Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η τσαγιέρα ΤΟΥ ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ


μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ
Ήμουν μια περήφανη τσαγιέρα. Περήφανη για την πορσελάνινη καταγωγή μου, για το υψηλό στόμιο μου, για το μεγάλο χερούλι μου.
Παντού είχα κάτι. Και μπρος και πίσω. Μπροστά είχα το στόμιο, πίσω το χερούλι μου. Μου άρεσε να μιλάω γι’ αυτό. Αλλά δεν μιλούσα για το καπάκι μου. Αυτό είχε σπάσει και το είχανε καρφώσει. Ήταν ένα ελάττωμα. Και κανείς δεν λέει τα ελαττώματα του- μόνο τα ελαττώματα των άλλων. Ε, φυσικά,τα κύπελλα, οι κανάτες, τα μπολ, όλο το τραπέζι είχε βουήξει για το καπάκι μου. Διαρκώς. Για το στόμιο και το χερούλι κουβέντα. Το ένιωθα, το ήξερα καλά.
Τους ξέρω. Ξέρω το ελάττωμα μου, το παραδέχομαι. Είμαι πιο μετριοπαθής απ’ τους άλλους, πιο ταπεινή. Όλοι έχουμε ελαττώματα. Όμως, έχουμε και ταλέντα. Το κύπελλο έχει χερούλι, το μπολ έχει καπάκι, εγώ έχω και τα δύο. Και φυσικά αυτό που δε θα αποκτήσουν ποτέ εκείνα είναι το στόμιο. Αυτό με έκανε βασίλισσα του τραπεζιού. Το μπολ της κρέμας και οι κανάτες της ζάχαρης, βέβαια, έχουν το προνόμιο να είναι υπηρέτες της νοστιμιάς. Όμως εγώ είμαι η κυρίως γεύση. Σκορπάω στον διψασμένο κόσμο την ευλογία. Στο εσωτερικό μου, στο βραστό μου νερό, ευωδιάζει το μοσχομυρωδάτο κινέζικο φύλλο μου.
Αυτά έλεγα όταν ήμουν νέα και ατρόμητη. Στεκόμουν καμαρωτή στο στρωμένο τραπέζι. Με άγγιζε το πιο χαριτωμένο χέρι. Όμως και το πιο χαριτωμένο χέρι καμιά φορά είναι αδέξιο, μια μέρα, έπεσα κάτω, το χερούλι μου κομμάτια, το στόμιο μου θρύψαλα. Για το καπάκι ούτε λόγος – αρκετά ειπώθηκαν. Έμεινα λιπόθυμη στο πάτωμα, το βραστό νερό μου σκόρπισε έξω. Ήταν πολύ άσχημο σπάσιμο. Όμως, το χειρότερο «σπάσιμο» ήταν, ότι εκείνοι γέλασαν με την σπασμένη τσαγιέρα κι όχι με το αδέξιο χέρι που την έσπασε. Δε θα το ξεχάσω ποτέ.
Με είπαν άχρηστη και με πέταξαν σε μια γωνία και την επόμενη μέρα με χάρισαν σε μια ζητιάνα. Έμεινα παραιτημένη, αμίλητη. Και μέσα μου και έξω. Όμως, τότε ήταν που ξεκίνησε το ομορφότερο κομμάτι της ζωής μου. Πριν απ’ αυτό ήμουν κάτι, ύστερα άρχισα να γίνομαι κάτι άλλο.
Παρατημένη γέμισα χώμα. Αυτό για μια τσαγιέρα είναι κάτι σαν τάφος. Όμως μια μέρα, ένας βολβός μπήκε μέσα στο χώμα. Ποιος το έβαλε εκεί; Ήταν αποζημίωση για τα κινέζικα φύλλα, για το βραστό νερό, για το σπασμένο χερούλι, για το στόμιο; Δεν έχω ιδέα. Και ο βολβός έμεινε μέσα στο χώμα μου, έμεινε μέσα μου. Έγινε η ζωντανή καρδιά μου. Δεν είχα ποτέ αισθανθεί ξανά κάτι τέτοιο. Τι σθένος, τι δύναμη, τι παλμός της καρδιάς μου. Και ο βολβός βλάστησε μέσα μου. Το είδα, το γέννησα, ξέχασα τον εαυτό μου μέσα στην μοναξιά του. Τι ευλογία να ξεχνάς τον εαυτό σου για κάποιον άλλο. Για έναν βολβό, που δε με ευχαρίστησε ποτέ, δε με σκεφτότανε καν: οι άλλοι το θαύμαζαν, το επαινούσαν. Ήμουν τόσο χαρούμενη γι’ αυτό – τι όμορφες εποχές.
Μια μέρα άκουσα κάποιους να λένε, «αυτό το λουλούδι αξίζει καλύτερη γλάστρα». Εγώ γλάστρα (σκέφτηκα);Με σπάσανε στα δυο – πόνεσε πολύ – και το λουλούδι μπήκε σε γλάστρα. Κι εμένα με πετάξανε στην αυλή, σα σκουπίδι. Όμως… κι αν εκείνοι με ξέχασαν, γιατί ήμουν άχρηστη, λένε, πια, σ’ εμένα απόμεινε η μνήμη. Δεν ξεχνάω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου