Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Βάρδος Νέξ-σελίδα 60


            Ήταν περίπου τρία μέτρα. Στο κεφάλι του υπήρχαν τεράστια κέρατα που παρέπεμπαν σε τάρανδο. Το υπόλοιπο σώμα όπως και το πρόσωπο καλυπτόταν από τις σκιές.
              «Που πήγε ο βάρδος;», ρώτησε το πλάσμα με την χοντροκομμένη φωνή του.
            Το πρόσωπο του Βαλτάζαρ μονομιάς συσπάστηκε. Φοβόταν το πλάσμα. Τα χέρια του έτρεμαν, ενώ δεν μπορούσε να μιλήσει. Για την ακρίβεια, κάθε φορά που πήγαινε να αρθρώσει κουβέντα, έβγαζε μονάχα κάποιους ακανόνιστους ήχους. Στο μυαλό του Βαλτάζαρ είχε σχηματιστεί ανάγλυφα η μακάβρια εικόνα του θανάτου του. Εκείνο το τέρας που κρυβόταν εκνευρισμένο από τη φυγή του άνδρα με τη λύρα, έμπηγε με δύναμη τα κέρατα στην κοιλιά. Του ξέσκιζε τη σάρκα κι ύστερα την έτρωγε με ευχαρίστηση.
            Απέχθεια και τρόμος επέτειναν την αλλόκοτη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο άνδρας. Προσπάθησε άλλες τρις φορές να απαντήσει. Τελικά κατάφερε να πει λακωνικά πως είχε φύγει ο λυριτζής.
             Το τέρας με τα κέρατα ταράνδου έβγαλε μια κραυγή εκνευρισμού. Έκανε ένα τεράστιο βήμα ώστε να φανερώσει τον εαυτό του, μα τελευταία στιγμή έκρινε πως δεν ήταν φρόνιμο από μέρος του να εμφανιστεί τόσο νωρίς στους ξένους. Προτού εμφανιστεί όφειλε να εμφυσήσει τον τρόμο στις ψυχές των παρευρισκομένων, γιατί παρόλο που ήταν δυνατό, σίγουρα θα δυσκολευόταν πάρα πολύ να αντιμετωπίσει και τους τέσσερις μαζί σε μια επικείμενη μάχη. Η επιβίωσή του βασιζόταν στον τρόμο, τόσα χρόνια αυτό έκανα. Τώρα, δεν θα άλλαζε την τακτική του. Θα ακολουθούσε την περπατημένη.
             «Υποκλιθείτε ζώα στον Άρχοντα του Σκότους», είπε η χοντροκομμένη φωνή με ιδιαίτερο απειλητικό τόνο.
               Ο υπόδουλος βάρδος έπεσε στην γη μεμιάς. Η φάτσα του έτριβε το γεμάτο υγρασία πάτωμα καθώς έκανε τεμενάδες για να τιμήσει τον Άρχοντα του Σκότους. Οι άλλοι τρις παρακολουθούσαν κάπως επιφυλακτικά τα γεγονότα. Δεν φοβόντουσαν το πλάσμα, μα για κάποιο ανεξήγητο λόγο πίστεψαν πως θα ήταν προτιμότερο να μην συγκρουστούν από τώρα με τον «οικοδεσπότη» τους. Έτσι, έπεσαν και οι τρις στο πάτωμα. Υποκλίθηκαν σαν να υποκλίνονταν στον κρατερό Λύριο.
              Ο κερασφόρος εχθρός αποφάσισε πως επιτέλους είχε έρθει να εμφανιστεί. Κούνησε τα χέρια του και το σκοτάδι χάθηκε προς στιγμήν. Τώρα, τα χαρακτηριστικά του ήταν ευδιάκριτα. Το πρόσωπό του ήταν ζωόμορφο, θύμιζε τάρανδο, αλλά είχε και μερικά άλλα στοιχεία που παρέπεμπαν σε ταύρο. Το κορμί του καλυπτόταν από καφετί γούνα, ενώ τα πόδια του ήταν οπλές και είχε και μακρόστενα ανθρώπινα χέρια. Κοντολογίς, μπροστά στη συντροφιά στεκότανε ένας ανθρωπόμορφος τάρανδος.

              Η Νέξ βάλθηκε να συγκρατήσει τους γέλωτες που θα ξεπετάγονταν σαν χείμαρρος από το στόμα της. Ο Κόλλοκαρ κοίταζε με συμπάθεια τον «απειλητικό» τάρανδο, ενώ ο Ασημόκαρδος είχε χαλαρώσει αρκετά τους μυς του. Αυτό το πλάσμα ήταν αδύναμο, σε μια ολομέτωπη μάχη θα έβγαιναν σίγουρα νικητές.
             Ο Βαλτάζαρ βλέποντας τον Άρχοντα του Σκότους ένιωσε μεγαλύτερο δέος. Παράλληλα, κοίταξε τους παρείσακτους. Έδειχναν να μην τρομάζουν καθόλου από την παρουσία του ταράνδου. Δεν είχε σημασία, αργά ή γρήγορα θα συνειδητοποιούσαν την πάσα αλήθεια. Ο ανθρωπόμορφος τάρανδος θα τους έδειχνε την πραγματική του δύναμη…  


Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
              

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου