Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 54


              Περπατούσε με ανυπέρβλητη δυσκολία. Ο Αιματοβαμμένος είχε προσθέσει αφόρητο βάρος στις πλάτες του κρατερού άνδρα. Πάμπολλες φορές γλίστρησε, μα τελευταία στιγμή, λίγο πριν χαθεί στην άβυσσο, κατάφερνε να κρατηθεί πάνω στο μονοπάτι.
            Ο Λύριος περιδιάβαινε ένα δρόμο γεμάτο βρύα, γλίτσα και μούχλα. Εξαιτίας της υγρασίας τόσο η τύχη όσο και ο δρόμος γλιστρούσαν υπερβολικά. Ένα λάθος βήμα ήταν ικανό να σε οδηγήσει στον Κάτω Κόσμο.  Είχε συνηθίσει να αντιμετωπίζει προκλήσεις. Είχε συνηθίσει να έρχεται αντιμέτωπος με φρικώδης καταστάσεις. Όλα αυτά όμως συνέβαιναν στο παρελθόν, όταν ήταν νέος. Εκείνες τις μέρες είχε το σθένος να αντιμετωπίσει οτιδήποτε. Τον παλιό εκείνο καιρό δεν είχε κόρη και επομένως είχε αισθητά λιγότερες ευθύνες. Τώρα πια, το θεωρούσε να διακινδυνεύει χωρίς κάποιο καλό λόγο. Βλέπετε, ήθελε να δει ξανά το βασίλειό του καθώς και την κόρη του. Ο βασιλιάς είχε λησμονήσει όμως πως όλα αυτά τα θέλω ήταν αδύνατον να καθοριστούν από εκείνον. Οι επιθυμίες του θα υλοποιούνταν σύμφωνα με τις προσταγές της Μοίρας. Η ιστορία του Λύριου όπως και κάθε ανθρώπου είχε εδώ και καιρό γραφτεί στο γιγαντιαίο βιβλίο με της κιτρινισμένες σελίδες της Μοίρας. Μπορούσε όντως να αλλάξει αυτή η ιστορία ή όχι; Μονάχα ο χρόνος θα φανέρωνε την πραγματικότητα.
              Όσο προχωρούσε προς τα έγκατα, το πράσινο φως των ρουνικών γινόταν εντονότερο. Συγχρόνως, έβλεπε γάργαρο νερό να κάνει την εμφάνισή του. Έβαλε το σπαθί πάνω από το κενό ώστε να φωτίσει το νερό. Δυστυχώς, δεν φαινόταν απολύτως τίποτα. Το χρώμα του νερού ήταν κατάμαυρο. «Παράξενο, μα όχι πρωτόγνωρο», σκέφτηκε ο Λύριος καθώς έπαιρνε την απόφαση να κατέβει τόσο ώστε να είναι σε θέση να πλησιάσει το νερό.
             Ξαφνικά, εμφανίστηκαν στην επιφάνεια του νερού μπουρμπουλήθρες. Ο άνδρας έβαλε μεμιάς το σπαθί στη θήκη και κόλλησε στον τοίχο. Δυστυχώς, το πράσινο φως δυνάμωσε. Η θήκη είχε περιορίσει κάπως το φως, μα εξακολουθούσε να προδίδει τη θέση του Λύριου.
               Έβγαλε το παλτό του. Ρίγος κατέκλυσε αμέσως το κορμί του. Έτρεμε από το κρύο χωρίς να ξέρει το λόγο. Με το δεξί χέρι έπιασε τα μαλλιά του. Ήταν υγρά, αλλά δεν μπορούσε να κάνει εκείνη τη χρονική στιγμή τίποτα. Προσπαθώντας λοιπόν να αγνοήσει όλα αυτά τα συναισθήματα τύλιξε με το παλτό τη χρυσοποίκιλτη θήκη. Επιτέλους, το φως εξαφανίστηκε.
             Μέσα από τη λίμνη ξεπήδησε ένα ψάρι. Μολονότι ο βασιλιάς είχε δει πολλά πλάσματα τόσα χρόνια, ποτέ του δεν είχε αντικρίσει κάτι παρόμοιο. Το ψάρι είχε χρώμα πουά, ενώ τα μάτια του ήταν ανθρώπινα.
             Συλλογίστηκε αρκετά το συμβάν προτού πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην επιφάνεια. Το ψάρι δεν πρέπει να ήταν ζώο, μα κάποιος ζωομάγος που είχε δημιουργήσει αυτό το μέρος ώστε να παγιδεύει τα θύματά του για να καταβροχθίσει τις σάρκες τους.
            Έτρεχε να ξεφύγει από το τέρας. Το ψάρι βγήκε από το νερό. Δεν το είδε, αλλά το ένιωσε. Πράγματι, το ψάρι με τα ανθρώπινα μάτια είχε μεταμορφωθεί σε άνθρωπο. Βέβαια, εξακολουθούσε ακόμα να θυμίζει τέρας καθώς το μισό πρόσωπό του ήταν εξαιρετικά παραμορφωμένο. Είχε μια τεράστια ουλή, ενώ το αριστερό του μάτι δεν είχε κόρα. Τα πόδια του ήταν δυσανάλογα με το σωματότυπο του άνδρα. Τέλος, είχε δυο μακρόστενα χέρια με γαμψά νύχια.
             Ο Λύριος είχε τρομοκρατηθεί από τους απόκοσμους ήχους που έβγαζε το πλάσμα. Είχε ελαττώσει την ταχύτητα του τρεξίματος. Δεν είχε δυνάμεις πια. Σταμάτησε, τράβηξε τον Αιματοβαμμένο από τη θήκη. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο πέρα από το να θανατώσει το πλάσμα…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος καρυωτάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου