Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 48


          «Μην τα παρατάς Γκραήλ. Αν τα παρατήσεις τώρα, τότε ποτέ δεν θα καταφέρεις να εκπληρώσεις το πεπρωμένο σου», είπε ο γέροντας καθώς ακούμπαγε με στοργή τις πληγές πάνω στο ανθρώπινο σώμα.
           Ο πληγωμένος μοναχός άνοιξε τα βλέφαρα με δυσκολία. Μόρφασε, μα συνάμα χάρηκε για την εμφάνιση του γέροντα, γιατί πίστευε πως εκείνος θα μπορούσε να τον βοηθήσει με κάποιο τρόπο.
          «Βοήθεια», ακούστηκε η φωνή του τόσο σιγανά που παραλίγο ο γέροντας να μην την ακούσει.
          «Μην τα παρατάς Γκραήλ, γιατί εκεί είναι το τέλος. Τα φλάμπουρα συμβολίζουν το τέλος και την εκπλήρωση του πεπρωμένου σου. Σαν φτάσεις εκί όλα θα αλλάξουν», είπε ο γέροντας με ζέση.
           Ο άνδρας που κείτονταν στο χιόνι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μπορέσει να ξεφύγει από το χάροντα που είχε βαλθεί να τον σκοτώσει. Προσπαθούσε να νικήσει γιατί ήθελε να αγγίξει τα κόκκινα φλάμπουρα. Ένιωθε πως όταν τα ακουμπούσε θα αποκτούσε απόλυτη ευδαιμονία για το υπόλοιπο της ζωής του. Παρά τις προσπάθειές του  παρέμενε μέσα στον πάγο. Είχε αρχίσει κιόλας να τρέμει σύγκορμος εξαιτίας του ρίγους.
           Ο γέροντας βλέποντας την τραγική κατάσταση του μοναχού Ιωάννη σκέφτηκε να γιατρεύσει τις πληγές από το σώμα. Τελευταία στιγμή όμως οι θύμισες των απέτρεψαν. Δεν έπρεπε να επέμβει τόσο πολύ. Ο Γκραήλ ήταν υποχρεωμένος να τα βγάλει πέρα μόνος του. Αν επέμβαινε περισσότερο ο ζωομάγος, τότε τον περίμενε η θεία τιμωρία.
           «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω παραπάνω παλικάρι μου. Μονάχα μπορώ να σου πω ότι πιστεύω σε εσένα. Πριν φύγω θα ήθελα να σε παρακαλέσω να μην τα παρατήσεις. Δεν πρέπει να τα παρατήσεις. Είσαι κοντά Γκραήλ. Βρίσκεσαι κάτω από τη βρύση και περιμένεις απλά να στάξει το νερό για να δροσιστείς», είπε για τελευταία φορά ο ζωομάγος καθώς μεταμορφωνόταν σε κορυδαλλό και χανόταν στον ορίζοντα.
            Τα χέρια του ετοιμοθάνατου σήκωσαν το σώμα. Ήθελε να ουρλιάξει, αλλά συγκρατήθηκε. Προχώρησε αργά προς τα φλάμπουρα αισθανόμενος πως τελικά θα έβγαινε νικητής απ’ αυτή τη μάχη. Το μονοπάτι των ψυχών θα τελείωνε σε ελάχιστα λεπτά.
            Δίπλα στο μοναχό Ιωάννη πετούσαν δρακόμυγες. Με τα φώτα που έβγαζαν από τα οπίσθιά τους σχημάτιζαν παράξενα σύμβολα, τα οποία κανένας θνητός και καμία θεότητα δεν είχε δει από την απαρχή του κόσμου. Ο Γκραήλ ήταν  ο πρώτος που θα ολοκλήρωνε το περπάτημα.
            Κάπου εκεί, κάτω, στο βασίλειο της κολάσεως όλες οι θεότητες είχαν χάσει πια κάθε σημάδι χαράς. Είχαν τρομοκρατηθεί γιατί ο άνδρας θα γινόταν αυτό που είχε αποφασίσει ο Δημιουργός. Δεν είχαν μπορέσει να ματαιώσουν την πορεία του.
            Κάπου  εκεί, πάνω,  στο βασίλειο των ουρανών τα Χερουβίμ είχαν αρχίσει να τραγουδάνε μελωδίες χαρούμενες, γιατί ο δούλος του θεού θα τους έκανε περήφανους. Ο Μεγαλοδύναμος είχε για πολλοστή φορά νικήσει τις δυνάμεις του κακού.     
             Ο άνδρας έφτασε στο μέρος όπου υπήρχαν οι κόκκινες σημαίες. Εκεί δεν υπήρχε τίποτα παρά ένας κύκλος από χαλίκια στο κέντρο ανάμεσα από τις υφασμάτινες σημαίες. Τον πλησίασε και έπεσε μέσα με πάταγο.
             Ο ουρανός άνοιξε στα δύο. Η ομίχλη που έπνιγε το μέρος χάθηκε απότομα. Από τα ουράνια κατέβηκαν άγγελοι για να συγχαρούν τον άνδρα και να τον γιατρέψουν. Ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Γκραήλ»….

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου