Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 63


            Η λύρα εξέπεμπε εκτυφλωτικό φως. Τα μάτια του ταράνδου τυφλώθηκαν, ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι κάλυψαν τα μάτια τους. Κανένας δεν γνώριζε τι έμελλε να συμβεί. Η λύρα είχε επιλέξει την Νέξ για αφέντρα της και πλέον εκείνη θα μπορούσε να παίζει με μαεστρία το όργανο και να γαληνεύει τις καρδιές των εξαγριωμένων, αλλά και να εξημερώνει τα θεριά.
                 Η ίδια ένιωσε ένα αλλόκοτο συναίσθημα. Δεν ήξερε τι ακριβώς ένιωθε, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο ένιωθε πως θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Για μια στιγμή ένιωσε πως θα μπορούσε να σταματήσει την καταιγίδα που ερχόταν στον Έσω Κόσμο. Θα έπαιρνε πίσω το βασίλειο του Βορρά και μέσω αυτού θα επανέφερε για πολλοστή φορά την ηρεμία ανάμεσα στα τέσσερα βασίλεια.
                 Ο τάρανδος έβγαλε μια σπαραχτική κραυγή φόβου. Προς στιγμήν έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται την τροπή που είχαν πάρει τα γεγονότα. Ο Άρχοντας του Σκότους όπως αποκαλούνταν είχε ουσιαστικά μετατραπεί σ’ έναν  ιδιόμορφο παρία, εφόσον οι πάντες μέσα στο σπήλαιο κοίταζαν την γυναίκα αποσβολωμένοι.
                Ακόμα και ο άνδρας που κρατούσε πριν από κάμποσο χρόνο τη λύρα, έδειχνε για πρώτη φορά αφότου είχε εισέλθει η συντροφιά στη σπηλιά να κατανοεί την τραγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Με γρήγορες ματιές πότε δεξιά και πότε αριστερά επεξεργαζόταν τον χώρο, καθώς καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά ή τουλάχιστον πως βρισκόταν σ’ ένα μέρος που δεν γνώριζε. Το πρόσωπό του μάλιστα είχε πάρει μια έκφραση που αναδείκνυε με ενάργεια την έκπληξή του.
              «Που βρίσκομαι;», ρώτησε ο Βαλτάζαρ με εμφανή απορία.
              Ο χτυπημένος πολεμιστής προσπάθησε να μιλήσει, μα προτού ανοίξει το στόμα του, ο τερατόμορφος τάρανδος άρχισε να πετάει κατάρες, η οποίες είχαν σαν στόχο κυρίως την πανέμορφη γυναίκα που κράδαινε στα χέρια της το μουσικό όργανο με τις μαγικές δυνάμεις. Φοβόταν περισσότερο από ποτέ. Ίσως, για πρώτη φορά να είχε συνειδητοποιήσει την πικρή αλήθεια. Τόσα χρόνια εκμεταλλευόταν την μοναδική ουσιαστικά ικανότητα που είχε για να υπνωτίζει κρατερούς άνδρες και να οδηγεί υποψήφια θύματα μέσα στο σπήλαιο με απώτερο σκοπό να ξεσκίσει τη σάρκα τους και να θρέψει την ακόρεστη επιθυμία του για αίμα.
            «Θα πεθάνεις ΓΥΝΑΙΚΑ», φώναξε ο το τέρας δείχνοντας τα σουβλερά του δόντια.
            Η Νέξ μπορεί να φοβήθηκε, μα ένιωσε πως δεν έπρεπε να κάνει πίσω. Αυτή τη φορά, εκείνη στιγμή, όφειλε να αντιμετωπίσει τους φόβους του. Με το δεξί της χέρι έσπρωξε τον εαυτό της τόσο ώστε να αποφύγει τα δόντια του ταράνδου. Βρέθηκε από πίσω του, μα δεν τον χτύπησε. Κρατώντας με ορθό τρόπο του μουσικό όργανο άρχισε να παίζει μια μελωδία τόσο όμορφη ώστε οι καρδιές όσων την άκουσαν αγαλλίασαν μονομιάς. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης και πρωτόγνωρής χαράς εμφανίστηκε στα πρόσωπά τους. Ο Άρχοντας του Σκότους μαγεύτηκε τόσο πολύ από τον ήχο ώστε παρέμεινε ακίνητος σαν να ήταν μαρμαρωμένος.
            Η γυναίκα σταμάτησε να παίζει ξαφνικά. Κανένας δεν κινήθηκε για μερικά λεπτά. Όλοι αναπολούσαν την θεόπνευστη μελωδία που είχε βγει από τη λύρα. Ακόμα και ο αιμοβόρος εχθρός είχε αποκτήσει το υπνωτισμένο βλέμμα του Βαλτάζαρ. Δεν πρέπει να βρισκόταν πια στον επίγειο κόσμο. Η λογική πρέπει να είχε χαθεί. Βρισκόταν πια μέσα σε μια βάρκα, σε μια ήρεμη θάλασσα και έπλεε προς εδάφη που θα του χάριζαν έντονες συγκινήσεις. Σ’ εκείνα τα μακρινά μέρη του νου δεν θα υπήρχαν κίνδυνοι, μονάχα απολαύσεις. Αυτές ήταν οι σκέψεις του υπνωτισμένου τέρατος.
            Η κόρη του Λύριου έδειχνε να δέχεται με ιδιαίτερη χαρά την επιτυχία της. Είχε σώσει τη συντροφιά και προπάντων είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Πλέον, θα μπορούσαν να κάνουνε τα πάντα. Όλα έβαιναν προς ένα πιο ευκολοπερπάτητο μονοπάτι. Έτσι ένιωθε η πριγκίπισσα, αλλά ήταν όμως έτσι;… 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου