Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Η μυθολογία του Κάτω κόσμου στον Όμηρο και στους Κλασσικούς . A' Μέρος


Αθανασίου Π. Παπαδόπουλου,

‘'Οι λαϊκές περί θανάτου δοξασίες και τα ταφικά έθιμα των Ελλήνων'',
 Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2007.
 
  
    Είναι γεγονός ότι οι νεκρικές αντιλήψεις και οι ταφικές συνήθειες ενός λαού προσφέρουν ένα εξαιρετικά πρόσφορο πεδίο για τη μελέτη της «βιο-κοσμοθεωρίας» του. Συνηθίζεται μάλιστα το γεγονός του θανάτου να συνδέεται με μια χωροταξική διαίρεση του Κοσμικού σύμπαντος σε Απάνω (επίγειο) Κόσμο των ζωντανών και σε Κάτω (υπόγειο) Κόσμο, όπου είναι η ζοφερή περιοχή των νεκρών ψυχών και η «επικράτεια του Χάρου». Έτσι λοιπόν και ο ελληνικός λαός φαντάζεται τον Άδη σαν έναν απέραντο υπόγειο Χώρο μέσα βαθιά στη γη, κοινό τόπο όλων των νεκρών, δικαίων και αδίκων, αλλά χωρισμένο οριστικά και διακριτά σε χώρο δικαίων και σε χώρο αμαρτωλών, όπως δηλαδή πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες τουλάχιστον από την κλασική εποχή και ύστερα, οι Εβραίοι της Π. Διαθήκης και όλοι σχεδόν οι λαοί της γης. Ειδικότερα οι ιδέες και οι παραστάσεις της νεότερης λαογραφικής μας παράδοσης για τον Άδη, σαν κοινό τόπο διαβίωσης των νεκρών, είναι ανάλογες με αυτές των αρχαίων Ελλήνων, της Π. Διαθήκης, της Κ. Διαθήκης, της δογματικής διδασκαλίας των μεγάλων Πατέρων και των εκκλησιαστικών συγγραφέων, της υμνογραφίας της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας και της βυζαντινής αγιογραφίας, χωρίς βέβαια να εκλαμβάνονται κατά γράμμα αυτές οι τοπογραφικές ιδέες και περιγραφές του Άδη.
Συνεπώς, όπως σχεδόν σε όλες τις αρχαίες θρησκείες γίνεται λόγος για έναν κόσμο (σύμπαν) χωρισμένο σε τρία επίπεδα, δηλαδή στον κόσμο του ουρανού, της γης (ή της θάλασσας) και στον κάτω κόσμο του Άδη, έτσι και στην αρχαία ελληνική θρησκεία βλέπουμε ότι ακόμη και ο μέγιστος Δίας, «ο πατήρ θεών τε και ανθρώπων», μολονότι απέναντι στο σύνολο των άλλων θεών έχει την υπέρτατη εξουσία, εμφανίζεται στη σύνθεση μιας «ιερής Τριάδας (sic) μαζί με τον Ποσειδώνα και τον Άδη για να ορίσει τα κοσμικά πεδία». Ο απέραντος ουρανός λοιπόν («ουρανός ευρύς») και το φως του επάνω κόσμου θα ανήκουν στο Δία, η θάλασσα («πολιής άλας») στον Ποσειδώνα, και ο Κάτω Κόσμος με το πυκνό σκοτάδι κληρώθηκε στον Άδη, ο οποίος έγινε έτσι βασιλιάς των νεκρών και μέγας κριτής των θνητών. Βέβαια και οι τρεις από κοινού θα ορίζουν την επιφάνεια της Γης και θα συνοικούν στον Όλυμπο. Ο Άδης όμως ζούσε χωριστά από τους άλλους θεούς και από τότε «υπό χθονί δώματα ναίει νηλεές ήτορ έχων». Ποιος είναι όμως ο Άδης;

          α. Ο Άδης ως χθόνιος θεός του Κάτω Κόσμου και ως τόπος διαμονής των νεκρών
Ο Άδης ή Αϊδης ή Αϊδωνεύς ή Αις ή Αΐδας (δωρική διάλεκτος), γιος του Κρόνου και της Ρέας, αδελφός του Δία, του Ποσειδώνα και της Ήρας, δεν ήταν παλιός θεός της προ-ελληνικής λατρείας, αλλά «γνήσιο επικό κατασκεύασμα της αριστοκρατικής κοινωνίας των πρωτογεωμετρικών χρόνων, με σκοπό να απορροφήσει πλήθος τοπικών χθονίων θεοτήτων ή δαιμόνων του Κάτω Κόσμου και φυσικά να υποκαταστήσει στο υποχθόνιο βασίλειο τον "γαιάοχο" Ποσειδώνα και τον "καταχθόνιο" Δία, τους οποίους οι ίδιοι οι μυθοπλάστες ύψωσαν σε ουράνιες θεότητες». Πάντως, στα ομηρικά έπη εμφανίζεται μία θεότητα, ο Άδης ο τρομερός, τον οποίο φοβούνται και απεχθάνονται θεοί και άνθρωποι και επίσης ένα βασίλειο για τη διαμονή των νεκρών ψυχών καθορισμένο τοπογραφικά και μορφολογικά, στο οποίο βασιλεύει αυτός και η επίσης φοβερή σύζυγός του Περσεφόνη.
Παρόλα αυτά, ο Άδης, αντίθετα με τους άλλους ολύμπιους θεούς, δεν μνημονεύεται πολύ συχνά από τη μυθολογία. Ελάχιστες φορές παρουσιάζεται να βγαίνει από το σκοτεινό βασίλειό του, είτε για να απαγάγει την Περσεφόνη, μετά από εντολή του Δία, είτε για να θεραπευθεί από τον Παιώνα στον Όλυμπο, μετά τον τραυματισμό του από τον Ηρακλή. Κατά τη θεομαχία επίσης εμφανίζεται να αναπηδά από το θρόνο του φωνάζοντας, επειδή φοβάται μήπως ανοίξει η γη και έρθει στο φως το βασίλειό του, φρικτό, μουχλιασμένο, βδέλυγμα των θεών.
Τα ομηρικά επίθετα για τον Άδη εκφράζουν την αγριότητα, τη φρίκη και τον τρόμο που εμπνέει ο υποχθόνιος αυτός θεός: «Ίφθιμος», «Κρατερός» , «Στυγερός», «Αμείλιχος» και «Αδάμαστος». Με την ομηρική αυτή ιδιότητα του φοβερού βασιλιά των νεκρών, ο υποχθόνιος θεός Άδης, θα διατηρηθεί και από τους μεταγενέστερους ποιητές, όπως φαίνεται από τα κοινά επίθετα που χρησιμοποιούν.

Οι άνθρωποι έτρεμαν τον Άδη τόσο πολύ, ώστε του αφιέρωναν και επιτάφια επιγράμματα, σπάνια όμως με το όνομα Άδης, αλλά με τα παλιά προσωνύμια του θεού, όπως Άναξ κρατερός, Πολυδέγμων ή Πολυδέκτης ή Αΐδης πολυσημάντωρ (που προστάζει πολλούς), καθώς και Άδμητος (αδάμαστος) και Νηλεύς (άσπλαχνος). Επειδή τα άλογα του Άδη, με τα οποία αρπάζει κάθε άνθρωπο, όπως άρπαξε την Κόρη στο Νύσιον πεδίον, ήταν θεϊκά και μοναδικά στον κόσμο για τη γρηγοράδα και την ευφυΐα τους, στον Όμηρο χαρακτηρίζεται επίσης Αΐδης κλυτόπωλος. Υπήρχαν βέβαια και τοπικά ονόματα για το θεό του Κάτω Κόσμου, όπως Ζευς ο καταχθόνιος. Οι Ορφικοί τον θεωρούσαν ως άλλη «διάσταση» του Διόνυσου και ως ευεργετικό θεό και τον αποκαλούσαν Ζαγρέα (μεγάλος κυνηγός που πετυχαίνει πάντοτε τη «λεία του»).
Ο πρωταρχικός αυτός τύπος του φοβερού Άδη δεν έμεινε βέβαια αμετάβλητος σε όλη την αρχαιότητα, αφού μεταγενέστερα θα μεταμορφωθεί και από «αμείλιχτος» και «στυγερός» θα μετατραπεί σε θεό ευεργετικό, τον οποίο επικαλούνται οι άνθρωποι να τους χαρίζει άφθονα τα αγαθά της γης (ο Άδης ως Πλούτων), αλλά να τους δώσει ακόμη και καλές συμβουλές (κατ' ευφημισμό Εύβουλος ή Ευβουλεύς, δηλαδή αυτός που δίνει καλές συμβουλές ή Κλύμενος, δηλαδή ο ένδοξος, ο ξακουστός ή Αγησίλαος, δηλαδή αυτός που συγκεντρώνει τους ανθρώπους στο βασίλειό του). Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε και την άλλη όψη, τη θετική και ευεργετική των χθονίων θεοτήτων (ακόμη και του Άδη), διότι, όπως αναφέρει και ο W. Burktert, «ο φόβος του κακού είναι η μία μόνο πλευρά των χθονίων». Το γεγονός και μόνο ότι ο σχετικός μύθος ταυτίζει την Κόρη με την «πάρεδρο» του Άδη και την παρουσιάζει να μοιράζει τη φροντίδα της τόσο στον κόσμο των νεκρών όσο και στη βλάστηση των καρπών της γης. είναι αρκετό για να καταλάβουμε ότι οι χθόνιες θεότητες είχαν εξελιχθεί σε θεότητες της ευφορίας. Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα, αφ' ότου υπάρχει γεωργία, είναι φυσικό η τροφή και επομένως η ζωή να αναπτύσσεται από τα βάθη της Γης. Έτσι, η βασική γεωργική πηγή των σιτηρών θα οδηγήσει στη βεβαιότητα ότι «τα δημητριακά έρχονται από τους νεκρούς». Μάλιστα ακόμη και ο Άδης δεν είναι μόνο θεός που προκαλεί απόγνωση, τρόμο και φρίκη. Έχοντας το βασίλειό του μέσα στη Γη, η οποία παράγει τους δημητριακούς καρπούς, θεωρείται συγχρόνως και θεός της γεωργικής αφθονίας και γι' αυτό μετονομάζεται και Πλούτων, δηλαδή ένα παράγωγο της λέξης «πλούτος». Με τη δεύτερη αυτή ιδιότητά του, ο Άδης ως Πλούτωνας, είναι θεός ευεργετικός, καθώς είναι κάτοχος και χορηγός όλου του πλούτου της γης, ακόμη και των μετάλλων, προπάντων όμως είναι ο φύλακας και ο δωρητής του πλούτου των δημητριακών, γι' αυτό και συνδέεται με τη θεά Δήμητρα, με την ευνοϊκή διάθεση και τη βοήθεια της οποίας, παράγεται η καλή σοδιά.
Η συσχέτιση του Πλούτωνα με την ευφορία της γης συμπεραίνεται κυρίως από το κυρίαρχο σύμβολό του, το κέρας της Αμαλθείας. Μάλιστα σε μεγάλο ανάγλυφο της Ελευσίνας (περίπου 450-430 π.Χ.) είναι χαρακτηριστική η παράσταση του Πλούτου, ο οποίος παρουσιάζεται ως μικρό παιδί ανάμεσα στη Δήμητρα και την Περσεφόνη. Επίσης, όπως αναφέρει ο Π. Παχής, σε θραύσμα από αμφορέα της περιοχής των Λοκρών της Κ. Ιταλίας (530-520 π.Χ.), στο οποίο διακρίνονται οι μορφές της Δήμητρας, της Αθηνάς, του Ηρακλή και του Τριπτόλεμου, ο οποίος μάλιστα παριστάνεται να κρατά στο χέρι του σιτηρά, απεικονίζεται δίπλα σ' αυτές τις μορφές γενειοφόρος άνδρας με την επιγραφή Πλουτοδότας (sic). Και ο Ν. Παπαχατζής αναφέρει ότι ο θεός Πλούτωνας εμφανίζεται προς το τέλος των πρωτογεωμετρικών χρόνων, για να αντικαταστήσει τον «Δία καταχθόνιο» και ότι η ίδια αντίληψη για την ταύτιση των δύο αυτών μορφών συναντάται συχνά και στα κλασικά χρόνια. Η στενή αυτή σχέση των δύο θεών γίνεται ακόμη πιο κατανοητή, αν λάβουμε υπόψη μας τη γνωστή προσευχή που απευθύνει ο ευσεβής γεωργός στη Δήμητρα και στο χθόνιο Δία, πριν την έναρξη της σποράς και του οργώματος του αγρού του.
Για τον τρόπο λατρείας του Άδη και των άλλων χθόνιων θεών έχουμε πολύ λίγες πληροφορίες. Οι αρχαίοι ποιητές γενικότερα αναφέρουν ότι οι άνθρωποι, όταν ήθελαν να επικαλεστούν τους νεκρούς ή τις χθόνιες θεότητες έπεφταν στο έδαφος και χτυπούσαν με την παλάμη ή τις γροθιές τους τη γη, για να τους εισακούσουν και να τους απαλλάξουν από τα βάσανα της ζωής ή να συμβάλλουν στην ευφορία της γης (ανακάλημα ή «ανακαλείν»). Βέβαια τέτοιες επικλήσεις προς τους νεκρούς ή τους χθόνιους θεούς από τον 5ο Π.Χ. αιώνα και μετά θα αλλάξουν νόημα και σκοπό και θα αποβλέπουν στην κατάρα και γενικά στη βλάβη των εχθρών. Έτσι, στη θέση της προφορικής επίκλησης των θεών εμφανίστηκε η γραπτή μαγική πράξη των καταδέσεων επάνω σε «πλάκες μολύβδου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου