Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΆΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΊΡΤΑ


ΟΥ ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ
Είχε τόσο δυνατό κρύο! Χιόνιζε, το απόγευμα έφυγε γρήγορα, είχε νυχτώσει. Ήταν το τελευταίο βράδυ της χρονιάς: Παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Σ’ αυτό το κρύο, σ’ αυτό το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι, περπατούσε στο δρόμο. Το κεφάλι της ήταν ακάλυπτο, τα πόδια της γυμνά. Φορούσε παντόφλες, όταν έφυγε απ’ το σπίτι, αλλά… Οι παντόφλες ήταν πολύ μεγάλες, της μητέρας της ήταν! Και το κοριτσάκι τις έχασε, καθώς περνούσε βιαστικά το δρόμο, όταν δύο κάρα πέρασαν από δίπλα της ορμητικά. Αδύνατο να βρεθεί η μια παντόφλα, ένα αγόρι πήρε την άλλη, να την κάνει κούνια, είπε, όταν κάνει παιδιά.
Έτσι περπατούσε τώρα το κοριτσάκι με πόδια ξυπόλυτα, κόκκινα και μπλε απ’ το κρύο. Στην ποδιά της είχε ένα σωρό σπίρτα, ένα ματσάκι είχε στο χέρι. Κανείς δεν είχε αγοράσει σπίρτα ολόκληρη μέρα. Δεν είχε βγάλει ούτε σελίνι. Πεινασμένη και παγωμένη, κοιτούσε τρομαγμένη, καθώς διέσχιζε το χιονισμένο δρόμο. Νιφάδες χιονιού έπεφταν πάνω στα μακριά χρυσά της μαλλιά, που γυρίζαν όμορφα γύρω απ’ το λαιμό της. Τα φώτα έλαμπαν έξω απ’ τα παράθυρα, στο δρόμο υπήρχε μια υπέροχη μυρωδιά γαλοπούλας ψημένης. «Σήμερα γιορτάζουν τον νέο χρόνο», σκέφτηκε.
Κουλουριάστηκε σε μια γωνιά του δρόμου, ανάμεσα σε δυο σπίτια. Δίπλωσε τα λεπτά της πόδια να τα προφυλάξει, αλλά κρύωναν περισσότερο έτσι. Και δεν τολμούσε να γυρίσει στο σπίτι. Δεν είχε καταφέρει να πουλήσει ένα σπίρτο, δεν είχε βγάλει ούτε σελίνι. Ο πατέρας της θα την έδερνε. Αλλά και στο σπίτι είχε κρύο. Μια παλιά σκεπή είχε το σπίτι τους, ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα σπασμένα ξύλα, είχαν βάλει άχυρα και κουρέλια για να μην το διαπερνά. Τα χεράκια της είχαν σχεδόν ξυλιάσει. Αλίμονο! Ένα τόσο δα σπίρτο θα τη ζέσταινε τόσο! Θα τολμούσε να βγάλει ένα απ’ το ματσάκι, να το τρίψει στον τοίχο κι απ’ τη φλόγα να ζεστάνει τα χέρια της; Έβγαλε ένα. Το άναψε. Πως ακούστηκε, πως καιγόταν… μια ζεστή, καθαρή, φλόγα, σαν ένα μικρό κερί – έβαλε το χεράκι γύρω του. Μια περίεργη λάμψη. Έμοιαζε στο κοριτσάκι, πως κάθονταν μπροστά σ’ ένα μεγάλο μεταλλικό φούρνο με χάλκινη γυαλιστερή λαβή. Η φωτιά του έκαιγε τόσο όμορφα, ήταν τόσο ζεστά. Όχι… Η φωτίτσα έσβησε, όταν το κοριτσάκι έβγαλε τα πόδια του να ζεσταθούν.
Άναψε ένα σπίρτο ακόμα. Έλαμπε, καθώς καιγόταν κι όταν το φωτάκι του έπεσε στον τοίχο, ο τοίχος έγινε διάφανος.Μπορούσε να κοιτάζει μέσα στο δωμάτιο, ένα τραπέζι στρωμένο με πεντακάθαρο άσπρο τραπεζομάντηλο, όμορφες πορσελάνες και μια υπέροχη αχνιστή ψημένη γαλοπούλα, γεμιστή με δαμάσκηνα και μήλα. Κι ακόμα πιο υπέροχο, η γαλοπούλα πήδηξε απ’ την πιατέλα, περπάτησε στο πάτωμα με ένα κουτάλι και το μαχαίρι στην πλάτη της και πλησίασε το κοριτσάκι.Το σπίρτο έσβησε, μόνο το κρύο υπήρχε τώρα.
Άναψε ένα σπίρτο ακόμα. Τώρα κάθονταν κάτω από ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ήταν πολύ μεγάλο και είχε πιο πολλά στολίδια πάνω του κι απ’ αυτό που είχε δει μια φορά έξω απ’ το τζάμι ενός πλούσιου έμπορου. Χίλια κεράκια έκαιγαν πάνω στα πράσινα κλαδιά του και όμορφες χρωματιστές εικόνες, όπως εκείνες που βάζουν στα τζάμια των καταστημάτων.Το κοριτσάκι άπλωσε τα χέρια να τις αγγίξει.Το σπίρτοέσβησε, τα κεράκια ανέβηκαν ψηλά κι ακόμα πιο ψηλά.. είδε τα αστέρια να λάμπουν στον ουρανό. Ένα απ’ αυτά έπεσε, μια λάμψη πέφτοντας έσβησε στον ουρανό.
“Κάποιος πεθαίνει τώρα”, είπε το κοριτσάκι. Η γιαγιά της της είχε πει, πως όταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχή πηγαίνει κοντά στο Θεό.
Άναψε ακόμα ένα σπίρτο. Μια λάμψη γύρω της και μέσα στη λάμψη είδε τη γιαγιά, φωτεινή, όμορφη και ήρεμη.
“Γιαγιά”, είπε το κοριτσάκι. “Πάρε με μαζί σου. Ξέρω, θα φύγεις κι εσύ, όταν το σπίρτο σβήσει, όπως έφυγαν ο ζεστός φούρνος, η γαλοπούλα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο”. Έβαλε βιαστικά όλα τα σπίρτα μαζί, για να ανάψουν και να κρατήσει τη γιαγιά μαζί της. Και τα σπίρτα έκαναν τόσο μεγάλη φλόγα, πιο φωτεινή κι απ’ το φως της ημέρας. Ποτέ άλλοτε η γιαγιά δεν ήταν τόσο όμορφη. Σήκωσε το κοριτσάκι στα χέρια της, τώρα ακτινοβολούσαν κι οι δυο τους. Και δεν υπήρχε πια κρύο, ούτε φόβος – ήταν μαζί με τον Θεό.
Στη γωνιά του σπιτιού, νωρίς το πρωί, κάθονταν το κοριτσάκι με τα κόκκινα μάγουλα. Ένα χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. Ήταν νεκρό. Πέθανε απ’ το κρύο την προηγούμενη νύχτα. Η νέα χρονιά βρήκε ένα μικρό σώμα με σπίρτα, ένα ματσάκι απ’ αυτά ήταν σχεδόν καμένο. Προσπαθούσε να ζεσταθεί, είπαν. Κανείς δεν έμαθε τα υπέροχα πράγματα που είδε, κανείς δεν είδε την λάμψη που άφησε πίσω του, καθώς έφευγε με τη γιαγιά του, μέσα στη γιορτινή μέρα της νέας χρονιάς.
Πηγή: http://tabula-rasa.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου