Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 39


    »Ο χρόνος κύλησε γοργά για τα επόμενα έξι χρόνια. Ο Γκραήλ πια είχε γίνει ένας σεβάσμιος μοναχός. Όλοι στην γύρω περιοχή σέβονταν τη μορφή του. Κατά κάποιον τρόπο έδειχνε να έχει εξιλεωθεί για το αμάρτημα που είχε διαπράξει. Ο διττός φόνος δεν είχε σβηστεί από το μυαλό, μα μέσα του ένιωθε καλύτερα. Από τότε που είχε λάβει χώρα η καύση της βασίλισσας δεν υπήρχαν άλλες μομφές για τον μοναχό. Για να ξεχάσει το παρελθόν του είχε αλλάξει ακόμα και το όνομά του. Ονομαζόταν πια Ιωάννης.
     Μια μέρα λοιπόν ενώ περπατούσε ο μοναχός Ιωάννης στον περίβολο της μονής ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν γέροντα. Το ηλιοκαμένο πρόσωπο, οι ρυτίδες και η μακριά άσπρη γενειάδα φανέρωναν την ηλικία του. Ήταν μεγάλος για τον Έσω Κόσμο. Ήταν μεγάλος για όλους τους κόσμους.
    Μίλησε σοφά, μίλησε ανθρώπινα. Θρυλείται πως έδωσε συγχώρεση στον άνδρα και του ζήτησε να τον ακολουθήσει σ’ ένα ταξίδι προς την ιεροσύνη.  Συγκεκριμένα, του ζήτησε να βαδίσει μαζί του πάνω στο μονοπάτι των ψυχών. Αν κατάφερναν να φτάσουν στο τέλος, τότε θα μάθαινε το υπέρτατο μυστικό των μοναχών. Ο Ιωάννης θα μάθαινε την τέχνη της μεταμόρφωσης σε δράκο.
     Για τρις μέρες προσευχήθηκε στο Δημιουργό ζητώντας του να του δώσει μια απάντηση σχετικά με το ζήτημα που τον ταλάνιζε. Έπρεπε να πάει μαζί με τον γέροντα ή όχι;
      Ο Ύψιστος απήντησε στις εκκλήσεις του ιερωμένου. Να βάδιζε πάνω στο μονοπάτι των ψυχών, αλλά να πρόσεχε γιατί ο διάβολος θα εμφανιζόταν πάμπολλες φορές με σκοπό να διαβάλλει τον ίδιο και να τον οδηγήσει στον οριστικό χαμό, στο χάσιμο της επαφής με το Θεό.
      Φορώντας το μαύρο του ράσο ο νεαρός άνδρας οδηγήθηκε από τον μυστήριο γέροντα σε μια διαδρομή που ελάχιστοι είχαν αποπειραθεί να περπατήσουν. Συνολικά μονάχα τέσσερις άνδρες κατόρθωσαν να φτάσουν στο τέρμα της διαδρομής χωρίς να απολέσουν τα λογικά τους είτε να γοητευτούν από τους θησαυρούς και τις πανέμορφες αιθέριες υπάρξεις που παρέσερνε τους άρρενες σε ηδονικά παιχνίδια.
    »Όταν η ξακουστή πανσέληνος σηκώθηκε στον ουρανό για να φωτίσει την πλάση του δημιουργού η παράξενη συντροφιά έφτασε σ’ ένα δάσος από οξιές. Μέσα από την καρδιά του άλσους ακούγονταν φρικιαστικές στριγκλιές. Ο γέρος εξήγησε ότι όφειλαν να περάσουν πρώτα το δάσος κι ύστερα θα ξεκουράζονταν.
       Προχώραγαν ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές . Οι ήχοι των κουκουβαγιών μαζί με τα κοράκια τους άφηναν μια πικρή αίσθηση για το τι ακριβώς θα συνέβαινε. Ίσως, ένας από τους δύο να άφηνε αυτόν τον κόσμο ή ίσως και όχι. Ένα πράγμα ήταν σίγουρο μόνο, ότι μετά το ταξίδι ο Γκραήλ δεν θα ήταν ο ίδιος.
       Όταν έφτασαν σ’ ένα ξέφωτο στα έγκατα του άλσους οι στριγκλιές σταμάτησαν. Αντικαταστάθηκαν από γυναικείες φωνές που καλούσαν τον άνδρα σε διάφορα παιχνίδια σαρκικών ηδονών. Η αγγελικά φωνή της γυναίκας είναι αλήθεια πως δεν άφησε ανέγγιχτη την καρδιά του ικανότατου άνδρα. Μάλιστα θύμιζε πολύ μια οικία φωνή.
       Παρά τις φωνές του γέροντα με την κάτασπρη γενειάδα ο μοναχός Ιωάννης στράφηκε προς εκείνη την ύπαρξη με τη μαγευτική φωνή. Τα πουλιά που προμήνυαν το θάνατο είχαν πάψει να κράζουν. Ίσως, ο άνδρας να είχε κάνει την σωστή επιλογή.
      Έτρεξε αρκετά ανάμεσα από τα δέντρα μέχρι να αντικρίσει την γυναίκα. Είχε κορμί σμιλευμένο από τον ίδιο τον Δημιουργό. Το γαλάζιο μαλλί της φώτιζε κάπως μέσα στο σκοτάδι, ενώ τα μάτια της είχαν ένα μαγευτικό χρυσό χρώμα. Για κάποιο λόγο ο Γκραήλ πίστεψε πως ήταν η ωραιότερη γυναίκα που είχε συναντήσει. Είχε δίκιο, καθώς μπροστά του στεκόταν η θρυλική Λίλιθ, η γυναίκα και σύζυγος του αφέντη του βασιλείου του Ερέβους…….   

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου