Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 61


            Ο λαός συνήθιζε να λέει πως όποιος κοκορεύεται διαρκώς, κάποια στιγμή θα ερχόταν και η τιμωρία για την αλαζονεία που επεδείκνυε. Στην περίπτωσή μας, η συντροφιά αυτή με τους παράξενους ανθρώπους που την απάρτιζαν θα έδωναν στο πλάσμα που στεκότανε μπροστά τους ένα μάθημα που θα το θυμότανε για την υπόλοιπη ζωή του.
             «Σας παρακαλώ, φωνάξτε δυνατά ότι είμαι τρομαχτικός και απίστευτα δυνατός», είπε ο τάρανδος γεμάτος αυτοπεποίθηση.
             Όσοι ώρα μιλούσε ο Άρχοντας του Σκότους, ο Κόλλοκαρ έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Ο άνδρας που τους είχε φράξει την έξοδο έδειχνε να έχει διαρκώς τα μάτια του καρφωμένα στον τάρανδο. Ο Βαλτάζαρ πρέπει να βρισκόταν υπό την επήρεια κάποιου ξορκιού. Έδειχνε να μην αντιδράει καθόλου, για την ακρίβεια μονάχα όταν μίλαγε το αφεντικό του αντιδρούσε κατά κάποιον τρόπο. Το στόμα του άνοιγε, ενώ οι κόρεw των ματιών του κοίταζαν ελάχιστα και προς τη μεριά τους Το πλάσμα που κατοικούσε στη σπηλιά, δεν είχε καμιά φοβερή ικανότητα, απλά γνώριζε την τέχνη του υπνωτισμού.
             Και ο Ασημόκαρδος είχε αρχίσει να αναγνωρίζει όλα εκείνα τα σημασία που φανέρωναν τις αδυναμίες του ταράνδου. Ήταν φαφλατάς, μα όχι δυνατός.  Αν μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να καταστρώσουν ένα έξυπνο σχέδιο, αργά ή γρήγορα θα ξέφευγαν από το σπήλαιο. Πέρα απ’ αυτές τις σκέψεις, τον Ασημόκαρδο τον απασχολούσε πολύ και το γεγονός ότι όφειλαν να ελευθερώσουν και τον Βαλτάζαρ. Δεν ήξερε γιατί, μα φαινόταν να κρύβει καλά κρυμμένα μυστικά. Τον ήθελε στην ομάδα. Θα μπορούσε να τους βοηθήσει σημαντικά να ικανοποιήσουν τους κοινούς τους στόχους.
           Από την άλλη μεριά, η κόρη του Λύριου έδειχνε να μην συμμερίζεται την άποψη των άλλων δύο. Ο ανθρωπόμορφος τάρανδος έκρυβε τη δύναμή του, παρουσίαζε μια ψευδή εικόνα με σκοπό να ξεγελάσει όσους έβγαζαν γρήγορα συμπεράσματα. Μια μάχη μαζί του έκρυβε κινδύνους. Θα ήταν εξαιρετικά ανόητο να ρισκάρουν κάτι τέτοιο ή μήπως όχι;
            «Αφέντη, ποιον θέλεις να σκοτώσω;», ρώτησε φωναχτά ο υπόδουλος βάρδος.
             Ο Αφέντης  σκέφτηκε αρκετά ποιον ήθελε να σκοτώσει. Η γυναίκα έδειχνε να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Έπρεπε να την θανατώσει ή μήπως να την έπαιρνε υπό τον έλεγχό του;
             «Σκότωσε εκείνον εκεί τον βλάκα», είπε χαχανίζοντας.
              Ο υπόδουλος άνδρας δεν περίμενε άλλη κουβέντα. Από την πλάτη του εμφάνισε μια αυτοσχέδια λύρα. Ξεκίνησε να παίζει με μαεστρία. Τα πόδια του θύματος ακολούθησαν το ρυθμό με ζέση.
             Ο πόνος είχε αρχίσει να κυριεύει το κορμί του Ασημόκαρδου. Φοβόταν πως η μελωδία αυτή θα τον οδηγούσε μια ώρα αρχύτερα στον άλλο κόσμο. Κοίταξε για λίγο προς το ταβάνι της σπηλιάς. Ευχήθηκε να σωνόταν με κάποιο τρόπο από αυτό το μαρτύριο.
             Η μελωδία της λύρας έγινε ακόμα γρηγορότερη…  

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου