Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Τα σκυλιά του καθρέφτη


            Ήταν βράδυ όταν ο Νίκος επισκέφτηκε το φίλο του το μεσίτη για να τον ρωτήσει αν είχε κάποιο σπίτι που θα μπορούσε να το νοικιάσει καταβάλλοντας κάθε μηνά ένα μικρό ποσό για ενοίκιο. Πρόσφατα είχε πτωχεύσει και δεν μπορούσε πλέον να πληρώνει ολόκληρο το ποσό εκείνου του τεράστιου διαμερίσματος στο οποίο στα χρόνια της ευημερίας ενορχήστρωνε αξιομνημόνευτες μαζώξεις. Όσοι συνάδελφοι, φίλοι και γενικότερα γνωστοί είχαν παραβρεθεί σε μια αντίστοιχη συνάντηση έχουν να αφηγούνται διάφορα περιστατικά ακολασίας. Διάφορες ιστορίες έχουν ακουστεί για τις μαζώξεις σ’ εκείνο το διαμέρισμα. Ίσως, μάλιστα τα όργια μαζί με τις φήμες και τις διαδόσεις των ιστοριών από το διαμέρισμα να έφτασαν μέχρι τα αυτιά σου. Βέβαια, ακόμα και να έφτασαν εγώ, θα σου εξιστορήσω το τέλος του Νίκου που είχε γευτεί πάμπολλες κολασμένες ηδονές.
             Εκείνο το βράδυ λοιπόν, ο γεροδεμένος πρώην διευθυντής της βιομηχανίας χαρτικών διάβηκε την πόρτα του σπιτιού στην οδό Ιουλιανού δεκαεπτά.
             Το σπίτι στο οποίο εισχώρησε θύμιζε κάπως το τεράστιο διαμέρισμά του. Το δάπεδο είχε κατασκευαστεί από ξύλο κέδρου. Το χολ κοσμούσαν τρία τραπεζάκια που το καθένα είχε πάνω του ένα κινέζικο βάζο από πορσελάνη. Αρκετή χλιδή για το μέσο άνθρωπο, μα όχι για εκείνον.
            Μια υπηρέτρια πλησίασε τον Νίκο
            «Ο κύριος Γιάννης θα έλθει σε λίγο», είπε εκείνη με τη γλυκιά φωνή της.
            «Πείτε του, όμως ότι βιάζομαι», είπε ο άνδρας καθώς έξυνε τα χέρια του από το άγχος.
            «Καθίστε, και θα έρθει εκείνος», είπε υποδεικνύοντας μια ξύλινη καρέκλα που για να πω την αλήθεια δεν την είχα προσέξει.
             Ύστερα, η υπηρέτρια έφυγε. Του φάνηκε ωραία η γυναίκα. Τα μακριά της μαύρα μαλλιά είχαν κάτι το μαγευτικό. Αυτό βέβαια που τον είχε εντυπωσιάσει κυρίως ήταν τα πράσινα μάτια της. Μπόρεσε να δει για λίγο τα μύχια της ψυχής της. Ήταν καλή κοπέλα και γι’ αυτό ίσως να μην άξιζε να είναι μαζί του. Είχε πάει με πολλές γυναίκες στη ζωή του, μα πάντοτε το ωραίο του τραβούσε την προσοχή.
            Δεν πέρασε αρκετός χρόνος μέχρι να φτάσει ο οικοδεσπότης. Ο Γιάννης ήταν ένας ψηλός άνδρας με ήπια χαρακτηριστικά. Το μαλλί του πρέπει να είχε βαφτεί, καθώς δεν ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος με παρόμοια ηλικία να μην έχει καμία άσπρη τρίχα στο κεφάλι. Κάπνιζε μια πίπα και από το στόμα του έβγαζε δαχτυλίδια καπνού.
              «Τι γίνετε Νίκο;», ρώτησε χωρίς να ενδιαφέρεται πραγματικά για την απάντηση του πρώην βιομήχανου.
            «Καλά εσύ; Ξέρεις για ποιο πράγμα έχω έρθει», είπε ξερά.
            «Ναι, βέβαια. Ακολούθησέ με. Θα σου δείξω ένα σπίτι που νομίζω πως σου ταιριάζει απόλυτα»
             Του έδειξε μια τεράστια μονοκατοικία που βρισκόταν στα περίχωρα της πόλης. Όντως, η προσφορά του μεσίτη ικανοποιούσε όλα τα θέλω του ακόλαστου ανθρώπου. Μολαταύτα, εκείνο που τον παραξένευε ήταν το γεγονός ότι το ενοίκιο παραήταν μικρό για ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Στην συγκεκριμένη υπόθεση υπήρχαν πληθώρα σημαδιών που φανέρωναν ότι κάτι τραγικό θα λάμβανε χώρα στο σπίτι που θα νοικιαζόταν από τον Νίκο. Δυστυχώς όμως, η υπεροψία του και η έπαρση τον οδήγησαν στην αποδοχή της πρότασης χωρίς να έχει αναλογιστεί απολύτως τίποτα.
             Έδωσαν τα χέρια και ο Γιάννης τον οδήγησε στην μονοκατοικία που είχε μόλις νοικιάσει. Η πτώχευση της βιομηχανίας, του είχε φέρει ουσιαστικά και την παντοτινή παρακμή του Νίκου, μα εκείνος ήταν τόσο ανόητος που νόμιζε πως είχε ακόμα αρκετά χρόνια να ζήσει. Το πηγαίο συναίσθημα του ναρκισσισμού που απόρρεε από τον άνδρα ίσως να οδήγησε στο παράκουσμα των εντολών του μεσίτη κι έπειτα βέβαια στον ολοκληρωτικό χαμό.
              Το μαύρο αμάξι σταμάτησε μπροστά από το σπίτι. Ήταν όσο ωραίο είχε φανεί στις φωτογραφίες. Παράλληλα, μια παράξενη ιριδίζουσα σκόνη πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Έδινε έναν διαφορετικό τόνο στην ατμόσφαιρα. Κάλλιστα θα μπορούσα να πω πως συνέβαλε κι αυτή μαζί με τις ιαχές των κουκουβαγιών στη διαμόρφωση του μακάβριου τοπίου.
             Παρακάμπτοντας ξανά τα σημάδια ο ελαφρόμυαλος εκείνος άνδρας πήρε από τα χέρια του Γιάννη τα κλειδιά.
            «Μπορείς να μπεις σε όλα τα δωμάτια εκτός από το μπάνιο του ισογείου», φώναξε ο μεσίτης ενώ ο πρώην βιομήχανος άνοιγε την είσοδο της μονοκατοικίας.
              Η είσοδος του σπιτιού ήταν σκονισμένη. Στο ταβάνι αντίκρισε μια μικρή κοινωνία από αράχνες και από άλλα διάφορα έντομα τα οποία έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή του. Άλλωστε, τόσα χρόνια οι υπηρέτριες καθάριζαν το διαμέρισμά του. Δεν είχε ιδέα από καθαριότητα.
             Ασυναίσθητα, χωρίς να ξέρει γιατί διάβηκε το χολ. Μπροστά του εμφανίστηκαν δύο δωμάτια. Το αριστερό είχε σκονιστεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο χώρο της μονοκατοικίας. Επίσης, υπήρχε στο ξύλο μια πρασινωπή πατίνα του χρόνου.
             Χωρίς να ξέρει γιατί, γύρισε το πόμολο της πόρτας. Αν βέβαια, είχε παρατηρήσει καλύτερα θα έβλεπε στο ξύλο αποτυπώματα από αίμα.
             Μια μπανιέρα βρέθηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του άνδρα. Δεν χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να συνειδητοποιήσει πως είχε μπει στο απαγορευμένο δωμάτιο. Ο κρύος ιδρώτας κατέκλυσε μεμιάς το πρόσωπό του. Επίσης, αναρίγησε ολόκληρος καθώς στην προσπάθειά του να διαφύγει από το δωμάτιο που απόπνεε θάνατο έστριψε το πόμολο της πόρτας, μα εκείνο δεν γύριζε. Είχε παγιδευτεί μέσα στο μπάνιο!
              Ξάφνου, μέσα από τον γιγαντιαίο καθρέφτη που βρισκόταν στα αριστερά ακούστηκαν σκυλιά να αλυχτούν. Με αργά, αλλά σταθερά βήματα, ο ημίτρελος πια Νίκος πλησίασε τον καθρέφτη. Φοβόταν να αντικρίσει την πραγματικότητα. Φοβόταν πως εκείνη τη μέρα, σ’ εκείνο το μέρος θα άφηνε την τελευταία του πνοή, και δυστυχώς δεν είχε άδικο.
              Μέσα στο γυαλί εμφανίστηκε μια αγέλη από τέσσερα ντόπερμαν. Τα μάτια τους είχαν κόκκινο χρόνο. Από το στόμα τους έτρεχαν πράσινα σάλια. Το δέος του Νίκου για το αλλόκοτο αυτό φαινόμενο είχε μεγαλώσει. Τα σκυλιά τον κοίταζαν επιθετικά. Ήθελαν να του ξεσκίσουν τη σάρκα, αλλά ο πρώην βιομήχανος κοίταζε αποσβολωμένος την αγέλη που πέρναγε τον καθρέφτη και άνοιγαν τα στόματα με τα σουβλερά δόντια για τον θανατώσουν.
              Το πρώτο δάγκωμα στο πόδι τον έκανε να ξυπνήσει. Μολαταύτα, όλα αυτά δεν είχαν πια σημασία. Το τέλος είχε μάλλον γραφτεί εδώ και καιρό, καθώς ένα ακόμα σκυλί του ξερίζωσε τα μάτια. Το αναβλύζον αίμα σχημάτισε μια λιμνούλα. Οι τελευταίες οιμωγές που βγήκαν από το στόμα του Νίκου ενώ έμπηγε τα νύχια του στην ξύλινη πόρτα ακούστηκαν σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή.
              Για να πω την αλήθεια, ακόμα νομίζω πως της ακούω τα βράδια…

Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου