Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Νικητήριες ιστορίες-παραμύθια

Ακολουθεί ανάρτηση των 3 βραβευμένων ιστοριών - παραμυθιών

1ο βραβείο


Μεταξένια
Βραδάκι χειμωνιάτικο… Το φεγγάρι έλουζε τα δέντρα της αυλής με ασήμι, ασήμιζαν και τα φύλλα της ελιάς, καθώς τα ταλάντευε ελαφρά το κρύο αεράκι. Ο κυρ- Βασίλης είχε ανάψει τη φωτιά στο τζάκι και καθόταν με την αγαπημένη του κουβερτούλα στα γόνατά του, πίνοντας ένα ζεστό.  Ζούσε εδώ και κάποια χρόνια μόνος του, έχοντας χάσει τη γυναίκα του νωρίς, αλλά…
Αλλά είχε τουλάχιστον τη Μεταξένια.  Η όμορφη γατούλα του, με τα σπινθηροβόλα μάτια και το απαλό, κανελί της τρίχωμα, ήρθε ένα απόγευμα στο σπίτι του, πριν τρία χρόνια. Την τάισε κι εκείνη, αφού τριγύρισε στο χώρο, κοίταξε καλά-καλά τον κυρ-Βασίλη, κουλουριάστηκε κοντά του και δεν έφυγε έκτοτε. Για να έχει πρόσβαση στην αυλή όποτε το ήθελε, της είχε φτιάξει ένα άνοιγμα στην εξώπορτα, αλλά εκείνη επέλεγε να περνά σχεδόν όλες τις ώρες της ημέρας της κοντά του και σπάνια χρησιμοποιούσε το πορτάκι.
«Μεταξένια, πού είσαι;»
Ήρθε κοντά του αμέσως, αλαφροπατώντας. Ξάπλωσε στα γόνατά του, απαλά, μην τον πονέσει. Τη χάιδεψε. Εκείνη έτριψε τη μουσούδατης στο χέρι του, αποζητώντας κι άλλο χάδι.
«Πόσο πιο όμορφη γίνεται η ζωή, όταν έχεις κάποιον να αγαπάς…» της είπε και μέσα στα μάτια του απλώθηκε όλη η σοφία του κόσμου και των χρόνων. «Ζεσταίνονται τα κρύα, χειμωνιάτικα βράδια… ζεσταίνονται και οι καρδιές! Ευτυχώς έχω κι εσένα!»
Ένα κάρβουνο έσκασε, πετάχτηκε έξω από το τζάκι. Σηκώθηκε να το μαζέψει και ξάφνου, η καρδιά του έχασε ένα χτύπο. Σωριάστηκε. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει ήταν η Μεταξένια.
Άνοιξε τα μάτια του, μην μπορώντας να καταλάβει πού βρισκόταν. Στην αρχή έβλεπε θολά, έπειτα η όρασή του καθάρισε. Νοσοκομείο; Πώς ήρθε εδώ;
Δίπλα του, λαγοκοιμόταν η γειτόνισσά του, η κυρία Μαρία.
«Τι… έγινε;» ψέλλισε.
«Ξύπνησες, κυρ-Βασίλη;» τινάχτηκε εκείνη. «Είσαι καλά, όλα καλά. Η καρδιά σου…»
«Πώς… βρέθηκα… εδώ;»
«Η Μεταξένια!  Ήρθε στο σπίτι μου, αγριεμένη, νιαούριζε, τριγύριζε… στην αρχή δεν κατάλαβα, αλλά έκανε σαν να ήθελε να την ακολουθήσω. Με έφερε στο σπίτι σου με τα πολλά. Ευτυχώς! Σε βρήκα, βρήκα κι ένα αναμμένο κάρβουνο έξω από το τζάκι… ευτυχώς κυρ-Βασίλη!
Δάκρυσε ο κυρ-Βασίλης. Στράφηκε, κοίταξε έξω από το παράθυρο του ισόγειου δωματίου. Είδε μια σκιά, προσπάθησε να εστιάσει καλύτερα. Η Μεταξένια ήταν εκεί, στο περβάζι! Τριβόταν πάνω στο τζάμι… «Δεν επιτρέπονται οι γάτες στα νοσοκομεία» του είπαν τα μάτια της, μέσα στα οποία πλανιόταν όλη η σοφία του κόσμου. «Δεν πειράζει, όμως, εγώ είμαι εδώ…»
Ο κυρ-Βασίλης αποκοιμήθηκε. Η Μεταξένια κουλουριάστηκε κι εκείνη στο περβάζι.


2ο βραβείο
Ο Κυνηγός
           Μια φορά και έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό βασίλειο υπήρχε ένας νεαρός άνδρας. Ήταν ρωμαλέος, ψηλός, με μαύρα μάτια και κατάμαυρα μαλλιά σαν τον έβενο. Η ομορφιά του, αλλά και το θάρρος του ήταν ευρέως διαδεδομένα στο χωριό όπου ζούσε μαζί με τους γονείς του και τον μικρό του αδερφό. Όπως και ο πατέρας του κυνηγούσε κι αυτός ζώα στο κοντινό δάσος.
           Όλα έβαιναν καλά για την μικρή αυτή οικογένεια που ζούσε φτωχικά, μα γεμάτη αγάπη.  Όμως, η χαρούμενη αυτή εικόνα δεν κράτησε για πολύ καιρό. Όταν ο μεγαλύτερος γιος έφτασε στην ηλικία των είκοσι χρόνων, ο πατέρας αρρώστησε βαριά και τελικά πέθανε. Ύστερα από περίπου ένα μήνα τον ακολούθησε και η γυναίκα του. Το σπίτι που κάποτε έσφυζε από ευδαιμονία είχε βυθιστεί σε μια πρωτόγνωρη θλίψη. Ο μεγαλύτερος γιος ήταν απαρηγόρητος, μα δεν είχε βιώσει ακόμα τα χειρότερα, καθώς αμέσως μετά το θάνατο της μάνας αρρώστησε βαριά και ο  μικρός αδερφός. Ο γιατρός του χωριού ισχυριζόταν πως αργά ή γρήγορα θα άφηνε κι αυτός την τελευταία του πνοή.
         Μετά τη νέα συμφορά, ο κυνηγός παρέμενε σχεδόν όλη την μέρα έξω από το ξύλινο σπίτι του. Έκλαιγε από το πρωί μέχρι το βράδυ για τη συμφορά που τους είχε βρει. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως σε λίγο θα έχανε ολόκληρη την οικογένειά του.
         Μια μέρα λοιπόν, που καθόταν ξανά έξω από το σπίτι και έκλαιγε με αναφιλητά εμφανίστηκε μία γερόντισσα. Πρώτη φορά την έβλεπε στο χωριό. Ήταν απίστευτα άσχημη. Είχε μια μεγάλη γαμψή μύτη, μια δυσθεώρητη καμπούρα και πάμπολλες κρεατοελιές στο πρόσωπο.
         Παρότι την είχε αντικρίσει ο κυνηγός έκανε πως δεν την έβλεπε. Ήξερες πως είχε έρθει για κείνον, μα δεν ήθελε να μάθει για ποιον λόγο. Κατά βάθος την φοβόταν.
        Ο χτύπος της ξύλινης μαγκούρας της γερόντισσας έκανε τον άνδρα να τιναχτεί από το παγκάκι όπου καθόταν. Η γερόντισσα βλέποντας πως επιτέλους του είχε τραβήξει την προσοχή του είπε πως μπορούσε να σώσει τον αδερφό του φτάνει να έκανε ότι του έλεγε.
       Έτσι, ο κυνηγός  μαζί με το πιστό του σκυλί κατευθύνθηκε προς την καρδιά του δάσους για να βρει το ασήμι που ήθελε η γυναίκα. Χάρις την πολύπειρη μουσούδα του σκυλιού που είχε εκπαιδευτεί να οσφραίνεται τα πάντα βρήκαν γρήγορα το ασήμι που βρισκόταν μέσα σε μια κουφάλα δέντρου.
       Ο κυνηγός κουβαλώντας το ασήμι έφτασε στο σπίτι του. Έπειτα, η γερόντισσα του ζήτησε να αγοράσει και κάρβουνο ώστε να λιώσουν το ασήμι. Ο κυνηγός έφερε το κάρβουνο και έλιωσε το ασήμι. Μάλιστα, δημιούργησε ένα μαχαίρι σύμφωνα πάντα με τις προσταγές της γριάς.
       Η γερόντισσα άρπαξε άμεσα το ασημένιο μαχαίρι, έφτασε στην κλίνη του αδερφού και τον τρύπησε στο στήθος. Ο κυνηγός τρελάθηκε και όρμισε να την σκοτώσει. Τελικά, κατάφερε να την στραγγαλίσει. Η γερόντισσα έπεσε νεκρή, ενώ η πληγή έκλεισε ξαφνικά και ο μικρός αδερφός ξύπνησε μεμιάς από το λήθαργο. Ο άνδρας ξέσπασε σε αναφιλητά που ακούστηκαν σε όλο το χωριό. Είχε σκοτώσει τον άνθρωπο που τον είχε βοηθήσει.
       Την επομένη έθαψε την γυναίκα. Πάνω στον τάφο της κρέμασε μια επιγραφή που έλεγε: «Ξεχείλιζε από σοφία»…

3ο βραβείο
Ωδή στη Ζωή
Όταν όλα τριγύρω χάνονται,
Όταν όλα τα όνειρά μας καίγονται,
Όταν όλες μας οι ελπίδες γίνονται κάρβουνο,
και τις στάχτες ακόμα τις σκορπίζει μακριά ο άνεμος,
τότε νιώθεις ότι δεν έμεινε τίποτα…
Τίποτα, ησυχία.
Μα, να… ο χτύπος της καρδιάς του ηχεί δυνατά, ρυθμικά, σταθερά.
Ο χτύπος της καρδούλας του είναι εκεί, δεν σταματά,
χτυπά γρήγορα.
Αυτός ο χτύπος σε σπρώχνει σε ένα χορό γύρω από τη φωτιά,
σε ένα ταξίδι άγνωστου προορισμού.
Σε κάνει να ελπίζεις ξανά.
Μια νέα ζωή γεννιέται.
Όταν νιώσεις την ανάσα από τη μωρουδίσια μουσούδα πάνω σου,
ένα χαμόγελο απλώνεται αυτόματα στο πρόσωπό σου
και γαληνεύεις.
Γεννιέται συγχρόνως και μια ανησυχία
να φροντίσεις να είναι όλα γύρω σου σωστά, ονειρεμένα…
Για χάρη του,
 ο γκρίζος κόσμος μας μεταμορφώνεται σε παιδότοπο
με ουράνια τόξα, μπαλόνια, πολύχρωμες κορδέλες
που αιωρούνται στον αέρα,
πεταλούδες χαρούμενες,
τσουλήθρες, τραμπάλες, ποδήλατα,
γλειφιτζούρια, ζαχαρωτά, μπισκότα και σοκολάτες.
Το γέλιο του, το γέλιο του γλυκιά μελωδία να ηχεί παντού.
Όλη η σοφία του κόσμου στα δυο του γαλανά ματάκια,
στο πιο ναζιάρικο μουτράκι.
Όχι, δεν αλλάζω αυτό το πλασματάκι για όλο το χρυσό
και το ασήμι της γης.
Αυτά τα ματάκια είναι ο κόσμος όλος…

Το παραμύθι "ο Κυνηγός" είναι το δικό μου. 

Για περισσότερες πληροφορίες μπείτε στον ιστότοπο: http://texnistories.blogspot.gr/

Πηγή:http://texnistories.blogspot.gr/

2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα και Καλή Χρονιά! Καλώς σε βρήκα και στο δικό σου χώρο.

    Ήρθα επίσκεψη μέσω του ιστολογίου της Φλώρας, για να σου δώσω τα συγχαρητήριά μου για τη δουλειά σου. Και "Ο Κυνηγός" και "Το δωμάτιο με τους αρουραίους" μου άρεσαν πολύ (η αλήθεια είναι ότι αυτή τη φορά πίστεψα από την αρχή πως το "Δωμάτιο" ήταν δικό σου -διαίσθηση;- και δεν έπεσα έξω). Καλή συνέχεια να έχεις και χαίρομαι που μέσω του παιχνιδιού μπόρεσα να γνωρίσω την ενδιαφέρουσα σκέψη και γραφή σου. Αν θέλεις, θα χαρώ να τα λέμε.

    http://funkymonkey-handmadecreations.blogspot.gr/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια και για τη βαθμολογία. Και θα περιηγηθώ στον ιστότοπό σου(συγγνώμη για τον ενικό αλλά νομίζω πως το διαδίκτυο τον επιβάλει) :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή