Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Η Βάρδος Νέξ-σελίδα 53


            «Τι συμβαίνει;», ρώτησε έκπληκτος ο πολεμιστής.
            «Κάτι μας κρύβεις. Λέγε γρήγορα ποιος είσαι και τι σκοπεύεις να μας κάνεις», είπε η Νέξ κοιτώντας τον απειλητικά.
            Ο Κόλλοκαρ δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Πως ήταν δυνατόν να στραφούν εναντίον του; Τους είχε σώσει τη ζωή και εκείνοι στέκονταν τώρα μπροστά του ετοιμαζόμενοι να τον θανατώσουν. Αν κινούνταν γρήγορα θα κατάφερνε σίγουρα να τους κερδίσει, μα δεν έπρεπε να υπάρξει σύρραξη. Έπρεπε να φτάσουν πρώτα στον Γκραήλ. Είχε ανάγκη τόσο την Νέξ όσο και το φίλο της.
           «Γιατί δεν με εμπιστεύεστε αγαπητοί συνοδοιπόροι;», ρώτησε γαλίφικα ο άνδρας…
             Κάπου μακρύτερα, ο Λύριος καβάλα πάνω στο περήφανο άτι του έψαχνε να βρει τον σύνδεσμο που θα τον οδηγούσε στο κατάλληλο μέρος για την καταστροφή του Αιματοβαμμένου. Ο σύνδεσμος βρισκόταν κάπου στο απόμερο άλσος του φόβου. Είχε επισκεφτεί πολλές φορές αυτό το δάσος. Παρά το τρομαχτικό όνομα, ποτέ του δεν είχε φοβηθεί, καθώς στο δάσος έβλεπες μονάχα ζώα. Δεν υπήρχε κανένα παράξενο ον. Ακόμα και οι θρύλοι δεν είχαν να αναφέρουν κάτι το εξωπραγματικό.
             Όσο περισσότερο χρόνο πέρναγε ο Λύριος μαζί με τον Αιματοβαμμένο, ένιωθε το σπαθί με αργούς, αλλά βασανιστικούς ρυθμούς να εισχωρεί μέσα στο είναι του ώστε να τον εξουσιάσει. Ο κρύος ιδρώτας είχε γίνει ποτάμι. Το κορμί του βασανιζόταν από έντονο πόνο, ενώ ένιωθε βαρύτερο το κεφάλι του. Αν συνέχιζε να κρατάει το σπαθί θα έχανε στο τέλος τα λογικά του.
             Έφτασε στην καρδιά του άλσους. Εκεί, βρήκε την ετοιμόρροπη καλύβα όπου ζούσε ο νάνος. Ξεπέζεψε προσεχτικά από το άτι. Πάτησε το έδαφος. Ένιωθε βαρύτερος από πριν. Περπατούσε πολύ δύσκολα, μα ένιωθε καλύτερα απ’ όταν ίππευε το άλογο.
             Έφτασε στο κατώφλι της καλύβας. Τόσο δεξιά όσο κι αριστερά υπήρχαν μονάχα δέντρα. Πρέπει να ήταν πεύκα και κέδροι, μα και πάλι δεν ήταν σίγουρος. Αδυνατούσε να σκεφτεί λογικά. Επεξεργάστηκε την καλύβα. Το ξύλο είχε μουχλιάσει και είχε πάρει ένα μαυριδερό χρώμα. Μάλιστα, σχεδόν σε όλη την εξωτερική επιφάνεια είχαν φυτρώσει βρύα. Παράλληλα, η στέγη είχε περίπου τρις μεγάλες τρύπες. Ήταν σχεδόν απίθανο να έμενε άνθρωπος σ’ αυτό το μέρος.
             Τράβηξε από το θηκάρι τον Αιματοβαμμένο. Δεν ήθελε να τον χρησιμοποιήσει, μα δεν είχε άλλο ξίφος πάνω του. Χτύπησε την πόρτα. Η ξύλινη πόρτα έπεσε στο εσωτερικό της καλύβας. Παρά το πέσιμο δεν ακούστηκε κανένας θόρυβος. Για την ακρίβεια ακούστηκε ένας παφλασμός.
             Ο κρατερός βασιλιάς παραξενεύτηκε από τον ήχο. Με απόλυτη προσοχή έχωσε το σπαθί μέσα στο σκοτάδι. Τα ρουνικά φώτισαν κάπως το χώρο με το πρασινωπό τους φως. Ο Λύριος κατάφερε να δει το εσωτερικό. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του υπήρχε μια τεράστια τρύπα. Από τα αριστερά υπήρχε ένα απόκρημνο μονοπάτι που οδηγούσε στα έγκατα της τρύπας.
              Ο βασιλιάς αμφιταλαντεύτηκε σχετικά με το τι ακριβώς όφειλε να πράξει. Ίσως εκεί κάτω να έβρισκε το νάνο ή ίσως πάλι να  βρισκόταν παγιδευμένος ανάμεσα σε δαιμόνια. Ο Έσω Κόσμος είχε αλλάξει, δεν ήταν πια ο γαλήνιος εκείνος τόπος που γνώριζε. Όταν είχε αποκτήσει την Νέξ γνώριζε σύμφωνα με τις προφητείες πως κάποια στιγμή θα ερχόταν μια νέα εποχή σκότους. Ποτέ του δεν φαντάστηκε πως αυτή η εποχή θα ήταν τόσο νωρίς.
              Μπήκε μέσα στο σκοτάδι. Κόλλησε στο γλιστερό από την υγρασία τοίχο και ξεκίνησε να βαδίζει στο μονοπάτι. Φοβόταν πως δεν έπρεπε να κατέβει στο τέλος της τρύπας. Φοβόταν πως θα πάθαινε κάτι κακό. Φοβόταν πολύ και δεν είχε κι άδικο…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου