Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 57


        Ο άνδρας που στεκόταν στο βράχο χαμογελούσε σατανικά. Το χαμόγελό του βέβαια ήταν απαίσιο καθώς φαινόντουσαν εναργέστερα τα κατάμαυρα δόντια του. Όσο δεν είχαν μαυρίσει είχαν ένα έντονο κιτρινωπό χρώμα. Σε λίγο χρόνο κι εκείνα θα γίνονταν μαύρα. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν λαδωμένα. Τα μάτια του είχαν ένα πορτοκαλί χρώμα. Χρώμα πραγματικά αλλόκοτο για άνθρωπο. Ίσως να μην άνηκε καν στην ανθρώπινη φυλή αυτός ο χαρισματικός οργανοπαίχτης.
         Όταν η Νέξ και ο Ασημοκάρδος  πλησίασαν αρκετά ώστε να μπορούν να μυριστούν τη βρωμερή του ανάσα, εκείνος σταμάτησε να παίζει τη λύρα. Οι δύο σύντροφοι ξαφνικά ξύπνησαν από τον ύπνο. Κοίταξαν το χώρο. Τρόμαξαν τόσο από τη θέα του μεσόκοπου οργανοπαίχτη όσο και από τα έντομα που τους περιτριγύριζαν. Βρίσκονταν μέσα σε μια σπηλιά. Στα τοιχώματα υπήρχε μονάχα έντομα και έντονη υγρασία. Η μυρωδιά του μέρους ήταν πράγματι αφόρητη. 
         «Ποιος είσαι;», ρώτησε επιθετικά η Νέξ.
          Ο άνδρας με τη λύρα δεν απήντησε. Σηκώθηκε μηχανικά από το βράχο όπου στεκόταν. Τους κοίταξε περιφρονητικά. Δεν είχε καμία όρεξη να ανοίξει κουβέντα με τους μελλοθάνατους. Εκείνος απλά είχε κάνει τη δουλειά του. Τώρα, αφού είχε φέρει στο λημέρι του τέρατος τροφή, θα μπορούσε επιτέλους να ελευθερωθεί. Αυτοί οι δύο άνθρωποι που στέκονταν μπροστά του αποτελούσαν το εισιτήριό του για την έξοδο από αυτό το κολαστήριο.
          «Ποιος είσαι και τι θέλεις από εμάς;», ρώτησε ξανά η Νέξ.
          «Εγώ δεν θέλω τίποτα κοπέλα μου. Εκείνο θέλει. Θέλει να σας φάει. Εγώ είμαι μονάχα ο καλεστής κοπέλα μου, τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο», είπε κοιτώντας στο βάθος της σπηλιάς, εκεί όπου τα σκοτάδια έκρυβαν κάθε δραστηριότητα του πλάσματος που φαινόταν να είχε εκβιάσει αυτόν τον άνθρωπο ώστε να τους οδηγήσει μέσα στο σπήλαιο.
         «Εσύ, που κρύβεσαι πίσω από το τοίχωμα εμφανίσου. Ξέρει πως είσαι εδώ, μην νομίζεις πως μπορείς να τον κοροϊδέψεις», χαχάνισε νευρικά ο βάρδος.
        Ο Κόλλοκαρ δεν μετακινήθηκε.  Ήθελε να δει αν όντως ο βάρδος τον είχε αντιληφθεί ή απλά μπλόφαρε. Ήλπιζε να αγνοούσε την ύπαρξή του, γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, τότε η συντροφιά βρισκότανε ξανά μπροστά σ’ ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ελλόχευαν κίνδυνοι παραμένοντας εκεί  μακριά από τους συντρόφους του μαζί με τα έντομα που τον ενοχλούσαν και του ρουφούσαν το αίμα, μα δεν τον ενδιέφερε καθώς θεωρούσε πως έκανε το σωστό.
          «Βγες έξω, πραγματικά δεν θέλεις να τον εξαγριώσεις. Αν τον εκνευρίσεις δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να μείνει έστω και ένας από σας ζωντανός. Να θυμάστε θέλει τουλάχιστον έναν», είπε ο βάρδος και παίζοντας  μι α μελωδία εξαφανίστηκε.
          «Ελάτε εδώ», ψιθύρισε ο πολεμιστής στον Ασημόκαρδο και στη Νέξ.
          Ένα παγωμένο χέρι τον άγγιξε στον ώμο. Κρύος ιδρώτας έλουσε το πρόσωπό του. Κάτι ή κάποιος βρισκόταν ακριβώς πίσω του…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου