Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 42


         Έστρεψε το κεφάλι του προς τας ανατολάς. Ο Πάνας είχε ξεκινήσει το κυνήγι καθώς δεν φαινόταν να βρίσκεται στο αρχικό σημείο. Ο Ιωάννης φοβόταν πως αν τον έπιανε ο κυνηγός, τότε όλα θα τελείωναν. Προσευχήθηκε στον Ύψιστο να τον βοηθήσει να σώσει το τομάρι του.
        Ο μεγάλος θεός Παν έπιασε το ράσο που είχε αφεθεί πάνω στα πουρνάρια. Πως είχε ξεγελαστεί από αυτό το παιδαριώδης τέχνασμα; Καταράστηκε τόσο τον εαυτό του όσο και τον Γκραήλ που είχε βρει το θράσος να τον κοροϊδέψει. Ο ιεροκήρυκας θα πλήρωνε για την αναίδειά του.
        Οι κατάρες του διώκτη τον τρόμαξαν. Έψαχνε να βρει ένα καταφύγιο για να σκεφτεί ηρεμότερα ποια κίνηση μπορούσε να επιφέρει θανατηφόρο τραύμα στον τερατόμορφο θεό. Είχε αντιμετωπίσει πάμπολλες φορές δυνατούς αντιπάλους, μα την φορά αυτή υπήρχαν τρομεροί κίνδυνοι που ελλόχευαν για να φάνε τη σάρκα του. Ίσως, κάπου μέσα στο δάσος να έβρισκε έναν σύμμαχο ικανό να γυρίσει την πλάστιγγα προς το μέρος του. Επιθυμία δύσκολη, μα όχι ακατόρθωτη. Αν πίστευε στη θεά τύχη εκείνη θα τον αντάμειβε.
        Κάπου ανάμεσα από τα βρύα και την πρασινωπή πατίνα του χρόνου φάνηκε ένας σκοτεινός χώρος. Προσεχτικά πλησίασα το στόμιο της σκοτεινής αβύσσου. Από μέσα ακούστηκαν επικίνδυνες ιαχές. Φοβήθηκε. Δεν ήθελε να μπει μέσα, μα ο πάνας που καιροφυλακτούσε έξω έπαιξε το δικό του καταλυτικό ρόλο. Οι ιαχές έπρεπε να πάψουν από το να ακούγονται μέχρι να βρει τη δύναμη να περιδιαβεί την είσοδο.  Όταν έπαψαν οι επικίνδυνοι ήχοι από το υποσυνείδητο περπάτησε προς το άγνωστο.
        Ο κυνηγός προχωρούσε ολομόναχος μέσα στο άλσος. Για κάποιο λόγο έδειχνε να μην βιάζεται να αρπάξει το θήραμά του. Σφύριζε ανέμελα, επειδή ήταν βέβαιος ότι όλα είχαν τελειώσει προτού καν βρει το θήραμα. Μάλλον γνώριζε ήδη όλα τα μέρη που θα κρυβόταν ο άνδρας. Κάλεσε ένα φίδι να τον βοηθήσει να σκοτώσει το μοναχό. Ο μέγας Πάν θεώρησε πως μονάχα ένα μικρό δηλητηριώδες φιδάκι θα έκανε τη δουλειά του. Έτσι, με τα μεγάλα κέρατα του να διακρίνονται πανεύκολα από οποιαδήποτε μεριά του άλσους περίμενε τον αγγελιοφόρο να φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα του θανάτου του Γκραήλ.
        Χωρίς να βλέπει συνέχισε να εισχωρεί βαθύτερα μέσα στην καρδιά της σπηλιάς. Κάπου κάπου άκουγε το τρεχούμενο νερό που πιτσιλούσε ποικίλα μέρη του πέτρινου τοιχώματος. Ίσως η υγρασία μαζί με τη μούχλα να ήταν υπεύθυνη για την αποπνικτική ατμόσφαιρα.
     »Όσο περπάταγε προς την καρδιά τόσο δυσκολευόταν να ανασάνει. Το στήθος του τον έκαιγε. Τα μάτια του έτσουζαν, ενώ ένιωθε τα χτυπήματα της καρδιάς να ελαττώνονται. Αργά ή γρήγορα ο εξόριστος θα έπαυε να αναπνέει.
        Πάτησε μια γλιστερή ουσία. Παραπάτησε. Το δεξί του χέρι τρυπήθηκε από το μυτερό πέτρωμα. Το σκίσιμο αύξησε τον τρόμο. Το σκίσιμο επέτεινε το κόψιμο του νήματος της ζωής.
        Εκεί, δίπλα στον πεσμένο άνδρα κουνήθηκε ο αποστολέας του Θεού. Το δηλητηριώδες φίδι περίμενε καρτερικά το σβήσιμο της ζωής του θύματος. Θεωρούσε ανόητο το άσκοπο τρύπημα, εφόσον ο Ιωάννης θα πέθαινε σε λίγο. Τα μπιρμπιλωτά μάτια που γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι αγνάντευαν εκστασιασμένα τον ετοιμοθάνατο.
       Η τραγόμορφη θεότητα σηκώθηκε από το τόπου όπου καθόταν. Με το αγέρωχο βλέμμα του ανθρώπου που γνώριζε κατά γράμμα τα τερτίπια της μοίρας  κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά. Ήταν σίγουρος πως όλα είχαν τελειώσει. Δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα και όμως το τετέλεσθαι   φάνταζε δεδομένο τουλάχιστον για εκείνον…..

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
                 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου