Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 58


          «Πήγαινε μαζί με τους άλλους, αλλιώς θα σε σκοτώσω», είπε ο βάρδος οποίος δια μαγείας είχε βρεθεί πίσω από τον πολεμιστή. Η φωνή του την φορά αυτή δεν ήταν εύθυμη, μα μπάσα, μεστή και αρκετά απειλητική ώστε να οδηγήσει τον Κόλλοκαρ στην απόφαση να κατευθυνθεί στο σημείο μαζί με τους συντρόφους του.
           «Τώρα, σας αφήνω. Να ξέρετε ότι δύο από σας θα πεθάνετε. Ο ένας θα ζήσει, μα θα πληρώσει ένα τεράστιο τίμημα. Θα πρέπει να παραμείνει εδώ μέσα κάμποσα χρόνια μέχρι να γίνει βάρδος. Εγώ, δεν είχα ποτέ τις ικανότητες για να μοιάσω στον αφέντη και να γίνω καλύτερος, γι’ αυτό σας μάγεψα. Όφειλα να βρω έναν αντικαταστάτη προτού ξεφύγω από αυτή τη φυλακή. Λυπάμαι, για όσα προβλήματα σας προκάλεσα, μα δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Είθε η ψυχή σας να βρει κάποια στιγμή το ησυχαστήριο που επιζητά», είπε για τελευταία φορά ο βάρδος προτού χαθεί μια για πάντα από τα μάτια της συντροφιάς.
                Τα ζωύφια μετά την εξαφάνιση του άνδρα με τη λύρα ησύχασαν. Ίσως, ο βάρδος για κάποιο λόγο να έβγαζε από μέσα τους το θεριό που έκρυβαν και να τα μετέτρεπε σε φονικές μηχανές. Από την άλλη ίσως να είχαν συνηθίσει την μυρωδιά των παρείσακτων.
                 «Πάμε να φύγουμε τώρα που μπορούμε», ψιθύρισε η Νέξ.
                 Ο Κόλλοκαρ και ο Ασημόκαρδος κούνησαν καταφατικά το κεφάλι τους. Για κάποιο λόγο και οι τρεις του πίστευαν ότι ο τύπος με τη λύρα τους είχε πει κατάφορα ψέματα. Ίσως, να μην το είχε κάνει επίτηδες και όλο αυτό το παραλήρημα να οφειλόταν στην τρέλα που είχε φωλιάσει μέσα στο κορμί του και του έτρωγε αργά, αλλά βασανιστικά τα εσώψυχα οδηγώντας τον στην παντοτινή τρέλα.
                  Σίγουρα, εκείνος ο άνδρας δεν φάνταζε να είχε σώας τας φρένας, αλλά πρέπει μέσα στη τρέλα του να είχε εκστομίσει και κάποιες αλήθειες. Για λίγα δεύτερα είχε φανεί να παραστρατεί από το παραλήρημά του. Για λίγα δεύτερα είχε φανεί να προσπαθεί να προειδοποιήσει την ομήγυρη.  Τελικά, δεν πρέπει να είχε καταφέρει να τους παρουσιάσει ανάγλυφα τον κίνδυνο που παραμόνευε σ’ αυτό το σπήλαιο, γιατί διαφορετικά δεν θα προσπαθούσαν να βγουν έξω από το σπήλαιο.
                 Προχώρησαν προς την έξοδο. Πάντα μπροστά βρισκόταν η κόρη του Λύριου. Από πίσω ακριβώς ήταν ο Κόλλοκαρ και τελευταίος ο Ασημόκαρδος.
                 Όταν φάνηκαν οι αχτίδες του ηλίου ο βηματισμός τους έγινε γρηγορότερος. Σε λίγο θα βρίσκονταν ξανά κάτω από τον γαλάζιο ουρανό. Στα βρώμικα πρόσωπά τους είχε εμφανιστεί μια πρωτόγνωρη χαρά. Βλέπετε, είχαν κουραστεί να έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τέρατα και δαιμόνια. Η κούραση που είχε συσσωρευτεί τους είχε επηρεάσει σημαντικά, γιατί δεν ήταν δυνατόν να μην δουν έναν άνδρα που μέσα στις σκιές τους προσπέρασε σαν σίφουνας και κάθισε μπροστά στην έξοδο της σπηλιάς.
               «Που πάτε αγαπητοί επισκέπτες;», ρώτησε με την γάργαρη φωνή του.
               Η συντροφιά ταράχτηκε, γιατί όπως προανέφερε κανένας τους δεν είχε παρατηρήσει τον άνθρωπο. Όλοι βρίσκονταν χαμένοι στον δικό τους κόσμο.
               «Ποιος είσαι;», ρώτησε η μελλοντική βασίλισσα του βασιλείου των ανθρώπων.
               «Νομίζω πως εσείς θα πρέπει να απαντήσετε στην ερώτησή μου πρώτα. Εσείς μπήκατε εδώ μέσα χωρίς να ρωτήσετε κανέναν, επομένως οφείλετε να εξηγηθείτε», είπε απειλητικά εκείνος.
               «Δεν μπήκαμε εδώ μέσα με τη θέλησή μας. Ένας βάρδος που βρισκόταν εδώ μέσα μας υπνώτισε και μας οδήγησε εδώ μέσα. Δεν θέλουμε τίποτα περισσότερο παρά να επιστρέψουμε στον προορισμό μας κύριε. Σας παρακαλώ, αφήστε μας να περάσουμε», είπε η πριγκίπισσα ευγενικά.
              «Δυστυχώς δεν μπορώ να σας ικανοποιήσω αυτό το αίτημα»
        
Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου