Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 47


           Μετά από υπέρτατη προσπάθεια ο Ιωάννης έφτασε στην απαρχή του χειμερινού τοπίου. Το παγωμένο χιόνι έγινε ύδωρ μέσα σε δεύτερα. Η θερμότητα του  δράκοντα δημιούργησε μια ιδιόμορφη λίμνη. Το μεγάλο στόμα του δράκου άνοιξε και ήπιε όσο νερό μπορούσε. Ήθελε να υγροποιήσει τα ξηρά του χείλη. Ήθελε να νιώσει ξανά τη σπίθα της ζωής να ανάβει μέσα στο σώμα.
           Η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας έκανε τον μοναχό να νιώθει έντονο πόνο και ίσως να αύξησε και τα αρνητικά συναισθήματα που πάλλονταν μέσα στο κορμί του. Έψαχνε με φούρια να βρει έναν τρόπο να ζεσταθεί.
           Τα μάτια του κάπου στον ορίζοντα είδαν κάτι φλάμπουρα μ’ έναν κόκκινο δράκοντα πάνω τους. Εκείνη η ομήγυρη ήταν η βοήθεια που αναζητούσε. Για να φτάσει όμως μέχρι εκεί θα έπρεπε να διανύσει ακόμα μεγαλύτερη απόσταση από πριν.
           Μια παράτολμη ιδέα γεννήθηκε μέσα στο νου του απελπισμένου άνδρα. Πίστεψε πως θα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε άνθρωπος. Αν γινόταν άνθρωπος ίσως κατάφερνε να αντέξει περισσότερη ώρα κάτω τις πολικές θερμοκρασίες.
          Μεταμορφώθηκε σε άνδρας. Τα εγκαύματα που είχε αποκτήσει στο κορμί του από την καυτή άμμο φαίνονταν εναργέστερα. Συγχρόνως, τα πόδια του είχαν βουλιάξει μέσα στο χιόνι. Με τεράστια δυσκολία μπορούσε να περπατήσει. Ο τρόμος μαζί με την απογοήτευση, το αδιέξοδο και την απελπισία δημιούργησαν ένα επικίνδυνο συνονθύλευμα που απειλούσε τη ζωή του άνδρα, γιατί όσο καθυστερούσε έχανε περισσότερες πολύτιμες δυνάμεις. Εκτός αυτού, ο παγετός εισχωρούσε μέσα στη ψυχή και αύξανε το σκοτάδι. Κοντολογίς, έτρεφε τον κακό εαυτό του Γκραήλ. Η μεγαλύτερη δοκιμασία για τη ψυχή είχε αρχίσει.
            Το αριστερό του πόδι θρυλείται ότι τον ενοχλούσε τόσο ώστε να μην μπορεί να το πατήσει καθόλου. Περπατούσε κουτσαίνοντας. Πολλές φορές έπεφτε και το χιόνι κατάβρεχε το πρόσωπο. Το δέρμα είχε πάρει ένα κοκκινωπό χρώμα. Σίγουρα, μετά από τα εγκαύματα θα δημιουργούνταν και κρυοπαγήματα. Ο κρατερός γκραήλ είχε πέσει σε δυσμένεια. Ο μέγας θεός Πάνας που τον έβλεπε από τον Κάτω Κόμσο γελούσε δυνατά και κατηγορούσε με απαράμιλλη συχνότητα την αδυναμία του ώστε να αποτελειώσει εκείνος τον άνδρα.
           Βρήκε σ’ έναν βράχο που δεν φαινόταν. Οίμωζε καθώς έπεφτε στο έδαφος. Το χιόνι σταμάτησε κάπως την πτώση. Ο μοναχός Ιωάννης δεν τραυματίστηκε, μα ένιωσε το τη θερμοκρασία του σώματος να πέφτει δραματικά. Τουρτούριζε και καταριόταν την ώρα και την στιγμή που είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τον γέροντα στο μονοπάτι των ψυχών. Οι φιλοδοξίες που έτρεφε από μωρό μαζί με τον διακαή πόθο της υστεροφημίας τον είχαν οδηγήσει στη συμφωνία. Τώρα, που βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση ήλπιζε να μην είχε συμφωνήσει ποτέ και ίσως μάλιστα να μην υπήρχε κιόλας.
           Τα χρυσοκόκκινα φλάμπουρα φαίνονταν όμως κοντύτερα. Άπλωσε τα χέρια του γιατί σχεδόν μπορούσε να τα αγγίξει. Ο κόκκινος δράκοντας που ανέμιζε στο ύφασμα βρισκόταν μπροστά του. Τα δάχτυλα της παλάμης έκλεισαν με δύναμη. «Γιατί δεν πιάνω το ύφασμα;», σκέφτηκε. Η απάντηση ήταν απλούστατη. Η ανέχεια μαζί με τις κακουχίες είχαν ξεγελάσει το μυαλό. Ο άνδρας έβλεπε παραισθήσεις. Τα φλάμπουρα και το χωριό βρισκόταν μακρύτερα.
           Γύρισε ανάσκελα και φοβήθηκε πως αυτή η κίνηση θα αποτελούσε το κύκνειο άσμα του. Ωστόσο, δίπλα του εμφανίστηκε ο κορυδαλλός, εκείνο το πουλί που εξακολουθούσε να τον συντροφεύει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Το κοίταξε στα μάτια. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε πως το πουλί στην πραγματικότητα ήταν ένας άνθρωπος ή καλύτερα ένας ζωομάγος.
          Ο κορυδαλλός πέταξε ψηλά, τα φτερά εξαφανίστηκαν. Τα δύο μικρά του πόδια έγιναν μεγάλα και η μύτη και τα φτερά χάθηκαν. Μπροστά του στεκόταν ο γέροντας που τον είχε οδηγήσει στο μονοπάτι των ψυχών…….

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου