Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 55


Κραδαίνοντας το σπαθί στα δύο ροζιασμένα χέρια του προσπάθησε να του κόψει το κεφάλι. Το αλλόκοτο πλάσμα όμως κουνήθηκε γρήγορα και κατάφερε να αποφύγει το χτύπημα. Το πλάσμα παρά την παράξενη μορφή του ήταν γρήγορο. Άμεσα γύρισε και επιτέθηκε στον άνδρα.
         Ο Λύριος ένιωσε τα σουβλερά δόντια να του ξεσκίζουν τη σάρκα. Δεν πόνεσε βέβαια, γιατί όλα  αυτά τα χρόνια είχε τραυματιστεί πολλές φορές. Είχε πάψει να αισθάνεται στον σαρκικό πόνο. Ο Κρύος ιδρώτας έλουζε το κορμί του, ενώ το σπαθί ήταν έτοιμο να ξεφύγει από τα χέρια του.
         Το πλάσμα συνέχισε να ξεσκίζει τον άνδρα. Με την μεγάλη γλώσσα του έγλειφε το φρέσκο αίμα. Δεν έδειχνε να καταλαβαίνει και πολλά. Αυτό που το ενδιέφερε ήταν να σκοτώσει μονάχα τον Λύριο. Έτσι με τα μακρόστενα χέρια του ετοιμάστηκε να του κόψει το κεφάλι.
         Ο βασιλιάς έπιασε καλύτερα τον Αιματοβαμμένο. Έκοψε το ένα χέρι του εχθρού. Οι οιμωγές του τέρατος ακούστηκαν έντονα μέσα στο στρογγυλό σπήλαιο. Το παράξενο ήταν ότι τα ρουνικά σύμβολα εξέπεμπαν πια ένα ιδιαίτερα έντονο φως και εκτός αυτού ο Αιματοβαμμένος είχε ρουφήξει άμεσα όσο αίμα είχε βγει από το τέρας.
          Το σπαθί ασκούσε πλέον αφόρητη πίεση στον Λύριο. Ένιωθε μια ανώτερη δύναμη να εισχωρεί στο εσωτερικό του κορμιού του. Προσπάθησε να πετάξει το σπαθί, μα εκείνο δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το χέρι του. Το ξίφος ποθούσε να ρουφήξει κι άλλο αίμα κι ύστερα να χρησιμοποιήσει τον Λύριο για να το τρέφει με φρέσκο αίμα.
            Το πλάσμα προσπάθησε να ξεφύγει. Κατέβηκε τρέχοντας το μονοπάτι. Παράλληλα, το αίμα έβρεχε το μονοπάτι ενισχύοντας την επικινδυνότητά του. Ο Λύριος έχοντας χάσει τον έλεγχο ακολούθησε παρά τη θέλησή του το τέρας. Καθώς προχώραγε όμως έκανε κάτι αλλόκοτο, ακουμπούσε το σπαθί στο έδαφος για να ρουφήξει το αίμα. Όσο περισσότερο αίμα ρούφαγε τόσο δυνατότερο γινόταν.
            Το τερατόμορφο ψάρι βούτηξε μέσα στην ιδιόμορφη λίμνη. Ο άνδρας χωρίς να έχει επιλογή βούτηξε κι εκείνος μέσα. Το αίμα που έβγαινε προς την επιφάνεια φανέρωνε τη θέση του πλάσματος. Παρότι μπορούσε να χαθεί για πάντα στο βυθό εκείνο πίστεψε πως είχε έρθει η κατάλληλη χρονική στιγμή ώστε να θανατώσει τον άνδρα.
            Ο πατέρας της Νέξ προσπάθησε να πείσει το εγώ του πως έπρεπε να βγει από το νερό και να ακολουθήσει το δρόμο του. Μπορούσε να αποφύγει τον σκοτωμό. Ωστόσο, τα πόδια του και γενικότερα το σώμα δεν τον υπακούσε.  Είχε χάσει πια ολοκληρωτικά τον έλεγχο.
            Τα σουβλερά δόντια του στόματος του ψαριού εμφανίστηκαν μπροστά στο δαιμόνιο πρόσωπο του άνδρα. Με τη λεπίδα του σπαθιού το έκοψε στα δύο. Σπαραχτικές ιαχές συντάραξαν το χώρο. Αν ο δολοφόνος ήταν άνθρωπος θα είχε σοκαριστεί σίγουρα από τη βαναυσότητα του χτυπήματος. Μολαταύτα, εκείνο το υποχείριο βούτηξε μέσα στο νερό για να ταΐσει περαιτέρω τον αφέντη του.
             «Που θέλεις να πάμε τώρα αφέντη», ρώτησε ο Λύριος καθώς έβγαινε πατούσε ξανά πάνω στο απόκρημνο μονοπάτι.
             «Θέλω περισσότερο φαγητό», είπε μια σατανική φωνή μέσα στο κεφάλι του.
             «Εδώ παραδίπλα έχει ένα χωριό. Νομίζω πως θα σε ικανοποιήσει», είπε ξεκινώντας να βαδίζει προς τας Ανατολάς.
             Ο πατέρας της Νέξ, ο δυνατότερος βασιλιάς του Έσω Κόσμου είχε χαθεί μέσα στα αβυσσαλέα σκοτάδια που λιμνάζουν στη ψυχή όλων των ανθρώπων και περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία για να πάρουν τον έλεγχο και να καταστρέψουν το καλό που εξακολουθεί να υπάρχει στον κόσμο…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου