Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 40


       Ο μοναχός πλησίασε εκστασιασμένος την πανέμορφη γυναίκα ελπίζοντας ολόκαρδα να γευτεί τα θεσπέσια χείλη της. Αντίθετα, ο γέροντας που έστεκε δίπλα του προσπαθούσε να τον συγκρατήσει μάταια από το λάθος που πήγαινε να διαπράξει. Αν φίλαγε την Λίλιθ, τότε θα μαρμάρωνε παντοτινά και η περιπλάνηση στο μονοπάτι των ψυχών θα τελείωνε άδοξα.
        »Ο γηραιός συνοδοιπόρος του Γκραήλ τον χτύπησε με μια μαγκούρα ευελπιστώντας πως αυτό το χτύπημα θα επανέφερε στο δρόμο της λογικής και της νηφαλιότητας. Τα μάγια όμως της σειρήνας είχαν τυλίξει τον μοναχό Ιωάννη τόσο σφιχτά ώστε αδυνατούσε να αντιληφθεί οτιδήποτε. Για εκείνον υπήρχε μοναχά η πανέμορφη καλλονή με τα γαλάζια μαλλιά που ανέμιζαν μέσα στο σκοτάδι λαμπυρίζοντας σαν πυγολαμπίδα.
          Εκεί περίμενε να της ακουμπήσει τα χείλη, για να εκπληρώσει την αποστολή του αφέντη της. Όλα μέχρι στιγμής οδηγούνταν στη σωστή κατεύθυνση. Ο κρατερός άνδρας θα έπεφτε στην απλοϊκή παγίδα των συνωμοτών.
         Ξαφνικά, μέσα από το σκότος ξεπετάχτηκε μια κουκουβάγια. Στάθηκε μπροστά από το μοναχό Ιωάννη και προς έκπληξη όλων μεταμορφώθηκε σε μάγο. Φορούσε γκρίζο καπέλο και γκρίζο μανδύα. Είχε μακριά γένια που έφταναν μέχρι το χώμα. Τέλος, ήταν κοντός καθώς δεν ξεπερνούσε στο ύψος ένα παιδί στα πρώτα τρυφερά χρόνια της εφηβείας.
        Με αρχέγονες λέξεις που είχαν να ειπωθούν από την εποχή που άρχοντες του Έσω Κόσμου ήταν οι Πρόγονοι συνομίλησε με τη δαιμονική σειρήνα. Λόγια πρωτόγνωρα λέχθηκαν. Ακόμα κι ο γέροντας που είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι αδυνατούσε να αντιληφθεί πολλά από τα λεγόμενα των δύο.
        Όταν είχε αρχίσει η συζήτηση των δυνάμεων που πρέσβευαν το καλό και το κακό στο άλσος είχε απλωθεί μια νεκρική σιωπή. Παράλληλα, μια έντονη μυρωδιά θανάτου και νεκρής σάρκας έβγαινε μέσα από τη γη. Μάλιστα, θρυλείται πως το χρώμα του χώματος έγινε έντονο κόκκινο. Όλη η πλάση είχε ετοιμαστεί για τη μάχη που θα ακολουθούσε. Η συντροφιά των ανδρών ήλπιζε να βγει ζωντανή από το δάσος και μάλλον θα έβγαιναν, επειδή μπροστά τους στεκόταν ο θρυλικός Ερίκθο. Η Λίλιθ είχε να αντιμετωπίσει έναν ιδιαίτερα δυνατό αντίπαλο. Η μάχη αναμενόταν σκληρή.
        Με μια απότομη κίνηση η γυναίκα αιωρήθηκε στον αέρα πετώντας πύρινες λαίλαπες από το στόμα της. Ο μάγος αμέσως απάντησε εκτοξεύοντας από τα ακροδάχτυλα των χεριών πίδακες νερού. Η αντίδραση των δύο φυσικών στοιχείων προκάλεσε την παραγωγή ατμών και στη συνέχεια ομίχλης.
        Τόσο ο Ιωάννης όσο και ο γέροντας δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη μάχη. Με δυσκολία κρύφτηκαν πίσω από ένα δέντρο. Αυτό θα ήταν η μάχη έναντι στα ξόρκια των δύο μονομάχων.
         Ένα δέντρο κόπηκε στη μέση. Με μαεστρία έγινε παλούκι κι εκσφενδονίστηκε προς το βορρά. Μια οιμωγή ακούστηκε. Το έδαφος σείστηκε. Μέσα από την ομίχλη εμφανίστηκε ένας δράκος. Με τα γαμψά του νύχια επιτέθηκε στην γυναίκα με τα γαλάζια μαλλιά. Κατάφερε να της κόψει τον γοφό. Αναβλύζον αίμα πετάχτηκε στο έδαφος το οποίο με την πάροδο του χρόνου γινόταν ολοένα και πιο κόκκινο. Ίσως, είχε αντιληφθεί πως κάποιος σήμερα θα πέθαινε.
         Ο Γκραήλ τράβηξε το εγχειρίδιο που έκρυβε πάντοτε κάτω από το ράσο. Θα επιτιθόταν στην Λίλιθ. Την πλησίασε με αργά βήματα πισώπλατα. Εκείνη έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται την κίνηση του μοναχού Ιωάννη. Το εγχειρίδιο με την θανατηφόρα λεπίδα μπήχθηκε στην πλάτη της οπτασίας. Τότε ήταν που συνέβη κάτι απίστευτο. Ο χρόνος σταμάτησε για όλους εκτός από τον μοναχό Ιωάννη…….  
                
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου