Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 52


Ο Βάρδος Βαλτάζαρ


           Ο πολεμιστής μαζί με την γυναίκα ξύπνησαν τον Ασημόκαρδο οποίος κοιμόταν ακόμα και βγήκαν από το ιδιόμορφο σπίτι. Παρόλο που τα σύννεφα σκέπαζαν τον γαλανό ουρανό και μείωναν κάπως το οπτικό πεδίο της συντροφιάς, είχαν αποφασίσει να ψάξουν για το δράκοντα. Μοναχά η πριγκίπισσα περπατούσε καμαρωτά και γεμάτη σιγουριά για την επιτυχή έκβαση της αποστολής.
            Στην ευρύτερη περιοχή επικρατούσε  μια πρωτόγνωρη ησυχία. Ο Ασημόκαρδος κοίταξε πότε δεξιά πότε αριστερά τρομαγμένα. Χωρίς να ξέρει το λόγο, περίμενε να λάβει χώρα κάτι φρικώδης. Ήταν αδύνατον να μην συμβεί κάτι αλλόκοτο. Μέχρι στιγμής είχαν δει τέρατα, δαιμόνια, τελώνια και γενικότερα οτιδήποτε καταχθόνιο κυκλοφορούσε ελεύθερο στον επίγειο κόσμο. Κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν αναπάντεχα κάτι παρόμοιο.
            Ο μυστηριώδης άντρας στράφηκε προς τον πολεμιστή. Παραξενεύτηκε καθώς κάτω από την πανοπλία του φάνηκε μια μακριά ουρά. Η εικόνα αυτή όμως κράτησε για δεύτερα. Αυτά τα δεύτερα ήταν αρκετά για να σπαρθεί τα ενδότερα της ψυχής ένας σπόρος καχυποψίας για τον Κόλλοκαρ. Η ουρά μπορεί να είχε χαθεί, αλλά ο Ασημόκαρδος θεωρούσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον άνδρα.
            Η συζήτηση που είχε κρυφακούσει καθώς παρίστανε ότι κοιμόταν είχαν διεγείρει κάποια εύλογα ερωτήματα. Η Νέξ ίσως λόγω νιότης και αθωότητας να δυσκολεύτηκε να παρατηρήσει αυτά τα μικρά σημαδάκια. Είχε εκστομίσει πάμπολλα ψέματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Δεν μπορούσε πια να εμπιστευτεί τον άνθρωπο που τους είχε σώσει τη ζωή από τα γουρουνόμορφα ζώα.
           «Γκραήλ, θέλω να σου μιλήσω», φώναξε δυνατά η γυναίκα.
           Δυστυχώς, κανένας δεν απάντησε. Μονάχα ένα θρόισμα του ανέμου ακούστηκε. Παράλληλα κάποια πουρνάρια στην άκρη του χωμάτινου μονοπατιού κουνήθηκαν. Από μέσα πετάχτηκε ένας κούνελος. Ήταν παράξενο να βρίσκεται ένα κανονικό σώο σ’ αυτό το κολαστήριο.
           Ο Κόλλοκαρ τράβηξε αυτόματα το σπαθί του. Έκοψε το κεφάλι του κούνελου. Το κεφάλι χάθηκε στον γκρεμό. Ο πολεμιστής έσκυψε και μάζεψε το πτώμα του ζώου εξηγώντας στους συνοδοιπόρους ότι θα ήταν καλό για δείπνο. Οι άλλοι δύο συμφώνησαν μαζί του και συνέχισαν γρηγορότερα το περπάτημα.
           Αναζητούσαν σημάδια που να φανέρωναν την ύπαρξη του Γκραήλ. Ενώ βάδισαν η Νέξ σκεφτόταν πυρετωδώς τα λόγια της σαν θα συζητούσε με την πολυσήμαντη αυτή μορφή. Ο πρώην μοναχός όφειλε να ακούσει το αίτημα τους και να μην τους σκοτώσει. «Γιατί όμως, κυνηγούσε τον πολεμιστή αν είναι όντως φιλικός», σκέφτηκε η μελλοντική βασίλισσα των ανθρώπων.
            Σταμάτησε απότομα. Ο τύπος που παρίστανε τον φίλο σίγουρα έκρυβε κάποιο φοβερό μυστικό. Ίσως να τους οδηγούσε σε μια παγίδα δίχως προηγούμενο. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να περπατά προς την παγίδα, μα ούτε και να ανέχεται το ύπουλο φίδι που ποθούσε τον αφανισμό τους.
            «Κόλλοκαρ, τι μας κρύβεις;», ρώτησε η Νέξ προετοιμάζοντας τον εαυτό της για μια μάχη δίχως προηγούμενο.
             Ο Ασημόκαρδος δεν μίλησε, μονάχα έπιασε ένα μαχαίρι για να είναι πανέτοιμος σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση. Αυτοί ήταν δύο και εκείνος ένας. Η πλάστιγγα μάλλον θα έγερνε προς το μέρος τους…


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος καρυωτάκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου