Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 59


              «Δεν μπορούμε να κάτσουμε εδώ μέσα. Πίστεψέ μας, δεν θέλεις να μας εκνευρίσεις», είπε η Νέξ απειλητικά.
              Ο τύπος με το σκιώδης πρόσωπο άρχισε να γελάει φωναχτά. Ολόκληρη η κορμοστασιά του σπαζόταν από τα χαχανητά. Οι γέλωτες όμως δεν φανέρωναν τίποτα το θετικό για τη συντροφιά. Αντίθετα, όλοι σαν άκουσαν εκείνα τα χάχανα τρόμαξαν, γιατί ο σκιώδης άνθρωπος που έφραζε την έξοδο έδειχνε να κρύβει καταχθόνια μυστικά.
               «Θα μίλαγες με μεγαλύτερη σύνεση γυναίκα αν γνώριζες το πραγματικό μου όνομα. Είμαι ο βάρδος Βαλτάζαρ. Δεν νομίζω πως έχω να προσθέσω οτιδήποτε. Αν δεν με ακολουθήσετε, θα πρέπει να σας σκοτώσω», πρόσθεσε χαμογελώντας ο άνδρας.
               Το χαμόγελο αυτό φανέρωσε για πρώτη φορά ύστερα από την εμφάνισή του κάποια χαρακτηριστικά του προσώπου. Στο πηγούνι του υπήρχε μια μεγάλη ουλή. Επίσης, στο αριστερό μέρος του προσώπου υπήρχαν κάτασπρα γένια σαν αυτά του χιονιού. Από την μύτη και πάνω δεν φαινόταν απολύτως τίποτα.
               Η πριγκίπισσα δεν χρειάστηκε να ζητήσει την γνώμη των συντρόφων της σχετικά με το δίλλημα που είχε δημιουργήσει ο «οικοδεσπότης». Ήταν πραγματικά ανόητο να αντιταχτούν σ’ έναν βάρδο που έδειχνε να γνωρίζει άριστα την τέχνη του. Μπορεί να κατάφερναν να τον κέρδιζαν , μα θα έπρεπε σίγουρα να θυσιάσουν κάτι ή κάποιον ώστε να διαφύγουν από την παγίδα στην οποία είχαν υποπέσει.
              Σκεφτόμενη αυτά, έπιασε το αριστερό μέρος του στήθους της. Ένιωθε την καρδιά της να πονάει. Από τότε που είχε συναντήσει τον Εβλίς στον κόσμο των πνευμάτων ένιωθε κάθε τόσο πόνο στην καρδιά. Ένιωθε σαν να σταματάει κατά διαστήματα. Ήταν αδύνατον να πληρώσει κάτι αντίστοιχο κι αυτή τη φορά.
              Το διαπεραστικό βλέμμα εκείνου του σατανικού βάρδου καρφώθηκε πάνω της. Ένιωσε αλλόκοτα. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος έκρυβε πολλά μυστικά. Καθώς τον κοίταζε ένιωσε στην ατμόσφαιρα να πλανάται μαγεία. Σχεδόν ότι βρισκόταν σ’ αυτό το σπήλαιο επηρεαζόταν από μαγεία. Η μαγική αύρα πήγαζε από τον άνδρα.
             «Θα σε ακολουθήσουμε Βαλτάζαρ», είπε η Νέξ παύοντας να τον κοιτάζει.
             «Ακολουθήστε με παρακαλώ», είπε ο βάρδος με χαιρέκακη φωνή.
             Ο Κόλλοκαρ δεν συμφωνούσε με την απόφαση της γυναίκας. Μπορούσαν εύκολα να σκοτώσουν αυτόν τον τύπο. Οι βάρδοι ήταν αδύναμοι. Μονάχα στα λόγια είχαν κάποια έφεση. Κατά τα’ άλλα δεν μπορούσαν να σε απειλήσουν πόσο μάλλον να προκαλέσουν το θάνατο. Αυτό που τον εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν ότι αυτό το σπήλαιο είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Είχε τριγυρίσει μυριάδες φορές στην γύρω περιοχή κι όμως δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξη της σπηλιάς.
             Η ασυμφωνία του πολεμιστή με την Νέξ τον οδήγησε σε μια ριψοκίνδυνη απόφαση. Θα παρέμενε μαζί με τους άλλους και όταν δεν έβλεπαν, τότε θα έφευγε από τη σπηλιά. Με λίγη δόση τύχης θα κατάφερνε να σώσει το τομάρι του.
             Ύστερα από λίγο έφτασαν στο βράχο όπου είχαν συναντήσει τον άνδρα που έπαιζε λύρα. Τα έντομα είχαν εξαφανιστεί από το χώρο, ενώ η τρομαχτική ατμόσφαιρα είχε κάπως αλλάξει.
              «Τώρα, ήρθε η ώρα να σας πω τι ακριβώς θα γίνει», φώναξε ο Βαλτάζαρ.
              Οι φωνές του προκάλεσαν έναν σεισμό. Το έδαφος ταρακουνήθηκε, ενώ ακούστηκαν αλλόκοτες ιαχές. Κάπου στο βάθος, εκεί όπου τα σκοτάδια έκρυβαν σχεδόν κάθε σπιθαμή της σπηλιάς. Ωστόσο, μέσα από τα σκοτάδια φάνηκε ένα γιγαντιαίο πλάσμα…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου