Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 56


            «Θα σας πω την αλήθεια. Δεν θέλω να σας βλάψω», είπε ο Κόλλοκαρ έντρομος γιατί δεν ήθελε να παλέψει με τους δύο. Φαινόταν να έχουν μεταξύ τους χαώδεις διαφορές, μα είχαν περισσότερα κοινά. Απλά, η ένταση των τελευταίων ημερών είχε θολώσει το μυαλό. Η κούραση και  ο φόβος για την καταιγίδα που θα χτύπαγε με σφοδρότητα τον Έσω Κόσμο είχαν δημιουργήσει ένα τρομαχτικό χάσμα ανάμεσα στη συντροφιά.
            Τα ξανθιά μαλλιά της πανέμορφης κόρης του Λύριου κυμάτισαν για κάποια λεπτά εξαιτίας του παγερού αγέρα που χτύπαγε το απαλό της δέρμα. Εικόνα γαλήνια και συνάμα μαγευτική. Η γυναίκα θύμιζε νεράιδα. Απόπνεε μια μαγευτική γαλήνη. Και οι δύο άρρενες ένιωσαν αυτή την αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Ο φόβος μαζί με τον τρόμο είχανε ως δια μαγείας χαθεί. Πλέον, ατενίζοντας τα ξανθά μαλλιά της Νέξ και το ιριδίζον φως που τόνιζε το καλλίγραμμο σώμα της πλάσθηκαν στο νου των δύο αντρών εικόνες χαράς, εικόνες ενός αλλοτινού κόσμου.
           Από το βάθος του δρόμου ακούστηκε μια απερίγραπτη μελωδία. Στο άκουσμά της ακόμα και τα σατανικά πλάσματα που κρύβονταν στις τρύπες της οροσειράς σταμάτησαν για λίγο με σκοπό να ακούσουν αυτή τη μελωδία. Μήπως ήταν κελάηδημα αηδονιού; Μήπως ήταν φλογέρα ενός βιρτουόζου; Ή μήπως άνηκε σε κάποια θεότητα του επίγειου κόσμου; Δυστυχώς, καμία περιγραφεί δεν βοηθάει να καταλάβεις πως ακριβώς ακουγόταν.
            Η απερίγραπτη λοιπόν μελωδία πλησίαζε ολοένα τους φίλους μας. Δεν ένιωθαν την ανάγκη να απομακρυνθούν. Αντίθετα, ποθούσα να αντικρίσουν το πλάσμα εκείνο που μάγευε ολόκληρη την πλάση. Ανεπαίσθητα κατευθύνθηκαν προς τον ήχο. Μπροστά προχωρούσε η Νέξ, ακολουθούσε ο πολεμιστής και τελευταίος πήγαινε εμφανώς χαλαρότερος ο Ασημόκαρδος.
            Περίπου διακόσια μέτρα μακριά τους υπήρχε μία τρύπα στο πέτρωμα του βουνού. Χωρίς να ελέγξουν ή έστω να ενδιαφερθούν για το γύρω χώρο εισχώρησαν μέσα στα σκοτάδια της τρύπας. Δεν έβλεπαν, μα δεν τους ένοιαζε. Δεν ένιωθαν φόβο, μα δεν τους ένοιαζε. Αντιθέτως, ήθελαν να δούμε το πλάσμα με την απερίγραπτη φωνή.
            Η είσοδος του σπηλαίου είχε σκαλιστεί πρόσφατα. Αν πρόσεχαν λίγο περισσότερο θα παρατηρούσαν ότι ουσιαστικά η τρύπα αυτή είχε γίνει πρόσφατα από κάποιο πλάσμα, γιατί ακόμα υπήρχαν στο πέτρωμα γρατζουνιές. Εκτός αυτού, από το εσωτερικό έβγαινε μια έντονη μυρωδιά σαν εκείνη που βγάζουν τα πτώματα πολλών ημερών. Επιπλέον, καθώς προχωρούσαν μέσα στα σκοτάδια τριγύρω τους πέταγαν έντομα. Κατευθύνονταν κι εκείνα προς το εσωτερικό.
            Κάποια σκουλήκια μάλιστα δάγκωσαν τα πόδια της γυναίκας, μα εκείνη δεν έδωσε σημασία. Στον Ασημόκαρδο είχαν ανέβει στα πόδια του βδέλλες και άρχισαν μονομιάς να του ρουφάνε το αίμα. Ο Κόλλοκαρ αν και έδειχνε να βρίσκεται περισσότερο υπνωτισμένος απόδιωχνε οποιοδήποτε ζωύφιο έπεφτε πάνω του.
            «Που βρισκόμαστε;», φώναξε καθώς ξυπνούσε από το ξόρκι.
            Οι σύντροφοί του δεν μίλησαν. Απλά, συνέχισαν το δρόμο τους.
            «Ελάτε πίσω, είναι παγίδα», είπε ο πολεμιστής ενώ τραβούσε τους άλλους δύο ώστε να τον ακολουθήσουν. Χαμένος κόπος όμως, εκείνοι συνέχισαν την πορεία τους.
            Μερικές αχτίδες ενός αλλόκοτου φωτός έκαναν τον Κολλοκάρ να δει ένα άνοιγμα. Η Νέξ και ο Ασημόκαρδος είχαν διαβεί ήδη την είσοδο. Εκείνος, προχώρησε με αργά αλλά αποφασιστικά βήματα. Κάπου στο βάθος, πάνω σε έναν βράχο καθόταν ένας άνδρας που έπαιζε άρπα. Ναι, πάνω στο βράχο στεκόταν ένας βάρδος. Δεν τους συμπαθούσε τους βάρδους, για την ακρίβεια τους σιχαινόταν…  
              
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου