη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του καλού και του κακού. Η προσπάθεια για την επικράτηση σ’ αυτή την γωνιά του κόσμου θα αρχινούσε σε ελάχιστα λεπτά.
          Ακόμα και ο γέροντας που είχε πάρει την πρωτοβουλία να οδηγήσει τον Γκραήλ στο μονοπάτι των ψυχών είχε εντυπωσιαστεί από αυτή την εξέλιξη. Οι γουρλωμένες κόρες των ματιών του κοίταζαν με δέος το δράκο. Ωστόσο, ο έμπειρος παρατηρητής μπορούσε εύκολα να αναγνωρίζει την ευχαρίστηση στο πρόσωπό του. Δεν είχε φέρει ακόμα εις πέρας την αποστολή που του είχε ανατεθεί, μα σύντομα όλα θα τελείωναν. Το μονοπάτι των ψυχών ουσιαστικά ήταν μία διαδρομή για τους ιερείς. Τους έδινε τη δυνατότητα να φτάσουν στην υπέρτατη μορφή των ιερέων, να αποκτήσουν δηλαδή τη δυνατότητα μεταμόρφωσης σε δράκο. Ο ίδιος δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει το ταξίδι. Κάποτε, πριν από χρόνια στη μέση της διαδρομής είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Φοβήθηκε για τη ζωή του.
          Η πανίσχυρη Λίλιθ ξύπνησε από το λήθαργο και την ακινησία που είχε επιβάλλει ο κρατερός Χρόνος. Τα πονηρά της μάτια εστίασαν στο δράκοντα. Αν ήταν άνθρωπος σίγουρα θα είχε καταληφθεί από τρόμο. Θα έτρεμε και θα εγκατέλειπε το πεδίο της μάχης. Μολαταύτα, αυτή η γυναίκα δεν ήταν συνηθισμένη. Ο άνδρας της διοικούσε το Βασίλειο του Ερέβους και εξουσίαζε τον βασανιστή Τάρταρο. Ήταν φύσει αδύνατον να ηττηθεί από έναν κοινό θνητό. Η μάχη έπρεπε να είχε τελειώσει νωρίτερα. Είχε έρθει η ώρα σύμφωνα με την Μοίρα για να θανατώσει τόσο τον Γκραήλ όσο και το μάγο Ερίκθο.
            Άνοιξε το στόμα της. Οι ήχοι που βγήκαν από μέσα της πλήγωσαν τα γιγαντιαία αυτιά του δράκοντα και του μάγου. Και οι δύο τρέκλισαν. Ο μοναχός Ιωάννης μάλιστα έπεσε με βρόντο στο έδαφος. Προκάλεσε σεισμό. Μάλιστα, μερικά δέντρα ξεριζώθηκαν και τον χτύπησαν. Ευτυχώς, όμως δεν ένιωσε απολύτως τίποτα,  γιατί το πετσί του ήταν μια πανίσχυρη φυσική πανοπλία.
            Ο μάγος από την άλλη μπορεί να αιφνιδιάστηκε στην αρχή, μα ύστερα, όταν ο δράκος προκάλεσε σεισμό, σηκώθηκε όρθιος και μεταμορφώθηκε σε μια δίμετρη κόμπρα. Τα δηλητηριώδη δόντια ήταν ικανά να προκαλέσουν πρωτοφανή πόνο στην γυναίκα. Η επιλογή του γλοιώδες αυτού ζώου φάνταζε κατάλληλη. Ωστόσο, είχε λησμονήσει ότι δεν αντιμετώπιζε μια εύκολη αντίπαλο.
            Η Λίλιθ γέλασε δυνατά βλέποντας τη μεταμόρφωση του μάγου. Ο Ερίκθο θα πέθαινε ευκολότερα απ’ ότι υπολόγιζε. Με μια χορευτική κίνηση και το σχηματισμό ρουνικών συμβόλων στον αγέρα μεταμορφώθηκε σε γίγαντα. Χωρίς να αφήσει το χρόνο να κυλήσει ξεκίνησε να ποδοπατεί το μικρό φιδάκι.
           Η γιγαντιαία πατούσα της γυναίκας πάτησε την ουρά της δίμετρης κόμπρας. Πόνος διαγράφηκε στο γλοιώδες δέρμα του ζώου. Με το δεύτερο πόδι ετοιμάστηκε ο γίγαντας να πατήσει και το κεφάλι της κόμπρας. Η ασίγαστη επιθυμία της κρατερής Λίλιθ σε λίγο θα γινόταν πραγματικότητα. Ο μέγας μάγος Ερίκθο θα έβρισκε τραγικό θάνατο.
           Κάπου στα έγκατα της γης ο Πάνας χαμογελούσε γιατί σε λίγο θα έπαιρνε εκδίκηση για την ταπείνωσή του……..   


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Το Θεριό στη Ζώμιθο


Το Θεριό στη Ζώμιθο
(Ζώμιθος Ρεθύμνου - Κρήτη)
         
Μια μέρα λοιπόν, ξαφνικά εμφανίστηκε στη Ζώμιθο ένα παράξενο 
πλάσμα το οποίο έπινε το νερό της πηγής και κατασπάραζε όποιο ζωντα-
νό πέρναγε από την πηγή. Όσοι το έβλεπαν έτρεμαν, φοβόντουσαν και 
δεν ξαναπάταγαν στην πηγή. Αναρωτιόντουσαν τι σόι πλάσμα ήταν αυτό. 
Πολλοί έλεγαν πως πιθανόν είναι λιοντάρι, αλλά μετά τους διαβεβαίωναν
κάποιοι μεγαλύτεροι που είχαν φάει τη ζωή με το κουτάλι πως δεν επρό-
κειτο για λιοντάρι, μα για τέρας. Επίσης, κάποιοι ισχυρίζονταν πως είχε 
δύο κεφάλια και ρουθούνια που ξέρναγαν φωτιά.
           Ένας νεαρός βοσκός μόνο που  το αντίκρισε από την Ανωγειανή 
οικογένεια των Μανουράδων, αποφάσισε βλέποντας τη θλίψη που είχε 
σπείρει στους συγχωριανούς του, αλλά και τις καταστροφές που είχε 
προκαλέσει, να δράσει. Έτσι, ο νέος βρήκε τους συγχωριανούς τους και 
ορκίστηκε μπροστά τους ότι θα σκοτώσει το θεριό της πηγής για να τους 
απαλλάξει όλους μια για πάντα από τα προβλήματα που είχε προκαλέσει 
στο χωριό. Οι άλλοι βλέποντας ότι ο νέος είναι αποφασισμένος να σκοτώ-
σει το τέρας του υποσχέθηκαν προνόμια και ανταμοιβές. Του υποσχέθη-
καν ότι θα του δώσουν τριακόσια πρόβατα, θα είναι ο πρώτος από τους 
βοσκούς που θα ξεδιψάει τα ζωντανά του στη πηγή και κυρίως, το σεβα-
σμό των βοσκών, αλλά και των χωριανών.
           Έτσι, ο Μανουράς με το τόξο του φτάνει στην πηγή της Ζώμιθος
για να σκοτώσει το τέρας που καταβροχθίζει όποιον περνάει από εκεί και 
αλλάζει με δυσκολία την κατεύθυνση του νερού φροντίζοντας η γούρνα 
να είναι γεμάτη. Ύστερα, πηγαίνει στη γούρνα και ρίχνει μέσα της ξίδι κι 
αλάτι. Μετά, ανεβαίνει στον ασφένταμο, που βρισκόταν δίπλα στην πηγή 
περιμένοντας πάντα να εμφανιστεί το τέρας.
            Σε λίγη ώρα εμφανίζεται το τέρας με ένα φοβερό μουγκρητό, που 
ακούστηκε τόσο δυνατά ώστε ακούστηκε μέχρι το χωριό. Στο διάβα του 
το τέρας κατέστρεφε οτιδήποτε έβρισκε μπροστά του. Ο ίδιος ο βοσκός νόμιζε πως κάθε φορά που το τέρας πάταγε τη γη τόσο αυτή μάτωνε. Τέ-
λος, έφτασε μπροστά στη γούρνα και έσκυψε να πιει νερό. 
           Το τέρας όμως αδυνατούσε να πιεί το νερό, γιατί ήταν αλμυρό και 
εξαιρετικά άνοστο. Αηδιασμένο, σήκωσε ψηλά το κεφάλι και τότε είδε το 
βοσκό πάνω στο δέντρο. Το τέρας άνοιξε το πελώριο στόμα του για φάει 
τον Μανουρά, αλλά εκείνος δίχως να χάσει άλλο χρόνο τέντωσε το τόξο 
του και η σαΐτα  καρφώθηκε στο λαιμό του.
             Το θεριό άρχισε να μουγκρίζει, να παραπατάει και να χτυπάει 
με την ουρά του γύρω- γύρω από την πηγή, χωρίς όμως κανένα αποτέλε-
σμα. Καθώς οι δυνάμεις του το εγκατέλειπαν, το θεριό κατευθύνθηκε 
προς τη φωλιά του. Κοντά στη φωλιά του όμως υπήρχε ένα φαράγγι και 
το τέρας παραπατώντας  έπεσε μέσα. Οι μύγες έφαγαν το κουφάρι του γι’ 
αυτό εκείνος ο τόπος ονομάζεται από τότε το φαράγγι της Μύγας.
             Έτσι, τελείωσε η φοβερή περιπέτεια με το θεριό της Ζώμιθος, ο 
Μανουράς κέρδισε το σεβασμό όλων των συγχωριανών του και ότι του εί-
χαν τάξει κι όλα ξαναγύρισαν στον κανονικό τους ρυθμό.

Το συγκεκριμένο λαϊκό παραμύθι αφορά την πανάρχαια πηγή της Ζώ-
μιθος κοντά στα Ανώγεια Μυλοποτάμου (Ρεθύμνης).
Πριν από πολλά χρόνια αυτή η πηγή δρόσιζε τους διαβάτες, τους προ-
σκυνητές που επισκέπτονταν τα τοπικά μοναστήρια και βοηθούσε τους 
βοσκούς να ξεδιψάσουν τα ζωντανά τους.

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Νανοδιηγήματα σε 140 χαρακτήρες


Ελπίδα! Ελπίδα φώναξα με απόγνωση. Εκείνη όμως με αγνόησε επιδεικτικά. Άνοιξε, την πόρτα, χάθηκε, με παράτησε ολομόναχο μέσα στην τρικυμία.

Η τραγουδίστρια κοίταξε το κοινό μα δεν μπόρεσε να τραγουδήσει. Οι ουσίες τις έκαιγαν το στομάχι. Το κορμί της έπεσε, η ψυχή άφησε το κορμί.

Ο Αντώνης σήκωσε το χέρι του ψηλά στον ουρανό για μια τελευταία φορά. Ήθελε βοήθεια από πάνω. Μολαταύτα ο Ύψιστος τον αγνόησε.

Ο Γιάννης  διάβηκε το δάσος των χαμένων ψυχών και η ψυχή του έφυγε από το σώμα, πήγε σε άγνωστα μέρη, μέρη που ο ζωντανός ποτέ δεν γνώρισε.

Ο κ. Χαρίλαος άκουσε έναν έντονο ήχο σαν γρατζούνισμα να έρχεται από το υπόγειο του σπιτιού. «Αρουραίοι», είπε γνωρίζοντας καλά ότι το σπίτι δεν είχε τρωκτικά.

Ο πιστολέρο τράβηξε την σκανδάλη αυτόματα, χωρίς να σκεφτεί. Η σφαίρα βρήκε κατάστηθα τον άνδρα. Ο μεξικανός είχε πια πεθάνει.

Ο στρατιώτης πήρε το πιστόλι. Κοίταξε τον ουρανό, βλέπετε είχε βαρεθεί να σκοτώνει χωρίς λόγο. Γέλασε και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

"Η ζωή είναι σαν τη ρόδα", σκέφτηκε ο Κινέζος. Αύριο θα άνοιγε ξανά το μαγαζί. Ίσως, τα πράγματα να πήγαιναν καλύτερα.... 

Και η κοπέλα σύναψε σχέση με κάποιον άλλον, γιατί απλά ο Μιχάλης φοβήθηκε να πεις πως την αγάπησε ολόκαρδα.......

Ο κύριος Χ χτύπησε την κα Ελένη στην πλάτη. Αυτό ήταν και το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να κάνει..........

Και ο πόνος της γυναίκας ήταν αβάσταχτος. Οίμωζε γιατί είχε χάσει κάτι πολύτιμο. Είχε χάσει την τσάντα με το ένα εκατομμύριο ευρώ.....

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης


Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Σκανδιναβική μυθολογία


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο όρος σκανδιναβική μυθολογία, ή μυθολογία των Βίκινγκ συνδέεται με την προχριστιανική θρησκεία, τους μύθους, τις πίστεις και δοξασίες των Σκανδιναβών και περιλαμβάνει εκείνες τις φυλές που εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία, όπου συγκεντρώθηκαν οι γραπτές πηγές για το μυθολογικό υλικό. Είναι η γνωστότερη εκδοχή της αρχαιότερης κοινήςγερμανικής μυθολογίας, η οποία περιλαμβάνει επίσης την σχετική αγγλοσαξονική μυθολογία. Η γερμανική μυθολογία με τη σειρά της αναπτύχθηκε από μία αρχαιότερηινδοευρωπαϊκή θρησκεία με ανάλογο μυθολογικό υλικό.
Η σκανδιναβική μυθολογία είναι μια συλλογή πίστεων και μύθων που τις μοιράζονταν από κοινού οι βόρειες γερμανικές φυλές και όχι κάποια αποκαλυπτική θρησκεία, από την άποψη ότι δεν υπάρχει κάποιος ισχυρισμός θεοπνευστίας στα ιερά τους κείμενα. Το μυθολογικό υλικό μεταβιβαζόταν προφορικά στο μεγαλύτερο τμήμα της εποχής των Βίκινγκ. Η γνώση μας για αυτή την περίοδο βασίζεται κυρίως στις Έντα και άλλα μεσαιωνικά κείμενα γραμμένα μετά των εκχριστιανισμό των βόρειων λαών.
Στη σκανδιναβική παράδοση οι αρχαίες πίστεις και διατηρήθηκαν επί μακρόν στις μη αστικές περιοχές, όπου ορισμένες παραδόσεις επιβιώνουν ακόμη και σήμερα, ιδιαίτερα στο νεοπαγανιστικό κίνημα Αζατρού και τον Οντινισμό. Στα βόρεια πλάτη η σκανδιναβική μυθολογία είναι σημαντικός παράγων λογοτεχνικής έμπνευσης, θεατρικής και κινηματογραφικήςπαραγωγής.

Κεντρικές δοξασίες 

Στη σκανδιναβική μυθολογία το Σύμπαν αποτελείται από τρία επίπεδα που χωρίζονται το καθένα σε άλλα τρία, δίνοντας συνολικά εννέα «κόσμους». Ο καθένας συγκρατείται στη θέση του από ένα κλαδί του Υγκντράσιλ, του Παγκόσμιου Δένδρου. Τα τρία βασικά επίπεδα είναι το Χελ, το Μίντγκαρντ και το Άσγκαρντ, δηλαδή η Γη των Νεκρών, η Γη των Ανθρώπων και η Γη των Θεών. Ωστόσο υπάρχουν και άλλα όντα: οι Νάνοι, τα Ξωτικά του Φωτός, οι Γίγαντες, τα Ξωτικά του Σκότους κλπ. Ακόμα και οι Θεοί είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες, τους Βανίρ (θεοί της γονιμότητας) και τους Εσίρ (θεοί του πολέμου). Αν και οι δύο φατρίες των θεών πολέμησαν μεταξύ τους, τελικά επήλθε ειρήνη στο Άσγκαρντ και ο Οντίν –αρχηγός των Εσίρ– αναγνωρίστηκε ως πατέρας και κεφαλή όλων. Για να διασφαλιστεί αυτή η ηρεμία οι Εσίρ και οι Βανίρ αντάλλαξαν ομήρους. Ένας από αυτούς ήταν και ο πάνσοφος Μιμίρ των Εσίρ, με τον οποίον οι Βανίρ εξοργίστηκαν και του έκοψαν το κεφάλι. Ο Οντίν το ταρίχευσε και το τοποθέτησε δίπλα στο Σιντριβάνι του Μιμίρ, μία πηγή νερού από την οποία όποιος έπινε αποκτούσε απέραντη σοφία (όπως ο ίδιος ο Μιμίρ). Έτσι σε περίπτωση κρίσης ο πατέρας των θεών συμβουλεύεται το ασώματο κρανίο.
Παρόλο που οι θεοί είναι ανώτεροι όλων των προαναφερόμενων πλασμάτων δεν είναι αθάνατοι και πρόκειται να αφανιστούν στη συντέλεια του κόσμου, το Ράγκναροκ: μία εποχή όπου ένας βαρύς χειμώνας θα καλύψει τη Γη, η βία θα κυριαρχήσει, ο λύκος Φένριρ θα καταπιεί το φεγγάρι και τον Ήλιο και τελικά η ζωή θα χαθεί. Η πραγματικά ανώτατη δύναμη είναι οι Νόρνες (αντίστοιχες με τις ελληνικές Μοίρες), οι οποίες αντιπροσωπεύουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ακόμα και οι κάτοικοι του Άσγκαρντ υπακούν στις Νόρνες.
Όσον αφορά τον Οντίν, ο οποίος ονομάζεται και Γκρίζος Θεός, υπάρχουν πολλές ιστορίες που τον αναφέρουν. Όταν ο κόσμος και ο ίδιος ήταν νέοι, και ενώ οι Εσίρ πολεμούσαν ακόμα με τους Βανίρ, ο Οντίν αποζήτησε δύναμη. Έτσι προσφέρθηκε να θυσιάσει το δεξί του μάτι στον Δράκο, φρουρό του Σιντριβανιού του Μιμίρ, ώστε να μπορέσει να πιει από την πηγή. Από τότε έμεινε μονόφθαλμος αλλά και πάνσοφος, ενώ η δύναμη του Σιντριβανιού του χαρίζει ισχυρή όραση στο μοναδικό του μάτι. Μία άλλη, παρόμοια αλλά πιο επώδυνη θυσία που έκανε ήταν να κρεμαστεί από ένα κλαδί του Παγκόσμιου Δένδρου. Για εννέα ημέρες και εννέα νύχτες τυραννιόταν από τον πόνο, μέχρι που με τεράστια προσπάθεια της θέλησής του κατάφερε να διαβάσει τους μαγικούς ρούνους που είχε σκαλίσει στο μπαστούνι του και το οποίο είχε αφήσει στη βάση του Δένδρου (οι ρουνικοί φθόγγοι θεωρούνταν πως διέθεταν υπερφυσικές και μαγικές δυνάμεις). Έτσι ξαναγεννήθηκε αθάνατος και –έχοντας πιει και από το Σιντριβάνι του Μιμίρ– έγινε αρχηγός όλων των θεών φέρνοντας την ειρήνη στο Άσγκαρντ, καθώς και αιώνιος άρχοντας του πολέμου, της ποίησης, της μαγείας και της σοφίας.
Ωστόσο οι Νόρνες έχουν ήδη πει πως ο Οντίν πρόκειται να πεθάνει κατά το Ράγκναροκ και ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε θα τελειώσει. Αλλά ο Γκρίζος Θεός, δείχνοντας την αληθινή ηθική του πολεμιστή, σκοπεύει να μάχεται μέχρι το τέλος. Έτσι έχει διατάξει τις εννέα φτερωτές κόρες του, τις Βαλκυρίες, να συλλέγουν από τα πεδία της μάχης του Μίντγκαρντ τα πνεύματα των νεκρών ηρώων και να τους μεταφέρουν στη Βαλχάλλα –το παλάτι των Εσίρ στο Άσγκαρντ, χτισμένο από τους δύο αδελφούς Γίγαντες Φάφνερ καιΦασόλτ. Εκεί, την ημέρα οι γενναίοι πολεμιστές μάχονται μεταξύ τους και τη νύχτα οι Βαλκυρίες τούς ταΐζουν υδρόμελι για να θεραπεύουν τις πληγές τους, μία αιώνια προπόνηση ώστε να επιτεθούν κάποτε στα όντα που θα επιφέρουν τη συντέλεια του κόσμου. Είναι ο στρατός του Οντίν που θα πολεμήσει μόνο μία φορά, στο Ράγκναροκ, όπου ο ίδιος ο Γκρίζος Θεός πρόκειται να πέσει.
Άλλοι σημαντικοί θεοί της σκανδιναβικής μυθολογίας είναι η Φρίγκα, προστάτιδα της οικογενειακής εστίας και του γάμου, σύζυγος του Οντίν. Ακόμα ο Λόκι, θεός της απάτης, οΘωρ, θεός του κεραυνού, και η Φρέγια, θεά του έρωτα και όμηρος των Εσίρ από τους Βανίρ. Δημοφιλής είναι και ο Μπόλντερ, γιος του Οντίν και ευγενής θεός του φωτός ο οποίος δολοφονήθηκε χωρίς ιδιαίτερο λόγο από τον Λόκι. Οι υπόλοιποι Εσίρ εξοργίστηκαν και φυλάκισαν τον τελευταίο, λέγοντας πως θα απελευθερωθεί μόνο κατά το Ράγκναροκ. Ο Χοντ, τυφλός θεός του χειμώνα που ακούσια σκότωσε τον Μπόλντερ ξεγελασμένος από τον Λόκι, βρήκε τελικά τον θάνατο στα χέρια του Βάλι –νεότερου γιου του Οντίν που γεννήθηκε αποκλειστικά για να εκδικηθεί τη δολοφονία του θεού του φωτός.

Πηγές

Το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της μυθολογίας πέρασε ως εμάς προφορικά, και ένα μεγάλο μέρος της έχει χαθεί. Όμως, ένα τμήμα της καταγράφηκε από χριστιανούς, ιδιαίτερα οιΈντα και οι Χαϊμσκρίνγκλα που αποτυπώθηκαν από τον από τον Σνόρρι Στούρλουσον, που απέρριψε τη θέση ότι οι προχριστιανικές θεότητες ήταν διάβολοι. Υπάρχει επίσης τοδανέζικο Gesta Danorum από τον Σάξωνα Γραμματικό, (Saxo Grammaticus), στο οποίο οι θεοί της σκανδιναβικής μυθολογίας παρουσιάζονται με τρόπο ευημεριστικό.
Η Νεώτερη Έντα γράφτηκε κατά τον 13ο αιώνα. Στον υλικό της περιλαμβάνονται παραδοσιακά παραμύθια, που σχημάτισαν την βάση πρότυπων ποιητικών εκφράσεων. Συγγραφέας της Νεώτερης Έντα ήταν ο Σνόρρι Στούρλουσον, ο γνωστός Ισλανδός φυλετικός αρχηγός, ποιητής και διπλωμάτης.
Η Αρχαία Έντα (γνωστή επίσης και ως Ποιητική Έντα) γράφτηκε περίπου 50 χρόνια αργότερα. Περιλαμβάνει 29 μεγάλα ποιήματα, από τα οποία 11 ασχολούνται με τις γερμανικέςθεότητες και τα υπόλοιπα με θρυλικούς ήρωες σαν τον Σιγκούρντ τον Βόλσουνγκ, τον Ζίγκφριντ της γερμανικής εκδοχής του Τραγουδιού των Νιμπελούνγκεν. Αν και η ακαδημαϊκή έρευνα υποδεικνύει ότι γράφτηκε πιθανώς αργότερα από τις άλλες Έντα, την αποκαλούμε Αρχαία Έντα εξαιτίας της αρχαιότητας του περιεχομένου της.
Εκτός από αυτές τις πηγές, υπάρχουν μύθοι που ασχολούνται με τη σκανδιναβική παράδοση και εκατοντάδες τοπωνύμια που φέρουν ονόματα θεών. Κάποιες ρουνικές επιγραφές όπως ο Λίθος του Ροκ και το φυλακτό του Κβίνεμπαϊ, έχουν αρκετές αναφορές στη μυθολογία. Υπάρχουν επίσης αρκετά επιγραφικά στοιχεία που απεικονίζουν μορφές όπως ο Θωρ, σκηνές από τη Βολσούνγκα, ο Οντίν κ.α. Στην Δανία ανακαλύφθηκε ένας λίθος που απεικονίζει τον Λόκι.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Η Εντολή της Τζώρτζια των ΗΠΑ: Να αφανιστεί το 93% του πληθυσμού της γης .H ιστορία του Μνημείου του Θανάτου!

Στην πολιτεία Τζώρτζια των ΗΠΑ υπάρχει ένα πέτρινο δημιούργημα από 6 πλάκες βάρους άνω των 100 τόνων, το οποίο μιλάει για έλεγχο της αναπαραγωγής και μείωση του πληθυσμού της γης... κάτω από τα 500 εκατ....!!!
Αυτές οι τεράστιες γρανιτένιες πλάκες με τις δέκα εντολές της νέας εποχής που ζούμε τώρα, δημιουργούν πολλά ερωτηματικά και αποτελούν σημείο συναντήσεων, συγκρούσεων και φυσικά τουριστική ατραξιόν.
Όλα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του .....
1979 όταν ένας καλοντυμένος γκριζομάλλης κύριος φτάνει στην περιοχή και αναζητά εταιρεία με γρανίτες. Καταλήγει στην «Έλμπερτον» και... συστήνεται ως R.C. Christian. Εξηγεί στον διευθυντή της εταιρείας, Τζο Φέλντι το μεγαλεπήβολο σχέδιο του.


«Θέλω να κατασκευάσετε τεράστιες λίθινες στήλες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά» του τόνισε και όπως ήταν φυσικό ο διευθυντής της «Έλμπερτον» τον θεώρησε τρελό. Προσπάθησε να τον ξεφορτωθεί με διάφορες δικαιολογίες και αφού ακόμα και η υπέρογκη χρέωση δεν φάνηκε να τον προβληματίζει τον έστειλε για εγγυήσεις στην τράπεζα.
Εκεί ο μυστηριώδης ξένος συναντά τον Γουάτ Μάρτιν. «Μπήκε στο γραφείο μου ένας άντρας εξαιρετικά κομψός, με ένα πολύ ακριβό κοστούμι, που ήθελε να κάνει μια πολύ σοβαρή επένδυση και ζητούσε συνεργασία με την τράπεζα μας.
Στην αρχή τον πήρα στα σοβαρά, όταν όμως άκουσα το σχέδιο του, του είπα: Αφού έχει λεφτά για πέταμα γιατί δεν τα ρίχνεις από το παράθυρο;
Ο Κρίστιαν επέμενε. Μου εξήγησε πως πίσω από την ιδέα υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που δούλευε επί 20 χρόνια (!!!!!) και ότι υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα γι'αυτόν τον σκοπό σε διάφορες τράπεζες της χώρας που θα μεταφέρονταν στη δική μας. Για να γίνει κάτι τέτοιο όμως έπρεπε τουλάχιστον εγώ να γνωρίζω τα αληθινά στοιχεία της ταυτότητας του. Έτσι καταλήξαμε σε μια συμφωνία, με δέσμευση από την πλευρά μου πως δεν θα αποκαλύψω ποτέ ποιος είναι ο Κρίστιαν.


Και δεν την παραβίασα ποτέ μέχρι σήμερα» δήλωσε ο 78χρονος πλέον Μάρτιν.
Από εκεί και πέρα η κατασκευή του έργου προχώρησε γρήγορα. Αγοράστηκε ο χώρος και όταν υπογράφηκε το συμβόλαιο ο Κρίστιαν εξαφανίστηκε για πάντα.
Οι αντιδράσεις άρχισαν πριν καν ολοκληρωθεί το γρανιτένιο μνημείο ενώ αλλόκοτες ιστορίες ξεπήδησαν για το τι ακριβώς είναι και ποιος το δημιουργεί.
Ο εργάτης που χάραξε τις πλάκες μιλάει για φωνές και μουσική που άκουγε την ώρα που δούλευε. Τελικά στις 22 Μαΐου 1980 παρουσία περίπου 100 ατόμων γίνονται τα αποκαλυπτήρια.
Ο κόσμος είδε για πρώτη φορά το έργο που το αποτελούσε μια κεντρική στήλη περίπου έξι μέτρων με τέσσερις πλάκες γύρω της και σαν κορωνίδα πάνω τους μια πλάκα σε σχήμα παραλληλόγραμμου.


Αν το δημιούργημα ήταν περίεργο τότε η πρώτη εντολή που μιλούσε για μείωση του πληθυσμού στα 500 εκατ. προκάλεσε φρίκη μια και θα έπρεπε να αφανιστούν περίπου 4 δισεκατομμύρια ψυχές (σύμφωνα με τον τότε πληθυσμό του πλανήτη). Η δεύτερη εντολή με τα περί ελέγχου της αναπαραγωγής έφερε εύλογα στο μυαλό της ιδέες του Ναζισμού ενώ η τρίτη για μια κοινή γλώσσα παρέπεμπε στην παγκοσμιοποίηση.
Γενικότερα το μήνυμα αποτελείται από δέκα οδηγίες, οι οποίες είναι χαραγμένες σε οκτώ σύγχρονες γλώσσες (Αγγλικά, Ισπανικά, Σουαχίλι, Χίντι, Εβραϊκά, Αραβικά, Κινέζικα, και Ρώσικα), ενώ ένα μικρότερο μήνυμα είναι επίσης χαραγμένο στην κορυφή της κατασκευής, σε τέσσερα αρχαία συστήματα γραφής: Βαβυλωνιακά, Αρχαία Ελληνικά, Σανσκριτικά και Αιγυπτιακά Ιερογλυφικά.!!!


Στο Ελληνικό κείμενο αναγράφεται : «Οίτε οι λίθοι την οδόν δεικνύντων οιώνι σωφροσύνης» (Ας είναι αυτοί οι λίθοι οδηγοί στην οδό μιας εποχής σωφροσύνης).
Πέραν των έξι πλακών, που ζυγίζουν πάνω από 100 τόνους συνολικά, σε μικρή απόσταση βρίσκεται μια ακόμα τοποθετημένη η οποία παρέχει ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με την ιστορία και τον σκοπό των «Κατευθυντήριων Λίθων». Αναφέρει επίσης πως από κάτω της βρίσκεται θαμμένη μια κάψουλα με ιστορικές πληροφορίες κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί.


Αξίζει να σημειωθεί είναι ότι οι πλάκες είναι ευθυγραμμισμένες αστρονομικά. Στον κεντρικό λίθο, υπάρχει μια τρύπα σε γωνία 34μοίρες, η οποία «δείχνει» τον North celestial pole (Βόρειος ουράνιος πόλος), και το βόρειο αστέρι είναι πάντα ορατό, συμβολίζοντας τη σταθερότητα και τον προσανατολισμό με τις δυνάμεις της φύσης.
Η σχισμή στον κεντρικό πάλι λίθο, σχηματίζει ένα παράθυρο που ευθυγραμμίζει με τις θέσεις της ανατολής του ηλίου το καλοκαίρι, όπως επίσης και με τα χειμερινά. Το δημιούργημα λειτουργεί επίσης σαν ηλιακό ρολόι.
Το μυστήριο που καλύπτει τις συνθήκες δημιουργίας του μνημείου προκάλεσε έρευνες και πολλά είναι τα σενάρια που κυκλοφορούν.


Η επικρατέστερη εκδοχή αναφέρει πως κατασκευαστές είναι η εκκλησία των «Ροδόσταυρων». Το RC στο ψευδώνυμο του μυστηριώδη R.C.Christian από πολλούς εξηγείται σαν «Rosicrucian», δηλαδή «Ροδόσταυρος».
Σε άρθρο του ο δημοσιογράφος Βαν Σμιθ τονίζει πως μετά από ενδελεχή έρευνα όλα δείχνουν ότι πίσω από την κατασκευή των «Κατευθυντήριων Λίθων» βρίσκεται ο ιδρυτής του CNN, Τεντ Τέρνερ που ίσως μάλιστα να είναι και ο R.C.Christian. Επίσης παρουσιάζει στοιχεία που συνδέουν το δημιούργημα στην Τζώρτζια με το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο το Μπούρι Καλιφά στο Ντουμπάι.


Επίσης, με αναφορά σ' αυτό το περίεργο μνημείο ξεκινάει και τελειώνει η ταινία-ντοκιμαντέρ«Endgame: Blueprint for global enslavement», του ανεξάρτητου Αμερικάνου δημοσιογράφου Άλεξ Τζόουνς, η οποία κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2006.
Όπως είναι φυσικό τα μηνύματα στις πλάκες έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ενώ το μνημείο έχει πέσει πολλές φορές «θύμα» βανδαλισμού.
Μάλιστα υπήρξαν και κάποιοι που απαίτησαν να καταστραφεί η «ταφόπλακα της ανθρωπότητας» αλλά η πολιτεία απέρριψε το ενδεχόμενο καθώς πάνω απ' όλα αποτελεί μια πηγή που αναβλύζει δολάρια καθώς χιλιάδες τουρίστες συρρέουν κάθε χρόνο στην πολιτεία για να δουν το αμερικάνικο Στόουνχετζ.