Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 65


           Το τραγούδι του Βαλτάζαρ γαλήνευσε τον Ασημόκαρδο.  Παρά τη θέλησή του κατέβασε το στιλέτο. Το εναπόθεσε ξανά στη κρυφή θήκη που υπήρχε στη μέση του. Ο Κόλλοκαρ από την άλλη κατέβαλλε υπεράνθρωπες προσπάθειες ώστε να μην υποκύψει στο τραγούδι του. Ωστόσο, τα ακροδάχτυλα ξεκίνησαν να τραβιούνται προς τα πίσω από μόνα τους. Τα ξανθά μαλλιά της γυναίκας απελευθερώθηκαν. Επιτέλους, σταμάτησε να χτυπάει το κρανίο της στο πέτρωμα της σπηλιάς.
             Η κρατερή κοπέλα έπεσε στα τέσσερα. Από τα ρουθούνια της εξακολουθούσε να τρέχει αίμα. Παράλληλα, είχε αρκετά σκισίματα σε όλη την επιφάνεια του προσώπου της, ενώ η περιοχή γύρω από τα μάτια είχε πρηστεί. Η εικόνα της δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνη την επιβλητική παρουσία που πριν από αρκετό καιρό βρισκόταν στα ανάκτορα του βασιλείου τον ανθρώπων και δεχόταν  προς ακρόαση τους μελλοντικούς της μνηστήρες. Τώρα πια, θύμιζε περισσότερο ένα κοριτσάκι παρά μια βασίλισσα.
            Η ξεκάθαρη εικόνα της Νέξ συγκλόνισε τόσο τον Βαλτάζαρ ώστε για κάποια δεύτερα να ξεχάσει τους στίχους του τραγουδιού. Ακόμα αδυνατούσε να καταλάβει ποιοι ήταν αυτοί που τον περιτριγύριζαν, μα πως ήταν δυνατόν ένας άνδρας να χτυπά με τόσο βάναυσο τρόπο μια γυναίκα; Στο πέτρωμα του σπηλαίου είχαν σχηματιστεί αλλόκοτα σύμβολα με το αίμα της χτυπημένης. Τα σύμβολα στο μάτι του απαίδευτου θα φάνταζαν ορνιθοσκαλίσματα, μα ο ίδιος από τη νηπιακή ηλικία είχε έρθει σε επαφή με τα ρουνικά. Μπορούσε να διαβάσει τα σύμβολα. Έγραφαν κάτι σπουδαίο, μα συνάμα τρομαχτικότατο.
          Η πριγκίπισσα αντιλήφθηκε τον σχηματισμό των ρουνικών. Τα κοίταζε αποσβολωμένη. Μπορούσε να τα διαβάσει και γι’ αυτό άλλωστε είχε τρομοκρατηθεί.
          Η μπότα του πολεμιστή την χτύπησε με απίστευτη δύναμη στο στομάχι. Άνοιξε το στόμα για να ουρλιάξει. Από το στόμα δεν βγήκαν όμως ουρλιαχτά παρά φρέσκο αίμα. Ένιωσε τον πόνο να φτάνει μέχρι τη καρδιά της. Σκίρτησε, λυπήθηκε για την τροπή των γεγονότων και ταυτόχρονα πύρωσε τόσο ώστε βρήκε την απαιτούμενη δύναμη να σηκωθεί για να σκοτώσει τον αδαή Κόλλοκαρ.
        Στην πραγματικότητα, η κίνηση της Νέξ δεν ταίριαζε κατά κάποιον τρόπο στο χαρακτήρα της. Ωστόσο, σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να σου θυμίσω ότι δεν ήταν πια η Νέξ που είχες γνωρίσει στο παλάτι. Το σκοτάδι στη ψυχή της είχε διογκωθεί από τότε που αντάλλαξε ένα από τα κομμάτια της καρδιά της.  Μπορούσε να τον σκοτώσει, το ήξερε η ίδια καθώς και ο Εβλίς που είχε αφήσει το μήνυμα στον τοίχο.
        Οι αισθήσεις του Βαλτάζαρ ενεργοποιήθηκαν ξανά οδηγώντας τον στη συνέχεια του τραγουδιού του. Παρά το μήνυμα του πνεύματος εκείνος θα έφερνε αντίσταση. Η γυναίκα είχε μολυνθεί από τον πανίσχυρο Εβλίς, μα δεν μπορούσε να την αφήσει να υλοποιήσει αυτό που είχε γραφεί με τα αιμάτινα γράμματα στο τοίχωμα του σπηλαίου.
        Η μελωδική φωνή την έκανε προς στιγμήν να διστάσει να απλώσει το χέρι της εναντίον του ήδη υπνωτισμένου άνδρα. Όλοι οι άλλοι είχαν υπνωτιστεί κιόλας από το τραγούδι. Εκείνη γιατί δεν είχε επηρεαστεί άραγε; Μέσα της ένιωθε να πάλλονται δύο τεράστιες δυνάμεις. Τις υπαγόρευαν τι ακριβώς όφειλε να κάνει. Η μία την κατεύθυνε προς το φόνο, ενώ η άλλη προς κάπου που αδυνατούσε να καταλάβει. Τι έπρεπε να κάνει; Βρισκόταν σε τεράστιο δίλημμα.
       Παρά τη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε ο Βαλτάζαρ  ώστε να υπνωτίσει τους πάντες, εκείνη έδειχνε να μην επηρεάζεται ούτε κατά διάνοια από το τραγούδι. Γιατί άραγε; Ίσως και να ήξερε το λόγο και να μην ήθελε να το παραδεχτεί. Άλλωστε, φαίνεται να είχε λησμονήσει ότι η μαγική λύρα είχε μιλήσει. Το μουσικό όργανο είχε επιλέξει την κόρη του Λύριου…  

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 64


                «Τι να κάνω μ’ αυτόν;», ρώτησε η Νέξ την ομήγυρη των ανθρώπων.
            Εκείνοι, αναλογίστηκαν τη σειρά των γεγονότων. Ο Βαλτάζαρ έδειχνε ακόμα να μην έχει αντιληφθεί που βρισκόταν. Ίσως με το πέρασμα ολίγων λεπτών ακόμα να καταλάβαινε επιτέλους ότι είχε σωθεί από την αιώνια φυλάκιση του ταλέντου. Θα μπορούσε πλέον να μεταλαμπαδεύσει τις αστείρευτες ικανότητές του στην πριγκίπισσα του Βόρειου βασιλείου.
           Κανένας δεν απάντησε, και γι’ αυτό η γυναίκα ρώτησε ξανά δυνατότερα. Απευθύνθηκε στον πολεμιστή Κόλλοκαρ. Περίμενε από εκείνον να κατανοήσει καλύτερα τα δεδομένα. Ακόμα και η ίδια δεν γνώριζε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει με τον τάρανδο. Να τον σκότωνε ή τι άλλο να έκανε;
             «Πρέπει να τον αφήσουμε να φύγει. Δεν πρέπει να τον σκοτώσουμε. Αν τον θανατώσουμε, τότε θα γίνουμε το ίδιο με εκείνον», είπε ο πολεμιστής καθώς πλησίαζε σταθερά την πριγκίπισσα.
             Ο Ασημόκαρδος εξακολουθούσε να μην μιλάει. Οι κινήσεις του Κόλλοκαρ του είχαν τραβήξει την προσοχή. Περπατούσε παράξενα, τουλάχιστον έτσι του φαινόταν. Τράβηξε το στιλέτο από πού έκρυβε στη μέση του. Προσπάθησε να το βγάλει με έντεχνο τρόπο ώστε να μην γίνει αντιληπτή η κίνησή του. Φοβόταν πως αν τον έβλεπαν θα υπήρχε πρόβλημα. Ο Κόλλοκαρ κινούνταν ύπουλα. Πρέπει να είχε κάποιο καταχθόνιο σχέδιο στο σατανικό μυαλό του. Ποτέ δεν είχε συμπαθήσει πραγματικά τον άνδρα εκείνον που τους είχε σώσει από τα γουρουνόμορφα τέρατα.
             «Πρόσεχε», φώναξε ο Ασημόκαρδος κοιτώντας κατάματα τη γυναίκα.
             Ο πολεμιστής όρμισε στη γυναίκα. Με το αριστερό χέρι έπιασε τα μακριά μαλλιά της και ξεκίνησε να τα τραβάει με δύναμη. Θα την οδηγούσε στο τοίχο. Θα την χτύπαγε πάνω στο πέτρωμα, γιατί ήθελε τη μαγική λύρα. Τόσα χρόνια έψαχνε το μουσικό αυτό όργανο. Όποιος το κατείχε κέρδιζε αυτομάτως πρωτόγνωρη δύναμη. Ήταν ένα από τα θρυλικά αντικείμενα που υπήρχαν διάσπαρτα στον Έσω Κόσμο από τους Προγόνους. Ο ίδιος θα προτιμούσε να εύρισκε τον θρυλικό Αιματοβαμμένο, αλλά και αυτή η λύρα μπορούσε να τον βοηθήσει να υλοποιήσει ακόμα και τις μεγαλύτερες επιθυμίες του.
              Ο Βαλτάζαρ μόλις αντίκρισε την λύρα, άρχισε να κατανοεί κάπως την αλλόκοτη σειρά των γεγονότων που είχαν λάβει χώρα. Τον είχαν υπνωτίσει για να εκμεταλλευτούν το αστείρευτο  ταλέντο του. Ο τάρανδος, εκείνος έφταιγε για όλα. Ναι, τώρα θυμόταν. Είχε συναντήσει εκείνο το τερατόμορφο πλάσμα πριν από αρκετό καιρό. Είχε συνομιλήσει μαζί του, μα δεν θυμόταν τα λόγια που είχαν ειπωθεί.
              Οι κραυγές της πανέμορφης γυναίκας τον έκαναν να επανέλθει στην πραγματικότητα. Κοιτάζοντας το αίμα που έτρεχε από τα ρουθούνια της συνειδητοποίησε πως έπρεπε να δράσει γρήγορα. Παρά το στιλέτο που είχε βγάλει ο διπλανός του άνδρας, δεν περίμενε την κίνησή του. Εκείνος θα μπορούσε να επιβάλλει την τάξη χωρίς να χυθεί περισσότερο αίμα…
        
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 63


            Η λύρα εξέπεμπε εκτυφλωτικό φως. Τα μάτια του ταράνδου τυφλώθηκαν, ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι κάλυψαν τα μάτια τους. Κανένας δεν γνώριζε τι έμελλε να συμβεί. Η λύρα είχε επιλέξει την Νέξ για αφέντρα της και πλέον εκείνη θα μπορούσε να παίζει με μαεστρία το όργανο και να γαληνεύει τις καρδιές των εξαγριωμένων, αλλά και να εξημερώνει τα θεριά.
                 Η ίδια ένιωσε ένα αλλόκοτο συναίσθημα. Δεν ήξερε τι ακριβώς ένιωθε, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο ένιωθε πως θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Για μια στιγμή ένιωσε πως θα μπορούσε να σταματήσει την καταιγίδα που ερχόταν στον Έσω Κόσμο. Θα έπαιρνε πίσω το βασίλειο του Βορρά και μέσω αυτού θα επανέφερε για πολλοστή φορά την ηρεμία ανάμεσα στα τέσσερα βασίλεια.
                 Ο τάρανδος έβγαλε μια σπαραχτική κραυγή φόβου. Προς στιγμήν έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται την τροπή που είχαν πάρει τα γεγονότα. Ο Άρχοντας του Σκότους όπως αποκαλούνταν είχε ουσιαστικά μετατραπεί σ’ έναν  ιδιόμορφο παρία, εφόσον οι πάντες μέσα στο σπήλαιο κοίταζαν την γυναίκα αποσβολωμένοι.
                Ακόμα και ο άνδρας που κρατούσε πριν από κάμποσο χρόνο τη λύρα, έδειχνε για πρώτη φορά αφότου είχε εισέλθει η συντροφιά στη σπηλιά να κατανοεί την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Με γρήγορες ματιές πότε δεξιά και πότε αριστερά επεξεργαζόταν τον χώρο, καθώς καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά ή τουλάχιστον πως βρισκόταν σ’ ένα μέρος που δεν γνώριζε. Το πρόσωπό του μάλιστα είχε πάρει μια έκφραση που αναδείκνυε με ενάργεια την έκπληξή του.
              «Που βρίσκομαι;», ρώτησε ο Βαλτάζαρ με εμφανή απορία.
              Ο χτυπημένος πολεμιστής προσπάθησε να μιλήσει, μα προτού ανοίξει το στόμα του, ο τερατόμορφος τάρανδος άρχισε να πετάει κατάρες, η οποίες είχαν σαν στόχο κυρίως την πανέμορφη γυναίκα που κράδαινε στα χέρια της το μουσικό όργανο με τις μαγικές δυνάμεις. Φοβόταν περισσότερο από ποτέ. Ίσως, για πρώτη φορά να είχε συνειδητοποιήσει την πικρή αλήθεια. Τόσα χρόνια εκμεταλλευόταν την μοναδική ουσιαστικά ικανότητα που είχε για να υπνωτίζει κρατερούς άνδρες και να οδηγεί υποψήφια θύματα μέσα στο σπήλαιο με απώτερο σκοπό να ξεσκίσει τη σάρκα τους και να θρέψει την ακόρεστη επιθυμία του για αίμα.
            «Θα πεθάνεις ΓΥΝΑΙΚΑ», φώναξε ο το τέρας δείχνοντας τα σουβλερά του δόντια.
            Η Νέξ μπορεί να φοβήθηκε, μα ένιωσε πως δεν έπρεπε να κάνει πίσω. Αυτή τη φορά, εκείνη στιγμή, όφειλε να αντιμετωπίσει τους φόβους του. Με το δεξί της χέρι έσπρωξε τον εαυτό της τόσο ώστε να αποφύγει τα δόντια του ταράνδου. Βρέθηκε από πίσω του, μα δεν τον χτύπησε. Κρατώντας με ορθό τρόπο του μουσικό όργανο άρχισε να παίζει μια μελωδία τόσο όμορφη ώστε οι καρδιές όσων την άκουσαν αγαλλίασαν μονομιάς. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης και πρωτόγνωρής χαράς εμφανίστηκε στα πρόσωπά τους. Ο Άρχοντας του Σκότους μαγεύτηκε τόσο πολύ από τον ήχο ώστε παρέμεινε ακίνητος σαν να ήταν μαρμαρωμένος.
            Η γυναίκα σταμάτησε να παίζει ξαφνικά. Κανένας δεν κινήθηκε για μερικά λεπτά. Όλοι αναπολούσαν την θεόπνευστη μελωδία που είχε βγει από τη λύρα. Ακόμα και ο αιμοβόρος εχθρός είχε αποκτήσει το υπνωτισμένο βλέμμα του Βαλτάζαρ. Δεν πρέπει να βρισκόταν πια στον επίγειο κόσμο. Η λογική πρέπει να είχε χαθεί. Βρισκόταν πια μέσα σε μια βάρκα, σε μια ήρεμη θάλασσα και έπλεε προς εδάφη που θα του χάριζαν έντονες συγκινήσεις. Σ’ εκείνα τα μακρινά μέρη του νου δεν θα υπήρχαν κίνδυνοι, μονάχα απολαύσεις. Αυτές ήταν οι σκέψεις του υπνωτισμένου τέρατος.
            Η κόρη του Λύριου έδειχνε να δέχεται με ιδιαίτερη χαρά την επιτυχία της. Είχε σώσει τη συντροφιά και προπάντων είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Πλέον, θα μπορούσαν να κάνουνε τα πάντα. Όλα έβαιναν προς ένα πιο ευκολοπερπάτητο μονοπάτι. Έτσι ένιωθε η πριγκίπισσα, αλλά ήταν όμως έτσι;… 

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 62


             Η μελωδία της λύρας έγινε ακόμα γρηγορότερη. Τα πόδια του ακολουθούσαν τον τρελό ρυθμό με πάθος. Δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ήθελε βοήθεια. Ωστόσο, η Νέξ μαζί με τον Κόλλοκαρ δεν έκαναν απολύτως τίποτα. Φόβος, τρόμος, αδυναμία, γιατί δεν τον βοηθούσαν;
               «Σταμάτα, αλλιώς θα πας στον άλλο κόσμο», είπε η Νέξ με άκρως επιθετικό βλέμμα.
                Ο Βαλτάζαρ έδειχνε να μην ακούει. Ο Ασημόκαρδος όμως, έβλεπε ότι η γυναίκα είχε απευθυνθεί στον τερατόμορφο τάρανδο. Ναι, είχε συνειδητοποιήσει κι εκείνη την πάσα αλήθεια, ότι ο βάρδος είχε υπνωτιστεί. Θα έκαναν αργά ή γρήγορα επίθεση στον Άρχοντα του σκότους.
                Το πλάσμα κοίταζε παραξενεμένο. Είχε φοβηθεί τα μάτια της. Μολαταύτα, όφειλε να μην δείξει το φόβο που έδρευε μέσα στη ψυχή. Αυτός ήταν δυνατότερος και έπρεπε απλά να αποδείξει στους κατώτερους ότι δεν μπορούσε να ηττηθεί σε μια επικείμενη μάχη. Έτσι, άνοιξε διάπλατα το στόμα του φανερώνοντας τα σουβλερά του δόντια. Μ’ αυτά, θα κατάφερνε να τους τρομάξει.
                 Ο Κόλλοκαρ με την Νέξ εστίασαν στα δόντια του πλάσματος. Μπορεί να έδειχναν άκρως επικίνδυνα, μα είχαν αντιμετωπίσει μεγαλύτερους κινδύνους. Δεν φοβόντουσαν αυτόν τον Τάρανδο, μα τον βάρδο που βρισκόταν υπό την επήρειά του. Φαινόταν ικανότατος στο παίξιμο της λύρας.
                 «Σταμάτησέ τον ΤΩΡΑ!», φώναξε η γυναίκα και η φωνή της ακούστηκε σε ολόκληρη τη σπηλιά.
                 «Μην σταματήσεις, πρέπει να ΠΕΘΑΝΕΙ», φώναξε ο τάρανδος και προτάσσοντας το αιμοβόρο στόμα του αποπειράθηκε να δαγκώσει την κόρη του Λύριου.
                  Ο Κόλλοκαρ αμέσως, στράφηκε προς τον μαγεμένο άνδρα. Η πριγκίπισσα θα μπορούσε να τα βάλλει με το τέρας. Ο ίδιος όφειλε να σώσει τον Ασημόκαρδο. Ο ιδρώτας έρεε σαν τον ορμητικό χείμαρρο από το σώμα του, ενώ έβγαζε συγχρόνως σπαραχτικές ιαχές πόνου. Οι φωνές μαζί με τις στριγκλιές του θύμιζαν πολύ παιδί. Ωστόσο, ο πολεμιστής πίστευε πως και αυτόν αν βρισκόταν στη θέση του θα υπέφερε εντονότερα. Ο Ασημόκαρδος άνηκε στην κατηγορία των μυστήριων ανθρώπων. Απόφευγε τις κουβέντες και προσπαθούσε να κρατηθεί στην αφάνεια. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος μάλλον είχε πολλά καλά κρυμμένα μυστικά. Ένα από αυτά τουλάχιστον έδειχνε να έχει μέγιστη σημασία για τον ίδιο.
                  Χτύπησε το βάρδο με τα γυμνά του χέρια κατακέφαλα. Αυτό το χτύπημα στάθηκε αρκετό ώστε να σταματήσει το παίξιμο της λύρας. Ο άνδρας πόνεσε και έπεσε στο πάτωμα. Ο Κόλλοκαρ πήγε να αρπάξει λύρα, αλλά μια μαγική δύναμη τον εκσφενδόνισε πάνω στον τοίχο. Κάποια κόκκαλα πρέπει να έσπασαν γιατί έβγαλε παράξενους ήχους.
                  Ο Ασημόκαρδος επιτέλους ελευθερώθηκε από το ξόρκι. Έπεσε κι εκείνος στο δάπεδο. Πόνεσε περισσότερο από πριν, μα ένιωσε μια απερίγραπτη ανακούφιση. Είχε σωθεί από το βασανιστικό μαρτύριο του χορού. Είδε, τον πολεμιστή που χτύπησε δυνατά στο τοίχωμα. Προσπάθησε να κινηθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Παρέμεινε ακίνητος, καθώς δεν ένιωθε τα πόδια του. Είχαν γεμίσει γεμάτο κάλους. Εκτός αυτού, δεν μπορούσε να τρέξει. Μολαταύτα, έπρεπε  να κερδηθεί αυτή η μάχη, γι’ αυτό προσπάθησε να πλησιάσει το όργανο σερνόμενος.
                  Η Νέξ μονομαχούσε με τον τάρανδο όσο έλαβαν χώρα αυτά τα γεγονότα ακριβώς δίπλα της. Για την ακρίβεια, κατέβαλλε τιτάνιες προσπάθειες ώστε να αποφύγει τα δόντια του τέρατος. Βέβαια, κάποια στιγμή όφειλε κι εκείνη να αντεπιτεθεί. Κάποια στιγμή παραπάτησε. Βρέθηκε δίπλα στο μουσικό όργανο. Το τέρας πήρε φόρα κι ετοιμάστηκε να της ξεσκίσει τη σάρκα. Με το αριστερό της χέρι έπιασε τη λύρα.
                    Εκείνη τη στιγμή αναγνώστη, συνέβη ένα περιστατικό που έμελλε να χαραχθεί για πάντα στην ιστορία του Έσω Κόσμου. Αυτή η σκηνή ή μάλλον αυτή η αρπαγή του μουσικού οργάνου δημιούργησε έναν θρύλο που είναι γνωστότερος ανά τους κόσμους μ’ αυτό το όνομα: «Ο Θρύλος της Βάρδου Νέξ»…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
         

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 61


            Ο λαός συνήθιζε να λέει πως όποιος κοκορεύεται διαρκώς, κάποια στιγμή θα ερχόταν και η τιμωρία για την αλαζονεία που επεδείκνυε. Στην περίπτωσή μας, η συντροφιά αυτή με τους παράξενους ανθρώπους που την απάρτιζαν θα έδωναν στο πλάσμα που στεκότανε μπροστά τους ένα μάθημα που θα το θυμότανε για την υπόλοιπη ζωή του.
             «Σας παρακαλώ, φωνάξτε δυνατά ότι είμαι τρομαχτικός και απίστευτα δυνατός», είπε ο τάρανδος γεμάτος αυτοπεποίθηση.
             Όσοι ώρα μιλούσε ο Άρχοντας του Σκότους, ο Κόλλοκαρ έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Ο άνδρας που τους είχε φράξει την έξοδο έδειχνε να έχει διαρκώς τα μάτια του καρφωμένα στον τάρανδο. Ο Βαλτάζαρ πρέπει να βρισκόταν υπό την επήρεια κάποιου ξορκιού. Έδειχνε να μην αντιδράει καθόλου, για την ακρίβεια μονάχα όταν μίλαγε το αφεντικό του αντιδρούσε κατά κάποιον τρόπο. Το στόμα του άνοιγε, ενώ οι κόρεw των ματιών του κοίταζαν ελάχιστα και προς τη μεριά τους Το πλάσμα που κατοικούσε στη σπηλιά, δεν είχε καμιά φοβερή ικανότητα, απλά γνώριζε την τέχνη του υπνωτισμού.
             Και ο Ασημόκαρδος είχε αρχίσει να αναγνωρίζει όλα εκείνα τα σημασία που φανέρωναν τις αδυναμίες του ταράνδου. Ήταν φαφλατάς, μα όχι δυνατός.  Αν μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να καταστρώσουν ένα έξυπνο σχέδιο, αργά ή γρήγορα θα ξέφευγαν από το σπήλαιο. Πέρα απ’ αυτές τις σκέψεις, τον Ασημόκαρδο τον απασχολούσε πολύ και το γεγονός ότι όφειλαν να ελευθερώσουν και τον Βαλτάζαρ. Δεν ήξερε γιατί, μα φαινόταν να κρύβει καλά κρυμμένα μυστικά. Τον ήθελε στην ομάδα. Θα μπορούσε να τους βοηθήσει σημαντικά να ικανοποιήσουν τους κοινούς τους στόχους.
           Από την άλλη μεριά, η κόρη του Λύριου έδειχνε να μην συμμερίζεται την άποψη των άλλων δύο. Ο ανθρωπόμορφος τάρανδος έκρυβε τη δύναμή του, παρουσίαζε μια ψευδή εικόνα με σκοπό να ξεγελάσει όσους έβγαζαν γρήγορα συμπεράσματα. Μια μάχη μαζί του έκρυβε κινδύνους. Θα ήταν εξαιρετικά ανόητο να ρισκάρουν κάτι τέτοιο ή μήπως όχι;
            «Αφέντη, ποιον θέλεις να σκοτώσω;», ρώτησε φωναχτά ο υπόδουλος βάρδος.
             Ο Αφέντης  σκέφτηκε αρκετά ποιον ήθελε να σκοτώσει. Η γυναίκα έδειχνε να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Έπρεπε να την θανατώσει ή μήπως να την έπαιρνε υπό τον έλεγχό του;
             «Σκότωσε εκείνον εκεί τον βλάκα», είπε χαχανίζοντας.
              Ο υπόδουλος άνδρας δεν περίμενε άλλη κουβέντα. Από την πλάτη του εμφάνισε μια αυτοσχέδια λύρα. Ξεκίνησε να παίζει με μαεστρία. Τα πόδια του θύματος ακολούθησαν το ρυθμό με ζέση.
             Ο πόνος είχε αρχίσει να κυριεύει το κορμί του Ασημόκαρδου. Φοβόταν πως η μελωδία αυτή θα τον οδηγούσε μια ώρα αρχύτερα στον άλλο κόσμο. Κοίταξε για λίγο προς το ταβάνι της σπηλιάς. Ευχήθηκε να σωνόταν με κάποιο τρόπο από αυτό το μαρτύριο.
             Η μελωδία της λύρας έγινε ακόμα γρηγορότερη…  

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 60


            Ήταν περίπου τρία μέτρα. Στο κεφάλι του υπήρχαν τεράστια κέρατα που παρέπεμπαν σε τάρανδο. Το υπόλοιπο σώμα όπως και το πρόσωπο καλυπτόταν από τις σκιές.
              «Που πήγε ο βάρδος;», ρώτησε το πλάσμα με την χοντροκομμένη φωνή του.
            Το πρόσωπο του Βαλτάζαρ μονομιάς συσπάστηκε. Φοβόταν το πλάσμα. Τα χέρια του έτρεμαν, ενώ δεν μπορούσε να μιλήσει. Για την ακρίβεια, κάθε φορά που πήγαινε να αρθρώσει κουβέντα, έβγαζε μονάχα κάποιους ακανόνιστους ήχους. Στο μυαλό του Βαλτάζαρ είχε σχηματιστεί ανάγλυφα η μακάβρια εικόνα του θανάτου του. Εκείνο το τέρας που κρυβόταν εκνευρισμένο από τη φυγή του άνδρα με τη λύρα, έμπηγε με δύναμη τα κέρατα στην κοιλιά. Του ξέσκιζε τη σάρκα κι ύστερα την έτρωγε με ευχαρίστηση.
            Απέχθεια και τρόμος επέτειναν την αλλόκοτη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο άνδρας. Προσπάθησε άλλες τρις φορές να απαντήσει. Τελικά κατάφερε να πει λακωνικά πως είχε φύγει ο λυριτζής.
             Το τέρας με τα κέρατα ταράνδου έβγαλε μια κραυγή εκνευρισμού. Έκανε ένα τεράστιο βήμα ώστε να φανερώσει τον εαυτό του, μα τελευταία στιγμή έκρινε πως δεν ήταν φρόνιμο από μέρος του να εμφανιστεί τόσο νωρίς στους ξένους. Προτού εμφανιστεί όφειλε να εμφυσήσει τον τρόμο στις ψυχές των παρευρισκομένων, γιατί παρόλο που ήταν δυνατό, σίγουρα θα δυσκολευόταν πάρα πολύ να αντιμετωπίσει και τους τέσσερις μαζί σε μια επικείμενη μάχη. Η επιβίωσή του βασιζόταν στον τρόμο, τόσα χρόνια αυτό έκανα. Τώρα, δεν θα άλλαζε την τακτική του. Θα ακολουθούσε την περπατημένη.
             «Υποκλιθείτε ζώα στον Άρχοντα του Σκότους», είπε η χοντροκομμένη φωνή με ιδιαίτερο απειλητικό τόνο.
               Ο υπόδουλος βάρδος έπεσε στην γη μεμιάς. Η φάτσα του έτριβε το γεμάτο υγρασία πάτωμα καθώς έκανε τεμενάδες για να τιμήσει τον Άρχοντα του Σκότους. Οι άλλοι τρις παρακολουθούσαν κάπως επιφυλακτικά τα γεγονότα. Δεν φοβόντουσαν το πλάσμα, μα για κάποιο ανεξήγητο λόγο πίστεψαν πως θα ήταν προτιμότερο να μην συγκρουστούν από τώρα με τον «οικοδεσπότη» τους. Έτσι, έπεσαν και οι τρις στο πάτωμα. Υποκλίθηκαν σαν να υποκλίνονταν στον κρατερό Λύριο.
              Ο κερασφόρος εχθρός αποφάσισε πως επιτέλους είχε έρθει να εμφανιστεί. Κούνησε τα χέρια του και το σκοτάδι χάθηκε προς στιγμήν. Τώρα, τα χαρακτηριστικά του ήταν ευδιάκριτα. Το πρόσωπό του ήταν ζωόμορφο, θύμιζε τάρανδο, αλλά είχε και μερικά άλλα στοιχεία που παρέπεμπαν σε ταύρο. Το κορμί του καλυπτόταν από καφετί γούνα, ενώ τα πόδια του ήταν οπλές και είχε και μακρόστενα ανθρώπινα χέρια. Κοντολογίς, μπροστά στη συντροφιά στεκότανε ένας ανθρωπόμορφος τάρανδος.

              Η Νέξ βάλθηκε να συγκρατήσει τους γέλωτες που θα ξεπετάγονταν σαν χείμαρρος από το στόμα της. Ο Κόλλοκαρ κοίταζε με συμπάθεια τον «απειλητικό» τάρανδο, ενώ ο Ασημόκαρδος είχε χαλαρώσει αρκετά τους μυς του. Αυτό το πλάσμα ήταν αδύναμο, σε μια ολομέτωπη μάχη θα έβγαιναν σίγουρα νικητές.
             Ο Βαλτάζαρ βλέποντας τον Άρχοντα του Σκότους ένιωσε μεγαλύτερο δέος. Παράλληλα, κοίταξε τους παρείσακτους. Έδειχναν να μην τρομάζουν καθόλου από την παρουσία του ταράνδου. Δεν είχε σημασία, αργά ή γρήγορα θα συνειδητοποιούσαν την πάσα αλήθεια. Ο ανθρωπόμορφος τάρανδος θα τους έδειχνε την πραγματική του δύναμη…  


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
              

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 59


              «Δεν μπορούμε να κάτσουμε εδώ μέσα. Πίστεψέ μας, δεν θέλεις να μας εκνευρίσεις», είπε η Νέξ απειλητικά.
              Ο τύπος με το σκιώδης πρόσωπο άρχισε να γελάει φωναχτά. Ολόκληρη η κορμοστασιά του σπαζόταν από τα χαχανητά. Οι γέλωτες όμως δεν φανέρωναν τίποτα το θετικό για τη συντροφιά. Αντίθετα, όλοι σαν άκουσαν εκείνα τα χάχανα τρόμαξαν, γιατί ο σκιώδης άνθρωπος που έφραζε την έξοδο έδειχνε να κρύβει καταχθόνια μυστικά.
               «Θα μίλαγες με μεγαλύτερη σύνεση γυναίκα αν γνώριζες το πραγματικό μου όνομα. Είμαι ο βάρδος Βαλτάζαρ. Δεν νομίζω πως έχω να προσθέσω οτιδήποτε. Αν δεν με ακολουθήσετε, θα πρέπει να σας σκοτώσω», πρόσθεσε χαμογελώντας ο άνδρας.
               Το χαμόγελο αυτό φανέρωσε για πρώτη φορά ύστερα από την εμφάνισή του κάποια χαρακτηριστικά του προσώπου. Στο πηγούνι του υπήρχε μια μεγάλη ουλή. Επίσης, στο αριστερό μέρος του προσώπου υπήρχαν κάτασπρα γένια σαν αυτά του χιονιού. Από την μύτη και πάνω δεν φαινόταν απολύτως τίποτα.
               Η πριγκίπισσα δεν χρειάστηκε να ζητήσει την γνώμη των συντρόφων της σχετικά με το δίλλημα που είχε δημιουργήσει ο «οικοδεσπότης». Ήταν πραγματικά ανόητο να αντιταχτούν σ’ έναν βάρδο που έδειχνε να γνωρίζει άριστα την τέχνη του. Μπορεί να κατάφερναν να τον κέρδιζαν , μα θα έπρεπε σίγουρα να θυσιάσουν κάτι ή κάποιον ώστε να διαφύγουν από την παγίδα στην οποία είχαν υποπέσει.
              Σκεφτόμενη αυτά, έπιασε το αριστερό μέρος του στήθους της. Ένιωθε την καρδιά της να πονάει. Από τότε που είχε συναντήσει τον Εβλίς στον κόσμο των πνευμάτων ένιωθε κάθε τόσο πόνο στην καρδιά. Ένιωθε σαν να σταματάει κατά διαστήματα. Ήταν αδύνατον να πληρώσει κάτι αντίστοιχο κι αυτή τη φορά.
              Το διαπεραστικό βλέμμα εκείνου του σατανικού βάρδου καρφώθηκε πάνω της. Ένιωσε αλλόκοτα. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος έκρυβε πολλά μυστικά. Καθώς τον κοίταζε ένιωσε στην ατμόσφαιρα να πλανάται μαγεία. Σχεδόν ότι βρισκόταν σ’ αυτό το σπήλαιο επηρεαζόταν από μαγεία. Η μαγική αύρα πήγαζε από τον άνδρα.
             «Θα σε ακολουθήσουμε Βαλτάζαρ», είπε η Νέξ παύοντας να τον κοιτάζει.
             «Ακολουθήστε με παρακαλώ», είπε ο βάρδος με χαιρέκακη φωνή.
             Ο Κόλλοκαρ δεν συμφωνούσε με την απόφαση της γυναίκας. Μπορούσαν εύκολα να σκοτώσουν αυτόν τον τύπο. Οι βάρδοι ήταν αδύναμοι. Μονάχα στα λόγια είχαν κάποια έφεση. Κατά τα’ άλλα δεν μπορούσαν να σε απειλήσουν πόσο μάλλον να προκαλέσουν το θάνατο. Αυτό που τον εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν ότι αυτό το σπήλαιο είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Είχε τριγυρίσει μυριάδες φορές στην γύρω περιοχή κι όμως δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη της σπηλιάς.
             Η ασυμφωνία του πολεμιστή με την Νέξ τον οδήγησε σε μια ριψοκίνδυνη απόφαση. Θα παρέμενε μαζί με τους άλλους και όταν δεν έβλεπαν, τότε θα έφευγε από τη σπηλιά. Με λίγη δόση τύχης θα κατάφερνε να σώσει το τομάρι του.
             Ύστερα από λίγο έφτασαν στο βράχο όπου είχαν συναντήσει τον άνδρα που έπαιζε λύρα. Τα έντομα είχαν εξαφανιστεί από το χώρο, ενώ η τρομαχτική ατμόσφαιρα είχε κάπως αλλάξει.
              «Τώρα, ήρθε η ώρα να σας πω τι ακριβώς θα γίνει», φώναξε ο Βαλτάζαρ.
              Οι φωνές του προκάλεσαν έναν σεισμό. Το έδαφος ταρακουνήθηκε, ενώ ακούστηκαν αλλόκοτες ιαχές. Κάπου στο βάθος, εκεί όπου τα σκοτάδια έκρυβαν σχεδόν κάθε σπιθαμή της σπηλιάς. Ωστόσο, μέσα από τα σκοτάδια φάνηκε ένα γιγαντιαίο πλάσμα…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Βάρδος Νέξ-σελίδα 58


          «Πήγαινε μαζί με τους άλλους, αλλιώς θα σε σκοτώσω», είπε ο βάρδος οποίος δια μαγείας είχε βρεθεί πίσω από τον πολεμιστή. Η φωνή του την φορά αυτή δεν ήταν εύθυμη, μα μπάσα, μεστή και αρκετά απειλητική ώστε να οδηγήσει τον Κόλλοκαρ στην απόφαση να κατευθυνθεί στο σημείο μαζί με τους συντρόφους του.
           «Τώρα, σας αφήνω. Να ξέρετε ότι δύο από σας θα πεθάνετε. Ο ένας θα ζήσει, μα θα πληρώσει ένα τεράστιο τίμημα. Θα πρέπει να παραμείνει εδώ μέσα κάμποσα χρόνια μέχρι να γίνει βάρδος. Εγώ, δεν είχα ποτέ τις ικανότητες για να μοιάσω στον αφέντη και να γίνω καλύτερος, γι’ αυτό σας μάγεψα. Όφειλα να βρω έναν αντικαταστάτη προτού ξεφύγω από αυτή τη φυλακή. Λυπάμαι, για όσα προβλήματα σας προκάλεσα, μα δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Είθε η ψυχή σας να βρει κάποια στιγμή το ησυχαστήριο που επιζητά», είπε για τελευταία φορά ο βάρδος προτού χαθεί μια για πάντα από τα μάτια της συντροφιάς.
                Τα ζωύφια μετά την εξαφάνιση του άνδρα με τη λύρα ησύχασαν. Ίσως, ο βάρδος για κάποιο λόγο να έβγαζε από μέσα τους το θεριό που έκρυβαν και να τα μετέτρεπε σε φονικές μηχανές. Από την άλλη ίσως να είχαν συνηθίσει την μυρωδιά των παρείσακτων.
                 «Πάμε να φύγουμε τώρα που μπορούμε», ψιθύρισε η Νέξ.
                 Ο Κόλλοκαρ και ο Ασημόκαρδος κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους. Για κάποιο λόγο και οι τρεις του πίστευαν ότι ο τύπος με τη λύρα τους είχε πει κατάφορα ψέματα. Ίσως, να μην το είχε κάνει επίτηδες και όλο αυτό το παραλήρημα να οφειλόταν στην τρέλα που είχε φωλιάσει μέσα στο κορμί του και του έτρωγε αργά, αλλά βασανιστικά τα εσώψυχα οδηγώντας τον στην παντοτινή τρέλα.
                  Σίγουρα, εκείνος ο άνδρας δεν φάνταζε να είχε σώας τας φρένας, αλλά πρέπει μέσα στη τρέλα του να είχε εκστομίσει και κάποιες αλήθειες. Για λίγα δεύτερα είχε φανεί να παραστρατεί από το παραλήρημά του. Για λίγα δεύτερα είχε φανεί να προσπαθεί να προειδοποιήσει την ομήγυρη.  Τελικά, δεν πρέπει να είχε καταφέρει να τους παρουσιάσει ανάγλυφα τον κίνδυνο που παραμόνευε σ’ αυτό το σπήλαιο, γιατί διαφορετικά δεν θα προσπαθούσαν να βγουν έξω από το σπήλαιο.
                 Προχώρησαν προς την έξοδο. Πάντα μπροστά βρισκόταν η κόρη του Λύριου. Από πίσω ακριβώς ήταν ο Κόλλοκαρ και τελευταίος ο Ασημόκαρδος.
                 Όταν φάνηκαν οι αχτίδες του ηλίου ο βηματισμός τους έγινε γρηγορότερος. Σε λίγο θα βρίσκονταν ξανά κάτω από τον γαλάζιο ουρανό. Στα βρώμικα πρόσωπά τους είχε εμφανιστεί μια πρωτόγνωρη χαρά. Βλέπετε, είχαν κουραστεί να έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τέρατα και δαιμόνια. Η κούραση που είχε συσσωρευτεί τους είχε επηρεάσει σημαντικά, γιατί δεν ήταν δυνατόν να μην δουν έναν άνδρα που μέσα στις σκιές τους προσπέρασε σαν σίφουνας και κάθισε μπροστά στην έξοδο της σπηλιάς.
               «Που πάτε αγαπητοί επισκέπτες;», ρώτησε με την γάργαρη φωνή του.
               Η συντροφιά ταράχτηκε, γιατί όπως προανέφερε κανένας τους δεν είχε παρατηρήσει τον άνθρωπο. Όλοι βρίσκονταν χαμένοι στον δικό τους κόσμο.
               «Ποιος είσαι;», ρώτησε η μελλοντική βασίλισσα του βασιλείου των ανθρώπων.
               «Νομίζω πως εσείς θα πρέπει να απαντήσετε στην ερώτησή μου πρώτα. Εσείς μπήκατε εδώ μέσα χωρίς να ρωτήσετε κανέναν, επομένως οφείλετε να εξηγηθείτε», είπε απειλητικά εκείνος.
               «Δεν μπήκαμε εδώ μέσα με τη θέλησή μας. Ένας βάρδος που βρισκόταν εδώ μέσα μας υπνώτισε και μας οδήγησε εδώ μέσα. Δεν θέλουμε τίποτα περισσότερο παρά να επιστρέψουμε στον προορισμό μας κύριε. Σας παρακαλώ, αφήστε μας να περάσουμε», είπε η πριγκίπισσα ευγενικά.
              «Δυστυχώς δεν μπορώ να σας ικανοποιήσω αυτό το αίτημα»
        
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 57


        Ο άνδρας που στεκόταν στο βράχο χαμογελούσε σατανικά. Το χαμόγελό του βέβαια ήταν απαίσιο καθώς φαινόντουσαν εναργέστερα τα κατάμαυρα δόντια του. Όσο δεν είχαν μαυρίσει είχαν ένα έντονο κιτρινωπό χρώμα. Σε λίγο χρόνο κι εκείνα θα γίνονταν μαύρα. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν λαδωμένα. Τα μάτια του είχαν ένα πορτοκαλί χρώμα. Χρώμα πραγματικά αλλόκοτο για άνθρωπο. Ίσως να μην άνηκε καν στην ανθρώπινη φυλή αυτός ο χαρισματικός οργανοπαίχτης.
         Όταν η Νέξ και ο Ασημοκάρδος  πλησίασαν αρκετά ώστε να μπορούν να μυριστούν τη βρωμερή του ανάσα, εκείνος σταμάτησε να παίζει τη λύρα. Οι δύο σύντροφοι ξαφνικά ξύπνησαν από τον ύπνο. Κοίταξαν το χώρο. Τρόμαξαν τόσο από τη θέα του μεσόκοπου οργανοπαίχτη όσο και από τα έντομα που τους περιτριγύριζαν. Βρίσκονταν μέσα σε μια σπηλιά. Στα τοιχώματα υπήρχε μονάχα έντομα και έντονη υγρασία. Η μυρωδιά του μέρους ήταν πράγματι αφόρητη. 
         «Ποιος είσαι;», ρώτησε επιθετικά η Νέξ.
          Ο άνδρας με τη λύρα δεν απήντησε. Σηκώθηκε μηχανικά από το βράχο όπου στεκόταν. Τους κοίταξε περιφρονητικά. Δεν είχε καμία όρεξη να ανοίξει κουβέντα με τους μελλοθάνατους. Εκείνος απλά είχε κάνει τη δουλειά του. Τώρα, αφού είχε φέρει στο λημέρι του τέρατος τροφή, θα μπορούσε επιτέλους να ελευθερωθεί. Αυτοί οι δύο άνθρωποι που στέκονταν μπροστά του αποτελούσαν το εισιτήριό του για την έξοδο από αυτό το κολαστήριο.
          «Ποιος είσαι και τι θέλεις από εμάς;», ρώτησε ξανά η Νέξ.
          «Εγώ δεν θέλω τίποτα κοπέλα μου. Εκείνο θέλει. Θέλει να σας φάει. Εγώ είμαι μονάχα ο καλεστής κοπέλα μου, τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο», είπε κοιτώντας στο βάθος της σπηλιάς, εκεί όπου τα σκοτάδια έκρυβαν κάθε δραστηριότητα του πλάσματος που φαινόταν να είχε εκβιάσει αυτόν τον άνθρωπο ώστε να τους οδηγήσει μέσα στο σπήλαιο.
         «Εσύ, που κρύβεσαι πίσω από το τοίχωμα εμφανίσου. Ξέρει πως είσαι εδώ, μην νομίζεις πως μπορείς να τον κοροϊδέψεις», χαχάνισε νευρικά ο βάρδος.
        Ο Κόλλοκαρ δεν μετακινήθηκε.  Ήθελε να δει αν όντως ο βάρδος τον είχε αντιληφθεί ή απλά μπλόφαρε. Ήλπιζε να αγνοούσε την ύπαρξή του, γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, τότε η συντροφιά βρισκότανε ξανά μπροστά σ’ ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ελλόχευαν κίνδυνοι παραμένοντας εκεί  μακριά από τους συντρόφους του μαζί με τα έντομα που τον ενοχλούσαν και του ρουφούσαν το αίμα, μα δεν τον ενδιέφερε καθώς θεωρούσε πως έκανε το σωστό.
          «Βγες έξω, πραγματικά δεν θέλεις να τον εξαγριώσεις. Αν τον εκνευρίσεις δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να μείνει έστω και ένας από σας ζωντανός. Να θυμάστε θέλει τουλάχιστον έναν», είπε ο βάρδος και παίζοντας  μι α μελωδία εξαφανίστηκε.
          «Ελάτε εδώ», ψιθύρισε ο πολεμιστής στον Ασημόκαρδο και στη Νέξ.
          Ένα παγωμένο χέρι τον άγγιξε στον ώμο. Κρύος ιδρώτας έλουσε το πρόσωπό του. Κάτι ή κάποιος βρισκόταν ακριβώς πίσω του…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Ψηφιακή Λογοτεχνία


Ψηφιακή Λογοτεχνία

Όλοι λίγο – πολύ τα τελευταία χρόνια έχουμε βρει στο Διαδίκτυο κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο, το οποίο μπορούμε να κατεβάσουμε δωρεάν στον υπολογιστή μας σε ψηφιακή μορφή. Τι είναι όμως πραγματικά η Ψηφιακή Λογοτεχνία και πότε πρωτοεμφανίστηκε ;
Η αρχή έγινε το 1971, οπότε και ξεκίνησε τη λειτουργία του το Project Gutenberg, δηλαδή η πρώτη ανοικτή ψηφιακή βιβλιοθήκη με λογοτεχνικά έργα ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων (public domain). Ύστερα, το 1994, ο Μπρους Στέρλινγκ διέθεσε ελεύθερα στο Διαδίκτυο το ήδη μπεστ σέλερ «The Hacker Crackdown». Από τότε άνοιξαν πάμπολλοι «δρόμοι» τόσο για το αναγνωστικό κοινό όσο και για τους ίδιους τους συγγραφείς. Στο Διαδίκτυο πια κυκλοφορούν ηλεκτρονικά βιβλία (ebooks) είτε δωρεάν είτε επί πληρωμή. Άλλωστε, τα ηλεκτρονικά βιβλία, δηλαδή κάθε βιβλίο που έχει γραφτεί στον υπολογιστή, διαφέρει από τα χάρτινα γιατί έχει αισθητά χαμηλότερη τιμή ενώ είναι οικολογικό, μιας και δεν χρειάζεται να καταναλωθεί χαρτί για την έκδοσή του.
Η κουλτούρα του Διαδικτύου ήταν αυτή που ουσιαστικά ώθησε τους χρήστες στο διαμοιρασμό ενδιαφέροντος περιεχομένου. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε πνευματικό έργο πραγματικά αξίζει, είναι βέβαιο πως θα τύχει αναγνώρισης και θετικής ανταπόκρισης στον κυβερνοχώρο. Έτσι, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αμερικάνικης αγοράς έφτασε και στην Ελλάδα η γνώση για το ψηφιακό βιβλίο. Μάλιστα, το 1997, ο Νίκος Δήμου έγινε ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που διέθεσε ελεύθερα στο Διαδίκτυο ολόκληρα βιβλία του, μέσω του προσωπικού του δικτυακού τόπου www.ndimou.gr. Ωστόσο, η ουσιαστική σπίθα που πυροδότησε την ανάπτυξη και τη διάδοση της ηλεκτρονικής αγοράς βιβλίου στην Ελλάδα υπήρξε η δημοσίευση του μυθιστορήματος JohnieSociety του Γιάννη Φαρσάρη, το 2008 αλλά και η ελεύθερη διακίνηση στο Διαδίκτυο, από τις εκδόσεις  «Καστανιώτη», του έργου του Μίμη Ανδρουλάκη “Χαμένο Μπλουζ“, με άδεια  Creative Commons, η οποία επιτρέπει στους δημιουργούς να ορίσουν ποια δικαιώματα παραχωρούν κατά τη δημοσίευση των έργων τους στον παγκόσμιο ιστό.
Μέσω αυτών των έργων, το ψηφιακό βιβλίο απέκτησε φανατικούς υποστηρικτές και με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε από τον Γιάννη Φαρσάρη η πρώτη βιβλιοθήκη με δωρεάν βιβλία στο διαδίκτυο (http://openbook.gr/). Μάλιστα, το εθνικό κέντρο βιβλίου(ΕΚΕΒΙ) έχει συστήσει ένα παρατηρητήριο ψηφιακού βιβλίου, το οποίο παρακολουθεί τις εξελίξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα αρχεία της βιβλιοθήκης υπάρχουν και έργα σημαντικών ελλήνων λογοτεχνών, όπως του Παπαδιαμάντη, του Καρυωτάκη, του Καβάφη και πολλών άλλων, τα οποία με την παρέλευση εβδομήντα χρόνων από το θάνατο των συγγραφέων τους «ελευθερώθηκαν» από τα πνευματικά δικαιώματα. Συγχρόνως, το http://openbook.gr/φιλοξενεί και έργα πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων που ίσως… να αποτελέσουν τα επόμενα μεγάλα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας.
Την ίδια στιγμή, στην Αμερικάνικη αγορά, το 2011 τα ψηφιακά βιβλία στο σύνολο των πωλήσεων έφτασαν το 20% ενώ υπολογίζεται πως τα επόμενα χρόνια θα φτάσουν και ίσως ξεπεράσουν το 50%. Δυστυχώς, στην Ελλάδα όπου το ποσοστό ανάγνωσης είναι από τα χαμηλότερα της Ευρώπης, καθώς λιγότερο από το 40% των πολιτών διαβάζουν ένα βιβλίο το χρόνο, η αγορά ψηφιακών βιβλίων πλησιάζει μόλις το 1%.
Παρόλα αυτά, όλα δείχνουν ότι το Διαδίκτυο μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για την ανάπτυξη και τη διάδοση του βιβλίου καθώς δίνει τη δυνατότητα στους συγγραφείς να εκδώσουν τα έργα τους δωρεάν και να τα διαθέσουν στο κοινό είτε σε χαμηλή τιμή είτε ελεύθερα. Εκτός αυτού, όλοι οι εκδοτικοί οίκοι έχουν αρχίσει και ψηφιοποιούν τα βιβλία τους ενώ έχουν κάνει και την εμφάνισή τους οίκοι, οι οποίοι διαθέτουν ορισμένα έργα τους ελεύθερα στο αναγνωστικό κοινό, όπως οι εκδόσεις «Καστανιώτη» και οι «Βορειοδυτικές Εκδόσεις». Τέλος, πρόσφατα έκαναν την εμφάνισή του κι άλλοι οίκοι, όπως οι Εκδόσεις «Σαΐτα» (http://www.saitapublications.gr/), οι Εκδόσεις «Δήγμα» (http://www.ekdoseis-digma.gr) και οι Εκδόσεις «Βακχικόν» (http://www.vakxikon.gr), οι οποίες αναλαμβάνουν να εκδώσουν δωρεάν τα έργα των συγγραφέων, αρκεί αυτοί να επιθυμούν να τα διαθέτουν δωρεάν στον κυβερνοχώρο.
Η διάδοση λοιπόν του Διαδικτύου έδωσε τη δυνατότητα στη δημιουργία της Ψηφιακής Λογοτεχνίας και… στη διάδοση του βιβλίου. Μπορεί ακόμα να είναι αρκετά νωρίς αλλά ίσως η Ψηφιακή Λογοτεχνία να αποτελέσει το αντίδοτο για την παρακμιακή – πλέον – αγορά του βιβλίου αλλά και να συμβάλλει – ταυτόχρονα – καίρια στη διάδοση του πολιτισμού και των καινοτόμων ιδεών, στοιχεία απαραίτητα για την έξοδό μας από το τέλμα της οικονομικής κρίσης.
Πηγή:http://pacific.jour.auth.gr/emmeis/?p=6434

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 56


            «Θα σας πω την αλήθεια. Δεν θέλω να σας βλάψω», είπε ο Κόλλοκαρ έντρομος γιατί δεν ήθελε να παλέψει με τους δύο. Φαινόταν να έχουν μεταξύ τους χαώδεις διαφορές, μα είχαν περισσότερα κοινά. Απλά, η ένταση των τελευταίων ημερών είχε θολώσει το μυαλό. Η κούραση και  ο φόβος για την καταιγίδα που θα χτύπαγε με σφοδρότητα τον Έσω Κόσμο είχαν δημιουργήσει ένα τρομαχτικό χάσμα ανάμεσα στη συντροφιά.
            Τα ξανθιά μαλλιά της πανέμορφης κόρης του Λύριου κυμάτισαν για κάποια λεπτά εξαιτίας του παγερού αγέρα που χτύπαγε το απαλό της δέρμα. Εικόνα γαλήνια και συνάμα μαγευτική. Η γυναίκα θύμιζε νεράιδα. Απόπνεε μια μαγευτική γαλήνη. Και οι δύο άρρενες ένιωσαν αυτή την αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Ο φόβος μαζί με τον τρόμο είχανε ως δια μαγείας χαθεί. Πλέον, ατενίζοντας τα ξανθά μαλλιά της Νέξ και το ιριδίζον φως που τόνιζε το καλλίγραμμο σώμα της πλάσθηκαν στο νου των δύο αντρών εικόνες χαράς, εικόνες ενός αλλοτινού κόσμου.
           Από το βάθος του δρόμου ακούστηκε μια απερίγραπτη μελωδία. Στο άκουσμά της ακόμα και τα σατανικά πλάσματα που κρύβονταν στις τρύπες της οροσειράς σταμάτησαν για λίγο με σκοπό να ακούσουν αυτή τη μελωδία. Μήπως ήταν κελάηδημα αηδονιού; Μήπως ήταν φλογέρα ενός βιρτουόζου; Ή μήπως άνηκε σε κάποια θεότητα του επίγειου κόσμου; Δυστυχώς, καμία περιγραφεί δεν βοηθάει να καταλάβεις πως ακριβώς ακουγόταν.
            Η απερίγραπτη λοιπόν μελωδία πλησίαζε ολοένα τους φίλους μας. Δεν ένιωθαν την ανάγκη να απομακρυνθούν. Αντίθετα, ποθούσα να αντικρίσουν το πλάσμα εκείνο που μάγευε ολόκληρη την πλάση. Ανεπαίσθητα κατευθύνθηκαν προς τον ήχο. Μπροστά προχωρούσε η Νέξ, ακολουθούσε ο πολεμιστής και τελευταίος πήγαινε εμφανώς χαλαρότερος ο Ασημόκαρδος.
            Περίπου διακόσια μέτρα μακριά τους υπήρχε μία τρύπα στο πέτρωμα του βουνού. Χωρίς να ελέγξουν ή έστω να ενδιαφερθούν για το γύρω χώρο εισχώρησαν μέσα στα σκοτάδια της τρύπας. Δεν έβλεπαν, μα δεν τους ένοιαζε. Δεν ένιωθαν φόβο, μα δεν τους ένοιαζε. Αντιθέτως, ήθελαν να δούμε το πλάσμα με την απερίγραπτη φωνή.
            Η είσοδος του σπηλαίου είχε σκαλιστεί πρόσφατα. Αν πρόσεχαν λίγο περισσότερο θα παρατηρούσαν ότι ουσιαστικά η τρύπα αυτή είχε γίνει πρόσφατα από κάποιο πλάσμα, γιατί ακόμα υπήρχαν στο πέτρωμα γρατζουνιές. Εκτός αυτού, από το εσωτερικό έβγαινε μια έντονη μυρωδιά σαν εκείνη που βγάζουν τα πτώματα πολλών ημερών. Επιπλέον, καθώς προχωρούσαν μέσα στα σκοτάδια τριγύρω τους πέταγαν έντομα. Κατευθύνονταν κι εκείνα προς το εσωτερικό.
            Κάποια σκουλήκια μάλιστα δάγκωσαν τα πόδια της γυναίκας, μα εκείνη δεν έδωσε σημασία. Στον Ασημόκαρδο είχαν ανέβει στα πόδια του βδέλλες και άρχισαν μονομιάς να του ρουφάνε το αίμα. Ο Κόλλοκαρ αν και έδειχνε να βρίσκεται περισσότερο υπνωτισμένος απόδιωχνε οποιοδήποτε ζωύφιο έπεφτε πάνω του.
            «Που βρισκόμαστε;», φώναξε καθώς ξυπνούσε από το ξόρκι.
            Οι σύντροφοί του δεν μίλησαν. Απλά, συνέχισαν το δρόμο τους.
            «Ελάτε πίσω, είναι παγίδα», είπε ο πολεμιστής ενώ τραβούσε τους άλλους δύο ώστε να τον ακολουθήσουν. Χαμένος κόπος όμως, εκείνοι συνέχισαν την πορεία τους.
            Μερικές αχτίδες ενός αλλόκοτου φωτός έκαναν τον Κολλοκάρ να δει ένα άνοιγμα. Η Νέξ και ο Ασημόκαρδος είχαν διαβεί ήδη την είσοδο. Εκείνος, προχώρησε με αργά αλλά αποφασιστικά βήματα. Κάπου στο βάθος, πάνω σε έναν βράχο καθόταν ένας άνδρας που έπαιζε άρπα. Ναι, πάνω στο βράχο στεκόταν ένας βάρδος. Δεν τους συμπαθούσε τους βάρδους, για την ακρίβεια τους σιχαινόταν…  
              
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 55


Κραδαίνοντας το σπαθί στα δύο ροζιασμένα χέρια του προσπάθησε να του κόψει το κεφάλι. Το αλλόκοτο πλάσμα όμως κουνήθηκε γρήγορα και κατάφερε να αποφύγει το χτύπημα. Το πλάσμα παρά την παράξενη μορφή του ήταν γρήγορο. Άμεσα γύρισε και επιτέθηκε στον άνδρα.
         Ο Λύριος ένιωσε τα σουβλερά δόντια να του ξεσκίζουν τη σάρκα. Δεν πόνεσε βέβαια, γιατί όλα  αυτά τα χρόνια είχε τραυματιστεί πολλές φορές. Είχε πάψει να αισθάνεται στον σαρκικό πόνο. Ο Κρύος ιδρώτας έλουζε το κορμί του, ενώ το σπαθί ήταν έτοιμο να ξεφύγει από τα χέρια του.
         Το πλάσμα συνέχισε να ξεσκίζει τον άνδρα. Με την μεγάλη γλώσσα του έγλειφε το φρέσκο αίμα. Δεν έδειχνε να καταλαβαίνει και πολλά. Αυτό που το ενδιέφερε ήταν να σκοτώσει μονάχα τον Λύριο. Έτσι με τα μακρόστενα χέρια του ετοιμάστηκε να του κόψει το κεφάλι.
         Ο βασιλιάς έπιασε καλύτερα τον Αιματοβαμμένο. Έκοψε το ένα χέρι του εχθρού. Οι οιμωγές του τέρατος ακούστηκαν έντονα μέσα στο στρογγυλό σπήλαιο. Το παράξενο ήταν ότι τα ρουνικά σύμβολα εξέπεμπαν πια ένα ιδιαίτερα έντονο φως και εκτός αυτού ο Αιματοβαμμένος είχε ρουφήξει άμεσα όσο αίμα είχε βγει από το τέρας.
          Το σπαθί ασκούσε πλέον αφόρητη πίεση στον Λύριο. Ένιωθε μια ανώτερη δύναμη να εισχωρεί στο εσωτερικό του κορμιού του. Προσπάθησε να πετάξει το σπαθί, μα εκείνο δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το χέρι του. Το ξίφος ποθούσε να ρουφήξει κι άλλο αίμα κι ύστερα να χρησιμοποιήσει τον Λύριο για να το τρέφει με φρέσκο αίμα.
            Το πλάσμα προσπάθησε να ξεφύγει. Κατέβηκε τρέχοντας το μονοπάτι. Παράλληλα, το αίμα έβρεχε το μονοπάτι ενισχύοντας την επικινδυνότητά του. Ο Λύριος έχοντας χάσει τον έλεγχο ακολούθησε παρά τη θέλησή του το τέρας. Καθώς προχώραγε όμως έκανε κάτι αλλόκοτο, ακουμπούσε το σπαθί στο έδαφος για να ρουφήξει το αίμα. Όσο περισσότερο αίμα ρούφαγε τόσο δυνατότερο γινόταν.
            Το τερατόμορφο ψάρι βούτηξε μέσα στην ιδιόμορφη λίμνη. Ο άνδρας χωρίς να έχει επιλογή βούτηξε κι εκείνος μέσα. Το αίμα που έβγαινε προς την επιφάνεια φανέρωνε τη θέση του πλάσματος. Παρότι μπορούσε να χαθεί για πάντα στο βυθό εκείνο πίστεψε πως είχε έρθει η κατάλληλη χρονική στιγμή ώστε να θανατώσει τον άνδρα.
            Ο πατέρας της Νέξ προσπάθησε να πείσει το εγώ του πως έπρεπε να βγει από το νερό και να ακολουθήσει το δρόμο του. Μπορούσε να αποφύγει τον σκοτωμό. Ωστόσο, τα πόδια του και γενικότερα το σώμα δεν τον υπακούσε.  Είχε χάσει πια ολοκληρωτικά τον έλεγχο.
            Τα σουβλερά δόντια του στόματος του ψαριού εμφανίστηκαν μπροστά στο δαιμόνιο πρόσωπο του άνδρα. Με τη λεπίδα του σπαθιού το έκοψε στα δύο. Σπαραχτικές ιαχές συντάραξαν το χώρο. Αν ο δολοφόνος ήταν άνθρωπος θα είχε σοκαριστεί σίγουρα από τη βαναυσότητα του χτυπήματος. Μολαταύτα, εκείνο το υποχείριο βούτηξε μέσα στο νερό για να ταΐσει περαιτέρω τον αφέντη του.
             «Που θέλεις να πάμε τώρα αφέντη», ρώτησε ο Λύριος καθώς έβγαινε πατούσε ξανά πάνω στο απόκρημνο μονοπάτι.
             «Θέλω περισσότερο φαγητό», είπε μια σατανική φωνή μέσα στο κεφάλι του.
             «Εδώ παραδίπλα έχει ένα χωριό. Νομίζω πως θα σε ικανοποιήσει», είπε ξεκινώντας να βαδίζει προς τας Ανατολάς.
             Ο πατέρας της Νέξ, ο δυνατότερος βασιλιάς του Έσω Κόσμου είχε χαθεί μέσα στα αβυσσαλέα σκοτάδια που λιμνάζουν στη ψυχή όλων των ανθρώπων και περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία για να πάρουν τον έλεγχο και να καταστρέψουν το καλό που εξακολουθεί να υπάρχει στον κόσμο…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 54


              Περπατούσε με ανυπέρβλητη δυσκολία. Ο Αιματοβαμμένος είχε προσθέσει αφόρητο βάρος στις πλάτες του κρατερού άνδρα. Πάμπολλες φορές γλίστρησε, μα τελευταία στιγμή, λίγο πριν χαθεί στην άβυσσο, κατάφερνε να κρατηθεί πάνω στο μονοπάτι.
            Ο Λύριος περιδιάβαινε ένα δρόμο γεμάτο βρύα, γλίτσα και μούχλα. Εξαιτίας της υγρασίας τόσο η τύχη όσο και ο δρόμος γλιστρούσαν υπερβολικά. Ένα λάθος βήμα ήταν ικανό να σε οδηγήσει στον Κάτω Κόσμο.  Είχε συνηθίσει να αντιμετωπίζει προκλήσεις. Είχε συνηθίσει να έρχεται αντιμέτωπος με φρικώδης καταστάσεις. Όλα αυτά όμως συνέβαιναν στο παρελθόν, όταν ήταν νέος. Εκείνες τις μέρες είχε το σθένος να αντιμετωπίσει οτιδήποτε. Τον παλιό εκείνο καιρό δεν είχε κόρη και επομένως είχε αισθητά λιγότερες ευθύνες. Τώρα πια, το θεωρούσε να διακινδυνεύει χωρίς κάποιο καλό λόγο. Βλέπετε, ήθελε να δει ξανά το βασίλειό του καθώς και την κόρη του. Ο βασιλιάς είχε λησμονήσει όμως πως όλα αυτά τα θέλω ήταν αδύνατον να καθοριστούν από εκείνον. Οι επιθυμίες του θα υλοποιούνταν σύμφωνα με τις προσταγές της Μοίρας. Η ιστορία του Λύριου όπως και κάθε ανθρώπου είχε εδώ και καιρό γραφτεί στο γιγαντιαίο βιβλίο με της κιτρινισμένες σελίδες της Μοίρας. Μπορούσε όντως να αλλάξει αυτή η ιστορία ή όχι; Μονάχα ο χρόνος θα φανέρωνε την πραγματικότητα.
              Όσο προχωρούσε προς τα έγκατα, το πράσινο φως των ρουνικών γινόταν εντονότερο. Συγχρόνως, έβλεπε γάργαρο νερό να κάνει την εμφάνισή του. Έβαλε το σπαθί πάνω από το κενό ώστε να φωτίσει το νερό. Δυστυχώς, δεν φαινόταν απολύτως τίποτα. Το χρώμα του νερού ήταν κατάμαυρο. «Παράξενο, μα όχι πρωτόγνωρο», σκέφτηκε ο Λύριος καθώς έπαιρνε την απόφαση να κατέβει τόσο ώστε να είναι σε θέση να πλησιάσει το νερό.
             Ξαφνικά, εμφανίστηκαν στην επιφάνεια του νερού μπουρμπουλήθρες. Ο άνδρας έβαλε μεμιάς το σπαθί στη θήκη και κόλλησε στον τοίχο. Δυστυχώς, το πράσινο φως δυνάμωσε. Η θήκη είχε περιορίσει κάπως το φως, μα εξακολουθούσε να προδίδει τη θέση του Λύριου.
               Έβγαλε το παλτό του. Ρίγος κατέκλυσε αμέσως το κορμί του. Έτρεμε από το κρύο χωρίς να ξέρει το λόγο. Με το δεξί χέρι έπιασε τα μαλλιά του. Ήταν υγρά, αλλά δεν μπορούσε να κάνει εκείνη τη χρονική στιγμή τίποτα. Προσπαθώντας λοιπόν να αγνοήσει όλα αυτά τα συναισθήματα τύλιξε με το παλτό τη χρυσοποίκιλτη θήκη. Επιτέλους, το φως εξαφανίστηκε.
             Μέσα από τη λίμνη ξεπήδησε ένα ψάρι. Μολονότι ο βασιλιάς είχε δει πολλά πλάσματα τόσα χρόνια, ποτέ του δεν είχε αντικρίσει κάτι παρόμοιο. Το ψάρι είχε χρώμα πουά, ενώ τα μάτια του ήταν ανθρώπινα.
             Συλλογίστηκε αρκετά το συμβάν προτού πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην επιφάνεια. Το ψάρι δεν πρέπει να ήταν ζώο, μα κάποιος ζωομάγος που είχε δημιουργήσει αυτό το μέρος ώστε να παγιδεύει τα θύματά του για να καταβροχθίσει τις σάρκες τους.
            Έτρεχε να ξεφύγει από το τέρας. Το ψάρι βγήκε από το νερό. Δεν το είδε, αλλά το ένιωσε. Πράγματι, το ψάρι με τα ανθρώπινα μάτια είχε μεταμορφωθεί σε άνθρωπο. Βέβαια, εξακολουθούσε ακόμα να θυμίζει τέρας καθώς το μισό πρόσωπό του ήταν εξαιρετικά παραμορφωμένο. Είχε μια τεράστια ουλή, ενώ το αριστερό του μάτι δεν είχε κόρα. Τα πόδια του ήταν δυσανάλογα με το σωματότυπο του άνδρα. Τέλος, είχε δυο μακρόστενα χέρια με γαμψά νύχια.
             Ο Λύριος είχε τρομοκρατηθεί από τους απόκοσμους ήχους που έβγαζε το πλάσμα. Είχε ελαττώσει την ταχύτητα του τρεξίματος. Δεν είχε δυνάμεις πια. Σταμάτησε, τράβηξε τον Αιματοβαμμένο από τη θήκη. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο πέρα από το να θανατώσει το πλάσμα…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος καρυωτάκης 

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 53


            «Τι συμβαίνει;», ρώτησε έκπληκτος ο πολεμιστής.
            «Κάτι μας κρύβεις. Λέγε γρήγορα ποιος είσαι και τι σκοπεύεις να μας κάνεις», είπε η Νέξ κοιτώντας τον απειλητικά.
            Ο Κόλλοκαρ δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Πως ήταν δυνατόν να στραφούν εναντίον του; Τους είχε σώσει τη ζωή και εκείνοι στέκονταν τώρα μπροστά του ετοιμαζόμενοι να τον θανατώσουν. Αν κινούνταν γρήγορα θα κατάφερνε σίγουρα να τους κερδίσει, μα δεν έπρεπε να υπάρξει σύρραξη. Έπρεπε να φτάσουν πρώτα στον Γκραήλ. Είχε ανάγκη τόσο την Νέξ όσο και το φίλο της.
           «Γιατί δεν με εμπιστεύεστε αγαπητοί συνοδοιπόροι;», ρώτησε γαλίφικα ο άνδρας…
             Κάπου μακρύτερα, ο Λύριος καβάλα πάνω στο περήφανο άτι του έψαχνε να βρει τον σύνδεσμο που θα τον οδηγούσε στο κατάλληλο μέρος για την καταστροφή του Αιματοβαμμένου. Ο σύνδεσμος βρισκόταν κάπου στο απόμερο άλσος του φόβου. Είχε επισκεφτεί πολλές φορές αυτό το δάσος. Παρά το τρομαχτικό όνομα, ποτέ του δεν είχε φοβηθεί, καθώς στο δάσος έβλεπες μονάχα ζώα. Δεν υπήρχε κανένα παράξενο ον. Ακόμα και οι θρύλοι δεν είχαν να αναφέρουν κάτι το εξωπραγματικό.
             Όσο περισσότερο χρόνο πέρναγε ο Λύριος μαζί με τον Αιματοβαμμένο, ένιωθε το σπαθί με αργούς, αλλά βασανιστικούς ρυθμούς να εισχωρεί μέσα στο είναι του ώστε να τον εξουσιάσει. Ο κρύος ιδρώτας είχε γίνει ποτάμι. Το κορμί του βασανιζόταν από έντονο πόνο, ενώ ένιωθε βαρύτερο το κεφάλι του. Αν συνέχιζε να κρατάει το σπαθί θα έχανε στο τέλος τα λογικά του.
             Έφτασε στην καρδιά του άλσους. Εκεί, βρήκε την ετοιμόρροπη καλύβα όπου ζούσε ο νάνος. Ξεπέζεψε προσεχτικά από το άτι. Πάτησε το έδαφος. Ένιωθε βαρύτερος από πριν. Περπατούσε πολύ δύσκολα, μα ένιωθε καλύτερα απ’ όταν ίππευε το άλογο.
             Έφτασε στο κατώφλι της καλύβας. Τόσο δεξιά όσο κι αριστερά υπήρχαν μονάχα δέντρα. Πρέπει να ήταν πεύκα και κέδροι, μα και πάλι δεν ήταν σίγουρος. Αδυνατούσε να σκεφτεί λογικά. Επεξεργάστηκε την καλύβα. Το ξύλο είχε μουχλιάσει και είχε πάρει ένα μαυριδερό χρώμα. Μάλιστα, σχεδόν σε όλη την εξωτερική επιφάνεια είχαν φυτρώσει βρύα. Παράλληλα, η στέγη είχε περίπου τρις μεγάλες τρύπες. Ήταν σχεδόν απίθανο να έμενε άνθρωπος σ’ αυτό το μέρος.
             Τράβηξε από το θηκάρι τον Αιματοβαμμένο. Δεν ήθελε να τον χρησιμοποιήσει, μα δεν είχε άλλο ξίφος πάνω του. Χτύπησε την πόρτα. Η ξύλινη πόρτα έπεσε στο εσωτερικό της καλύβας. Παρά το πέσιμο δεν ακούστηκε κανένας θόρυβος. Για την ακρίβεια ακούστηκε ένας παφλασμός.
             Ο κρατερός βασιλιάς παραξενεύτηκε από τον ήχο. Με απόλυτη προσοχή έχωσε το σπαθί μέσα στο σκοτάδι. Τα ρουνικά φώτισαν κάπως το χώρο με το πρασινωπό τους φως. Ο Λύριος κατάφερε να δει το εσωτερικό. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του υπήρχε μια τεράστια τρύπα. Από τα αριστερά υπήρχε ένα απόκρημνο μονοπάτι που οδηγούσε στα έγκατα της τρύπας.
              Ο βασιλιάς αμφιταλαντεύτηκε σχετικά με το τι ακριβώς όφειλε να πράξει. Ίσως εκεί κάτω να έβρισκε το νάνο ή ίσως πάλι να  βρισκόταν παγιδευμένος ανάμεσα σε δαιμόνια. Ο Έσω Κόσμος είχε αλλάξει, δεν ήταν πια ο γαλήνιος εκείνος τόπος που γνώριζε. Όταν είχε αποκτήσει την Νέξ γνώριζε σύμφωνα με τις προφητείες πως κάποια στιγμή θα ερχόταν μια νέα εποχή σκότους. Ποτέ του δεν φαντάστηκε πως αυτή η εποχή θα ήταν τόσο νωρίς.
              Μπήκε μέσα στο σκοτάδι. Κόλλησε στο γλιστερό από την υγρασία τοίχο και ξεκίνησε να βαδίζει στο μονοπάτι. Φοβόταν πως δεν έπρεπε να κατέβει στο τέλος της τρύπας. Φοβόταν πως θα πάθαινε κάτι κακό. Φοβόταν πολύ και δεν είχε κι άδικο…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 52


Ο Βάρδος Βαλτάζαρ


           Ο πολεμιστής μαζί με την γυναίκα ξύπνησαν τον Ασημόκαρδο οποίος κοιμόταν ακόμα και βγήκαν από το ιδιόμορφο σπίτι. Παρόλο που τα σύννεφα σκέπαζαν τον γαλανό ουρανό και μείωναν κάπως το οπτικό πεδίο της συντροφιάς, είχαν αποφασίσει να ψάξουν για το δράκοντα. Μοναχά η πριγκίπισσα περπατούσε καμαρωτά και γεμάτη σιγουριά για την επιτυχή έκβαση της αποστολής.
            Στην ευρύτερη περιοχή επικρατούσε  μια πρωτόγνωρη ησυχία. Ο Ασημόκαρδος κοίταξε πότε δεξιά πότε αριστερά τρομαγμένα. Χωρίς να ξέρει το λόγο, περίμενε να λάβει χώρα κάτι φρικώδης. Ήταν αδύνατον να μην συμβεί κάτι αλλόκοτο. Μέχρι στιγμής είχαν δει τέρατα, δαιμόνια, τελώνια και γενικότερα οτιδήποτε καταχθόνιο κυκλοφορούσε ελεύθερο στον επίγειο κόσμο. Κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν αναπάντεχα κάτι παρόμοιο.
            Ο μυστηριώδης άντρας στράφηκε προς τον πολεμιστή. Παραξενεύτηκε καθώς κάτω από την πανοπλία του φάνηκε μια μακριά ουρά. Η εικόνα αυτή όμως κράτησε για δεύτερα. Αυτά τα δεύτερα ήταν αρκετά για να σπαρθεί τα ενδότερα της ψυχής ένας σπόρος καχυποψίας για τον Κόλλοκαρ. Η ουρά μπορεί να είχε χαθεί, αλλά ο Ασημόκαρδος θεωρούσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον άνδρα.
            Η συζήτηση που είχε κρυφακούσει καθώς παρίστανε ότι κοιμόταν είχαν διεγείρει κάποια εύλογα ερωτήματα. Η Νέξ ίσως λόγω νιότης και αθωότητας να δυσκολεύτηκε να παρατηρήσει αυτά τα μικρά σημαδάκια. Είχε εκστομίσει πάμπολλα ψέματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Δεν μπορούσε πια να εμπιστευτεί τον άνθρωπο που τους είχε σώσει τη ζωή από τα γουρουνόμορφα ζώα.
           «Γκραήλ, θέλω να σου μιλήσω», φώναξε δυνατά η γυναίκα.
           Δυστυχώς, κανένας δεν απάντησε. Μονάχα ένα θρόισμα του ανέμου ακούστηκε. Παράλληλα κάποια πουρνάρια στην άκρη του χωμάτινου μονοπατιού κουνήθηκαν. Από μέσα πετάχτηκε ένας κούνελος. Ήταν παράξενο να βρίσκεται ένα κανονικό σώο σ’ αυτό το κολαστήριο.
           Ο Κόλλοκαρ τράβηξε αυτόματα το σπαθί του. Έκοψε το κεφάλι του κούνελου. Το κεφάλι χάθηκε στον γκρεμό. Ο πολεμιστής έσκυψε και μάζεψε το πτώμα του ζώου εξηγώντας στους συνοδοιπόρους ότι θα ήταν καλό για δείπνο. Οι άλλοι δύο συμφώνησαν μαζί του και συνέχισαν γρηγορότερα το περπάτημα.
           Αναζητούσαν σημάδια που να φανέρωναν την ύπαρξη του Γκραήλ. Ενώ βάδισαν η Νέξ σκεφτόταν πυρετωδώς τα λόγια της σαν θα συζητούσε με την πολυσήμαντη αυτή μορφή. Ο πρώην μοναχός όφειλε να ακούσει το αίτημα τους και να μην τους σκοτώσει. «Γιατί όμως, κυνηγούσε τον πολεμιστή αν είναι όντως φιλικός», σκέφτηκε η μελλοντική βασίλισσα των ανθρώπων.
            Σταμάτησε απότομα. Ο τύπος που παρίστανε τον φίλο σίγουρα έκρυβε κάποιο φοβερό μυστικό. Ίσως να τους οδηγούσε σε μια παγίδα δίχως προηγούμενο. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να περπατά προς την παγίδα, μα ούτε και να ανέχεται το ύπουλο φίδι που ποθούσε τον αφανισμό τους.
            «Κόλλοκαρ, τι μας κρύβεις;», ρώτησε η Νέξ προετοιμάζοντας τον εαυτό της για μια μάχη δίχως προηγούμενο.
             Ο Ασημόκαρδος δεν μίλησε, μονάχα έπιασε ένα μαχαίρι για να είναι πανέτοιμος σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση. Αυτοί ήταν δύο και εκείνος ένας. Η πλάστιγγα μάλλον θα έγερνε προς το μέρος τους…


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος καρυωτάκης


Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 51


           Η ανακούφιση των μαχόμενων από την ευτυχή κατάληξη της μάχης οδήγησε ουσιαστικά στην υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του Γκραήλ. Η πλειονότητα των στρατιωτών ορκίστηκε σ’ αυτόν αιώνια πίστη. Αυτομόλησαν από τους βασιλιάδες τους και δημιούργησαν μαζί με τον μοναχό Ιωάννη ένα τάγμα που έμεινε γνωστό στην ιστορία σαν το τάγμα του δράκου»
         «Δεν μπορώ να σε πιστέψω. Το τάγμα του δράκου δεν έχει καμία σχέση με τον κυβερνήτη της γης. Το τάγμα του δράκου σύμφωνα με τα βιβλία ήταν μια ομάδα μ’ ένα μυστήριο πρόσωπο που προκαλούσε καταστροφές και διαγούμιζαν χωριά για να αποκτήσουν πλούτη και εξουσία», φώναξε η Νέξ με πάθος.
         Ο πολεμιστής κοίταξε την πριγκίπισσα με απάθεια. Δεν είχε όρεξη να προκαλέσει καβγά. Αυτός γνώριζε την πραγματική ιστορία, που δεν είχε γραφτεί στα χρονικά του Έσω Κόσμου.  Τα βιβλία ποτέ δεν ήταν αντικειμενικά. Πάντα παρουσίαζαν τα γεγονότα όπως ήθελε ο εκάστοτε συγγραφέας. Στην περίπτωση του Γκραήλ δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν ένας απλός γραφέας να φανερώσει την αλήθεια καθώς ο άνδρας αυτός είχε αναδειχθεί στην ευρύτερη κοινωνία σαν το πρότυπο της γενναιότητας, της καλοσύνης και της ανδρείας. Δεν γινόταν  να αποκαθηλωθεί ένα είδωλο με τέτοια βαρύνουσα σημασία για τους πολίτες.
         Ο Κόλλοκαρ γέλασε. Του φάνηκε αστείο ότι ο Λύριος δεν είχε διδάξει στην κόρη του την αλήθεια. Ο Λύριος ήταν σεβάσμιος και παντογνώστης, σίγουρα θα γνώριζε την πραγματικότητα. Ίσως, να μην ήθελε να δημιουργήσει μια λάθος αντίληψη του Έσω Κόσμου, γιατί τότε ίσως η Νέξ να μην δεχόταν να αναλάβει τις τύχες του βασιλείου των ανθρώπων.
        Ξάφνου, ο πολεμιστής συνειδητοποίησε πως η πριγκίπισσα δεν έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Όσο λιγότερα ξέρεις τόσο καλύτερα είναι.
        «Ναι, λάθος έκανα. Έχεις δίκιο μπέρδεψα τις ιστορίες. Ο Γκραήλ μετά τη μάχη έφυγε και έφτασε στην οροσειρά Λόριφ. Εδώ, ανάμεσα στα βουνά θα συνέχιζε τη ζωή του. Απαρνήθηκε την ανθρώπινη μορφή του και αποφάσισε να παραμείνει δράκος για πάντα. Βλέπεις, περίμενε πως κάποια μέρα μια νέα απειλή θα έμελλε να οδηγήσει τον Έσω Κόσμο στην καταστροφή. Αν παρέμενε αυτός ζωντανός ίσως να μπορούσε να την αποτρέψει» , είπε ο πολεμιστής προσπαθώντας να κρύψει το γεγονός ότι είχε πει ψέματα.
         «Για ποιο λόγο εξιστορήσαμε όμως όλη την ιστορία του κυβερνήτη της γης;»
         «Για να αποτρέψεις την επερχόμενη καταιγίδα αγαπητή βασίλισσα του Βόρειου βασιλείου, θα πρέπει να εξασφαλίσεις τη βοήθεια του δράκοντα»
         «Πως ξέρεις ότι έρχεται καταιγίδα;», ρώτησε με πείσμα η γυναίκα.
         «Όλα μαθαίνονται στην οροσειρά Λόριφ. Πλησιάζει πόλεμος στο είπα και πριν. Θα πρέπει πρώτα να ξεφύγουμε από την οροσειρά. Μονάχα ο δράκοντας μπορεί να μας βγάλει από τα βουνά. Ακόμα και εγώ που ζω τόσα χρόνια εδώ δεν μπορώ να βρω την έξοδο. Χωρίς το δράκοντα δεν θα καταφέρουμε τίποτα», είπε απελπισμένα ο Κόλλοκαρ.
         «Θα πάμε σε λίγο να τον βρούμε. Θα μας βοηθήσει σίγουρα», είπε η Νέξ χωρίς να πιστεύει ουσιαστικά τα λεγόμενα που εκστόμισε. Η αποστολή φάνταζε εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και για την κόρη του ξακουστού Λύριου…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης