Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 41


       To εγχειρίδιο είχε καρφωθεί στην πλάτη της. Προσπάθησε  να το τραβήξει, μα παρέμενε κολλημένο. Ο γιγάντιος δράκος είχε μαρμαρώσει με ολάνοιχτο το γιγαντιαίο σώμα που ετοιμαζόταν να ξεράσει φλόγες. Ο γέροντας κοκαλωμένος κι αυτός με κοίταζε σαν να προσπαθούσε να εκστομίσει μια ύβρις.
         Ξάφνου, ένα κρύο χέρι άγγιξε τον ώμο του επιτιθέμενου. Το άγγιγμα είχε κάτι αλλόκοτο. Ήταν λες και είχε εισχωρήσει στη ψυχή του Γκραήλ τρόμο. Γύρισε να κοιτάξει τον τύπο με το κρύο άγγιγμα.
         Ένα ουρλιαχτό τρόμου ξέφυγε από το στόμα του. Μπροστά του στεκόταν ο μέγας θεός πάνας. Είχε μυτερά κέρατα, τραγίσιο μούσι και τραγίσιο σώμα. Δεν ήταν πολύ κοντός. Το ύψος του ήταν περίπου ένα και εβδομήντα. Χαχάνιζε σατανικά χαϊδεύοντας το τραγίσιο μούσι.
         Η επιβλητική του παρουσία οδήγησε τον άνδρα στην πτώση. Ακούμπησε το κόκκινο έδαφος. Παρότι ο χρόνος σ’ εκείνη την γωνιά του κόσμου είχε σταματήσει μετά από τη διαταγή του Ύψιστου, γέμισε με αίματα. Το ράσο του έγινε κατακόκκινο, το ίδιο και κάθε τρίχα του σώματος.
       «Τι θέλεις;», ρώτησε ο άνδρας το πλάσμα.
       «Το κεφάλι σου», απήντησε χαχανίζοντας δαιμονικά.
        Κρύος ιδρώτας έλουσε το σώμα του μοναχού.
       «Ποιος είσαι;», ρώτησε τραυλίζοντας.
       «Νομίζω πως ξέρεις καλά ποιος είμαι μεγάλε. Είμαι ο ένας και μοναδικό Πάνας θνητέ», φώναξε ο θεός επιβλητικά.
       «Τι θέλεις από’ μένα;», ρώτησε ξανά ο Γκραήλ τραυλίζοντας.
       «Σου απάντησα θνητέ. Θέλω το κεφάλι σου. Τώρα, που έχει βαφτεί κιόλας με το αίμα θα είναι ευκολότερο να σε σκοτώσω. Πριν κάνω όμως αυτό θα ήθελα να σε ενημερώσω πως διέκοψες την ροή των καθορισμένων από τη μοίρα γεγονότα κι γι’ αυτό θα πεθάνεις. Η συγκεκριμένη μάχη που διεξαγόταν αφορούσε την Λίλιθ και τον μέγα μάγο Ερίκθο. Ήταν μια μάχη που θα καθόριζε γεγονότα σημαντικά για όλη την πλάση και ιδιαίτερα για τον Έσω Κόσμο. Δυστυχώς, εσύ ο ανόητος παρεμβλήθηκες και όσο να’ ναι προκάλεσες πολλά προβλήματα με το χτύπημα που επέφερες στην γυναίκα. Κοίτα, επειδή δεν θέλω να σε σκοτώσω αμέσως θα σου δώσω κάποιο χρόνο για να κρυφτείς στο δάσος. Θα έχει χαβαλέ να σε κυνηγήσω. Ξεκινάω το μέτρημα. Με το άκουσμα του αριθμού δεκαπέντε θα αρχινίσω το κυνήγι», είπε ο μέγας θεός πάν  φωνάζοντας.
         Ο Πάνας ξεκίνησε το μέτρημα. Ο Γκραήλ τρεκλίζοντας έψαξε να βρει μια κρυψώνα ώστε να μπορεί να σκεφτεί καθαρότερα τις κινήσεις του. Γνώριζε βέβαια, ότι ο συγκεκριμένος κυνηγός δεν είχε χάσει ποτέ θήραμα. Μοναχά με τις γυναίκες αντιμετώπιζε δυσκολίες όταν επεδίωκε κυρίως ερωτικές συνευρέσεις. Οι γυναίκες δεν χώνευαν τον Πάνα, γιατί ήταν βιαιότατος και κακάσχημος. Πάραυτα ήταν πιθανόν ο καλύτερος κυνηγός σε ολόκληρη την πλάση.
         Όταν έφτασε στον αριθμό δέκα αποφάσισε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το θήραμα κινιόταν με αργούς ρυθμούς. Για την ακρίβεια βρισκόταν σχεδόν μπροστά του. Ο μοναχός έδειχνε να αδυνατεί να τρέξει. Ο θεός πίστεψε πως η φρικώδης όψη του είχε μαρμαρώσει τον άνδρα από τον τρόμο. Έτσι, χωρίς να σκεφτεί καθαρότερα έδωσε περισσότερο χρόνο στον άνδρα. Επειδή ήταν κατά βάθος καλοκάγαθος θα μετρούσε μέχρι το εκατό.
         Ο Ιωάννης είχε σκεφτεί να αφήσει κάπου το ράσο, γιατί τον καθυστερούσε στο τρέξιμο. Συγχρόνως πίστευε πως θα ξεγελούσε τον παντοδύναμο θηρευτή. Ευτυχώς, η θεά τύχη τον είχε βοηθήσει αρκετά ώστε να κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Ίσως, αυτή η καθυστέρηση του Πάνα να του χάριζε τη ζωή.
         Ο κρατερός Γκραήλ συνέχισε να κινείται ανάμεσα στα δέντρα σε μια μεριά του κόσμου που ο χρόνος είχε σταματήσει…….

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου