Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

H Βάρδος Νέξ-σελίδα 67


            «Γιατί βρίσκομαι εδώ πέρα;», ρώτησε ο Βαλτάζαρ τον τερατόμορφο τάρανδο.
           Ο κατευθυνόμενος από το άσμα τάρανδος δεν μίλησε αμέσως. Για λίγο στάθηκε με το απλανές του βλέμμα να κοιτάζει στο σκοτάδι. Ίσως να μην θυμόταν τελικά γιατί είχε αιχμαλωτίσει το βάρδο. Ίσως πάλι να σκεφτόταν τον επερχόμενο θάνατο που φαινόταν να έχει καθοριστεί εδώ και καιρό από τη μοίρα. Ο φαινομενικός Άρχοντας του Σκότους είχε πολλές αμαρτίες και απ’ ότι φαινόταν όλα θα τελείωναν σύντομα για τον τάρανδο. Με δάκρυα στα μάτια άρχισε να μιλάει στον Βαλτάζαρ σαν να ήταν μηχανή:
           «Για να σου πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι πως ακριβώς βρέθηκες εδώ μέα και κυρίως πως σε βρήκα. Μπορώ αν θες να σου εξιστορήσω όλα εκείνα τα γεγονότα που με οδήγησαν στην απόφαση να βρω αυτό εδώ το μέρος και να διεκδικήσω από τον κόσμο αυτά που κανονικά έπρεπε να είχα»
          «Μίλα και φρόντισε να πεις την αλήθεια», φώναξε απειλητικά ο βάρδος.
          «Όλα συνέβησαν πριν από περίπου δύο χρόνια νομίζω. Ζούσα εδώ στην οροσειρά Λόριφ μαζί με την αγέλη των ομοίων μου. Μπορεί να φαντάζει αλλόκοτο, μα υπήρχε μία αγέλη με τερατόμορφους ταράνδους. Ζούσαμε ξένοιαστα και κανένας δεν μας ενοχλούσε. Όλοι μας σέβονταν και δεν υπήρχαν γενικότερα προβλήματα με την συμβίωση με τα άλλα πλάσματα. Όλα αυτά βέβαια, δεν ίσχυαν εκείνο το δειλινό που βρέθηκα να παρακολουθώ πίσω από έναν θάμνο τη σφαγή των ομοίων μου.
         Μια ομάδα από ιππότες είχαν έρθει στο ξέφωτο όπου ζούσαμε και άρχισαν να μας σκοτώνουν χωρίς κανέναν λόγο. Τρεφόμασταν με κρέας, μα ποτέ δεν είχαμε αγγίξει κανέναν άνθρωπο και ειδικά πολίτη του βασιλείου του Βορρά. Ποτέ δεν ήμασταν ανόητοι για να κάνουμε κάτι τέτοιο. Ο Λύριος είχε τεράστια δύναμη και επομένως θα ήταν εξαιρετικά ανόητο να πειράζαμε κάποιον υπήκοό του.
         Εκείνη τη μέρα λοιπόν, καθώς έβλεπα το θάνατο των συγγενών μου αποφάσισα πως έπρεπε να αποκτήσω δύναμη και να εκδικηθώ για τον αφανισμό του είδους μου. Από τη σφαγή πρέπει να είχαμε ζήσει περίπου τέσσερις. Όλοι δεν ήμασταν εκείνη την ώρα στον καταυλισμό για καλή μας τύχη.
         Μετά τη σφαγή ακολούθησα το χωμάτινο δρόμο με απώτερο στόχο να φτάσω στο Βόρειο Βασίλειο. Εκεί, θα αναζητούσα τους άνδρες που είχαν σκοτώσει την οικογένειά μου και θα τους έκανα να πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα. Απ’ ότι θυμάμαι, ήθελα να τους σκοτώσω την οικογένεια μπροστά στα μάτια τους. Εξαιρετικά φιλόδοξος στόχος, μα όχι ακατόρθωτος.
         Ενώ λοιπόν προχωρούσα κατά μήκος του χωμάτινου δρόμου παρατήρησα ένας άνδρα να περπατάει μονάχος κρατώντας δύο μεγάλα σακιά. Πίσω του είχε αφήσει άλλα δύο. Έδειχνε να τον είχε βρει συμφορά, γιατί κακά τα ψέματα, ποιος είναι τόσο ανόητος ώστε να εγκαταλείψει δύο σακιά γεμάτα τροφή;
         «Συντόμευε, γιατί δεν έχουμε άπλετο χρόνο», είπε απειλητικά ο Βαλτάζαρ.
         «Ναι, έτσι κι αλλιώς, λέω την ιστορία όσο πιο γρήγορα γίνεται. Τον πλησίασα λοιπόν και τον ρώτησα τι ακριβώς του είχε συμβεί. Εκείνος απήντησε ότι είχε ληστευθεί από μια συμμορία κλεφτών. Τον ρώτησα τι περιείχαν μέσα τα σακιά. Είχε απαντήσει, μα τώρα πια δεν θυμάμαι. Τέλος πάντων, του πρότεινα να συνεργαστούμε για να μεταφέρουμε όλα τα σακιά στην πόλη. Ωστόσο, του διευκρίνισα πως θα έπαιρνα τα μισά νομίσματα από την πώληση των τροφίμων. Εκείνος δέχτηκε και μάλιστα είπε ότι θα μου έδινε και κάτι παραπάνω, εφόσον θα κουβάλαγα τα βαρύτερα σακιά.
            Μετά από περίπου τέσσερα μερόνυχτα αδιάκοπης πεζοπορίας φτάσαμε στην πόλη. Ήμασταν εξουθενωμένοι, μα ευχαριστημένοι για την επιτυχία μας. Μετά από την απαραίτητη ξεκούραση θα πηγαίναμε στην υπαίθρια αγορά ώστε να πουλήσουμε το εμπόρευμα. Ο έμπορος έδειχνε να πιστεύει πως θα βγάζαμε πάμπολλα χρήματα. Εγώ όμως δεν ενστερνιζόμουνα αυτή την άποψη. Όλα φαίνονταν ιδανικά και γι’ αυτό είχα αρχίσει να έχω αμφιβολίες σχετικά με τις πραγματικές επιδιώξεις του συνεταίρου μου.
            Την μέρα αφότου κοιμηθήκαμε στο πανδοχείο, εκείνος είχε φορτώσει τα σακιά σε μια άμαξα και με είχε εγκαταλείψει χωρίς να φιλοτιμηθεί να πληρώσει ούτε καν τη διανυκτέρευσή μου. Με είχε πιάσει κορόιδο το κάθαρμα. Του είχα κουβαλήσει σχεδόν όλο το φορτίο και εκείνος με είχε παρατήσει. Τότε ήταν που πήρα απόφαση πως πρώτα θα εκδικούμουνα αυτή την πράξη κι ύστερα τους φονιάδες της αγέλης…

Συνεχίζεται
Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου