Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ο πεταλούδος ΤΟΥ ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ

μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ


Ένας πεταλούδος ήθελε παντρειά. Φυσικά, ήθελε να πάρει ένα απ’ τα λουλούδια. Τα κοιτούσε. Πόσο κομψά στέκονταν ένα προς ένα, πόσο προσεκτικά κάθονταν πάνω στο κοτσάνι τους. Όπως ένα κορίτσι πριν αρραβωνιαστεί. Ακριβώς. Ήταν όμως τόσα πολλά τα λουλούδια, πως να διαλέξει. Ήταν πάρα πολλά. Ο πεταλούδος μας όμως δεν σκοτίστηκε και πολύ.
Πήγε κατευθείαν στο ασπρολούλουδο. Οι Γάλλοι την λένε Μάργκαριτ. Ξέρουν πως αυτή μπορεί να μαντεύει το μέλλον.
«Μ’ αγαπά; Δεν μ’ αγαπά. Μ’ αγαπά πολύ; Λίγο; Λιγουλάκι; Καθόλου!» ή κάπως έτσι το λένε, καθένας στη γλώσσα του. Έτσι κι ο πεταλούδος ήρθε να ρωτήσει τη Μαργαρίτα. Δεν της έβγαλε κανένα φύλλο, πίστευε θα έρθει μόνο του κι αυτό, χωρίς βία.
«Γλυκιά Μαργαρίτα! της είπε. Απ’ όλα τα λουλούδια, εσύ είσαι το σοφότερο. Εσύ που ξέρεις να προβλέπεις το μέλλον, πες μου κι εμένα; Ποια θα παντρευτώ, αυτήν ή εκείνην! Πες μου, σε παρακαλώ, να πετάξω να κάνω πρόταση γάμου».
Όμως η Μαργαρίτα δεν απάντησε καθόλου. Ρώτησε και δεύτερη φορά, ρώτησε και τρίτη. Κι όταν ο πεταλούδος δεν κατάφερε να της πάρει ούτε λέξη, έγινε καπνός.
Ήρθε η Άνοιξη. «Είστε τόσο ωραίες!” έλεγε ο πεταλούδος: “Περάστε σας προσκαλώ, υπέροχες υποψήφιες γυναίκες μου! Είστε, βέβαια… λιγάκι άγουρες, ακόμα» Όπως όλοι οι νέοι, προτιμούσε κι εκείνος τις μεγαλύτερες.
Ύστερα πέταξε στις ανεμώνες. Ήταν λιγάκι απότομες γι’ αυτόν. Οι βιολέτες πολύ μελαγχολικές , οι τουλίπες πολύ φανταχτερές, ο νάρκισσος πολύ αστός για τα μέτρα του, τα άνθη της φλαμουριάς πολύ κοντά – είχανε και πολλούς συγγενείς.
«Καλά, τα άνθη της μηλιάς είναι φτυστά τριαντάφυλλα… όμως, στέκονται σήμερα, πέφτουν αύριο, πάνε κι αυτά με τον άνεμο. Πολύ εφήμερος γάμος», σκέφτηκε.
«Το μπιζέλι είναι θαυμάσιο, άσπρο και κόκκινο, λεπτό και διάφανο. Είναι και του σπιτιού. Και σαν το κόψεις είναι το ίδιο ωραίο.” Ήταν έτοιμος να την ζητήσει, όταν –την ίδια στιγμή- είδε ένα μαραμένο μπιζέλι μέσα σ’ ένα αυλάκι.
«Ποια… είναι αυτή που είναι πεσμένη μέσα;» ρώτησε.
«Η αδελφή μου», απάντησε το μπιζέλι.
«Έτσι θα γίνεις κι εσύ;» είπε ο πεταλούδος τρομαγμένος κι έγινε καπνός.
Το αγιόκλημα κρεμότανε πάνω στο φράκτη. Υπήρχαν πολλά – είχαν μεγάλα πρόσωπα και γκρίζα χαρακτηριστικά. «Όχι, όχι, δεν είναι ο τύπος μου.»
Ποιος ήταν άραγε ο τύπος του; Ρωτήστε τον ίδιο!
Πέρασε η άνοιξη. Το καλοκαίρι πέρασε, ήρθε το φθινόπωρο. Είχε διανύσει δρόμο ατελείωτο. Τα λουλούδια εμφανίστηκαν πάλι με τα καλά τους φορέματα.”Όμως είναι αλλιώτικα. Τους λείπει η φρέσκια δροσερή μυρωδιά της καρδιάς. Η ευωδιά είναι αυτό που χρειάζεται η καρδιά, βλέπεις δεν υπάρχει πολύ ευωδιά στις ντάλιες και τις δεντρομολόχες.”
Κι έτσι ο πεταλούδος στράφηκε προς τη μέντα.
«Αυτή δεν έχει καθόλου λουλούδι, είναι από μόνο του λουλούδι, αναδίδει ευωδιά από πάνω ως κάτω. Κάθε φύλλο του έχει την ίδια ευωδιά. Αυτή θα πάρω, το αποφάσισα.» Κι έτσι έκανε τελικά την πρόταση του. Όμως η μέντα στεκόταν μπροστά του ακίνητη και άκαμπτη και τελικά του είπε:
«Σε βλέπω σα φίλο. Τίποτα παραπάνω. Είμαι μεγάλη κι είσαι μεγάλος. Μπορούμε να βοηθάμε ο ένας τον άλλο. Αλλά γάμος; Ούτε σκέψη. Θες να γίνουμε ρεζίλι, να λένε πως παντρευτήκανε στα γεράματα;»
Και τελικά ο πεταλούδος δεν παντρεύτηκε κανένα λουλούδι. Είχε ψάξει τόσο πολύ, κανείς δεν το είχε κάνει ποτέ. Κι έτσι έγινε εργένης.
Πέρασε και το φθινόπωρο με βροχή και ψιλόβροχο. Τα κλαδιά της γέρικης ιτιάς τουρτουρίζουν, ο άνεμος τα κάνει να τρίζουν. Δεν είναι να πετάς έξω χωρίς τα χειμωνιάτικα. Ούτε ο πεταλούδος πετούσε έξω. Από τύχη μπήκε σ’ ένα σπίτι και βρήκε ζεστασιά δίπλα στο τζάκι. Είχε καταφέρει να επιζήσει.
“Όμως το να ζει κανείς δεν είναι αρκετό», είπε. «Πρέπει να είσαι ελεύθερος, να λιάζεσαι, να πετάς, να έχεις κι ένα λουλούδι δίπλα σου».
Πέταξε με δύναμη στην απέναντι πλευρά και ξάφνου καρφώθηκε σ’ ένα διακοσμητικό καρφί της κασέλας. Ό, τι χειρότερο μπορούσε να του συμβεί.
«Τώρα στέκομαι κι εγώ πάνω σ’ ένα κοτσάνι, όπως όλα τα λουλούδια», είπε ο πεταλούδος.«Δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Είμαι… κολλημένος»
«Πολύ φτωχή παρηγοριά βρήκες», είπαν οι γλάστρες απ’ το σαλόνι.
«Ποιος τις πιστεύει τις γλάστρες;», σκέφτηκε ο πεταλούδος. «Τόσο κοσμικές που είναι…».
By Hans Christian Andersen
Μετάφραση: Νίκος Δροσάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου