Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 46


        Καθώς αιωρούνταν πάνω από τον ερημότοπο  έβλεπε ολοκάθαρα την κατάντια της μεριάς αυτού του τόπου. Πέρα από το γεγονός ότι δεν έβλεπε κανένα ζωντανό οργανισμό υπήρχε και το άλλο σημαντικό πρόβλημα ότι κάθε γούρνα με νερό είχε βρωμίσει εντελώς με αποτέλεσμα να μην ήταν πόσιμο. Ίσως, μάλιστα αυτός να ήταν και ο λόγος για τον οποίο κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν είχε καταφέρει ποτέ να περιδιαβεί το μονοπάτι των ψυχών.
          Τα κρατερά φτερά του ογκώδους ερπετού είχαν αρχίσει να κουράζονται. Ίσως, έπρεπε να κατέβει στο έδαφος και να συνεχίσει με τα πόδια. Ωστόσο, τον προβλημάτιζε το γεγονός ότι στο ν ορίζοντα δεν κακοφαινόταν κανένα σημάδι πολιτισμού ή τουλάχιστον κάποια αλλαγή του τοπίου. Η καρδιά του σκίρτησε από το φόβο της αποτυχίας.
           Το ένα φτερό σταμάτησε να κουνιέται. Οι μυς από τον πόνο και την υπερπροσπάθεια δεν άντεξαν. Ο Γκραήλ αφέθηκε να πέφτει στο κενό. Βρήκε το έδαφος. Ο γδούπος που έβγαλε ακούστηκε σε ολόκληρη την πλάση. Ο ίδιος ο μοναχός Ιωάννης ένιωσε αφόρητο πόνο να τρυπά το πετσί του.
           Η καυτή άμμος έκαψε λιγάκι τα μάτια του. Για πρώτη φορά αφότου είχε μεταμορφωθεί σε δράκοντα ένιωσε αυτή την απαράμιλλη ζέστη. Κοίταξε ολόγυρα σε μια προσπάθεια να βρει μια σανίδα σωτηρίας. Αυτό που συνειδητοποίησε κοιτάζοντας   το τοπίο κάθε άλλο παρά θετικό δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
           Η αλήθεια που εμφανίστηκε επιτέλους μπροστά στα μάτια του τον συντάραξε ολόκληρο. Ακόμα και σαν δράκος δεν είχε διανύσει μεγάλη απόσταση. Ουσιαστικά είχε προχωρήσει το πολύ δύο με τρία χιλιόμετρα. Η αφόρητη ζέστη είχε δημιουργήσει παραισθήσεις και κυρίως μια έντονη ψευδαίσθηση ότι είχε διανύσει τεράστια απόσταση.
           Η άμμος μπορεί να τον πείραζε, μα την άφηνε να τρίβεται πάνω στο δέρμα του καθώς δεν τον ενδιέφερε. Πίστευε πως το τέλος είχε έρθει επιτέλους. Θρυλείται ότι είχε σκεφτεί μάλιστα να αυτοκτονήσει. Ο ισχυρός μοναχός είχε φτάσει ξανά μπροστά στην άβυσσο και αυτή τη φορά φαινόταν να έχει πάρει τη λάθος απόφαση. Αν χανότανε μέσα στο σκοτάδι του αγνώστου ίσως να εύρισκε επιτέλους την γαλήνη που αναζητούσε.
            Τότε ήταν, που ο κορυδαλλός στάθηκε για δεύτερη φορά στον ώμο του. Ήταν πραγματικά αλλόκοτο πως το πουλί αυτό ζούσε σ’ αυτόν τον ερημότοπο. Άνηκε στα θαύματα του Δημιουργού.
            Με το ακούμπημα του κορυδαλλού ο άνδρας ένιωσε πάλι δύναμη και θέληση να τον κατακλύζουν. Με τα τέσσερα δυνατά του πόδια σήκωσε το ογκώδες κορμί του. Στον ορίζοντα τώρα που έβλεπε καλύτερα κακοφαίνονταν χιόνια! Αν άντεχε λίγο ακόμα θα έσωνε τον εαυτό του.
            Με τον κορυδαλλό στο πλάι του μπόρεσε εύκολα να αιωρηθεί στον ουρανό. Δεν πετούσε με σιγουριά, μα γνώριζε πως στο τέλος θα έφτανε στα χιόνια που θα τον ανακούφιζαν από τα εγκαύματα. Οι ρίμες λένε ότι τα δάκρυα που έσταζαν από τα μάτια εξανεμίστηκαν και δημιούργησαν ένα σύννεφο βροχής για να δροσίσουν τον άνθρωπο που χαροπάλευε πάνω στον ουρανό.
           Κάπου μακριά, σε κάποιον άλλον κόσμο πάλι πάνω στο μονοπάτι των ψυχών η μάχη μεταξύ του μάγου και της Λίλιθ συνεχιζόταν και θα συνεχιζόταν μέχρι την αιωνιότητα, καθώς ο μοναχός Ιωάννης είχε ξεγελαστεί από την απεικόνιση των ψευδαισθήσεων. Πράγματι φάνταζαν αληθινές, μα άνηκαν όντως στην πραγματικότητα ή απλά ήταν ένα ταξίδι στον κόσμο της ψυχής, ένα ταξίδι σ’ ένα μονοπάτι ανάμεσα σε διάφορους κινδύνους. Αν έβγαινες από εκεί μέσα ζωντανός γινόσουνα απλά κάτι ανώτερο ή μήπως όχι;……


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου